Categories
Journalism

Πώς θα εξηγούσε ο Μαρξ την πτώση της κυβέρνησης Ντράγκι

Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον «τεχνοκράτη» Μάριο Ντράγκι έχει καταρρεύσει λόγω πολιτικών διαφωνιών που ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δεν μπορούσε πλέον να συγκρατήσει.

Λίγοι γνωρίζουν ότι ο Μαρξ ασχολήθηκε και με την κριτική της λεγόμενης «τεχνικής κυβέρνησης». Ως συνεργάτης της «New York Tribune», μιας από τις καθημερινές εφημερίδες με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία της εποχής του, ο Μαρξ παρατήρησε τις πολιτικές και θεσμικές εξελίξεις που οδήγησαν σε μία από τις πρώτες τεχνοκρατικές κυβερνήσεις στην Ιστορία: το υπουργικό συμβούλιο του κόμη του Αμπερντίν, που διήρκεσε από τον Δεκέμβριο του 1852 έως τον Ιανουάριο του 1855.

Οι αναφορές του Μαρξ ξεχώριζαν για την οξυδέρκεια και τον σαρκασμό τους. Οι «Times» πρόβαλαν τα γεγονότα που συνέβησαν το 1852 ως ένδειξη ότι η Βρετανία βρισκόταν στην αρχή μιας εποχής «κατά την οποία το κομματικό πνεύμα πρέπει να εξαφανιστεί και η ιδιοφυΐα, η εμπειρία, η εργατικότητα και ο πατριωτισμός πρέπει να είναι τα μόνα προσόντα για την ανάληψη αξιώματος».

Η εφημερίδα του Λονδίνου κάλεσε «τους άνδρες όλων των απόψεων» να συσπειρωθούν πίσω από τη νέα κυβέρνηση επειδή «οι αρχές της απαιτούν καθολική συναίνεση και υποστήριξη». Παρόμοια επιχειρήματα χρησιμοποιήθηκαν τον Φεβρουάριο του 2021, όταν ο Μάριο Ντράγκι, πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έγινε πρωθυπουργός της Ιταλίας.

Σε άρθρο του 1853 («A Superannuated Administration: Prospect of the Coalition Ministry», Μια υπέργηρη κυβέρνηση: προοπτικές του συνασπισμού συνεργασίας), ο Μαρξ είχε χλευάσει την άποψη των «Times». Αυτό που η μεγάλη βρετανική εφημερίδα βρήκε τόσο μοντέρνο και συναρπαστικό ήταν γι’ αυτόν σκέτη φάρσα. Οταν οι «Times» ανακοίνωσαν «ένα υπουργείο που αποτελείται εξ ολοκλήρου από νέα και πολλά υποσχόμενα στελέχη», ο Μαρξ σκέφτηκε ότι «ο κόσμος σίγουρα θα μπερδευτεί λίγο όταν μάθει ότι η νέα εποχή στην ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας πρόκειται να εγκαινιαστεί εξ ολοκλήρου από ήδη εξαντλημένους ογδοντάρηδες».

Παράλληλα με τις κρίσεις ατόμων υπήρχαν και άλλες, με μεγαλύτερο ενδιαφέρον, σχετικά με τις πολιτικές τους: «Μας υπόσχονται την ολοκληρωτική εξαφάνιση της κομματικής διαπάλης, ακόμα και των ίδιων των κομμάτων», σημείωσε ο Μαρξ. «Τι εννοούν οι “Times”;» Το ερώτημα είναι δυστυχώς πολύ επίκαιρο σήμερα, σε έναν κόσμο όπου η κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην εργασία έχει γίνει τόσο άγρια, όσο ήταν στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα.

Ο διαχωρισμός μεταξύ οικονομίας και πολιτικής, αυτό δηλαδή που διαφοροποιεί τον καπιταλισμό από τους προηγούμενους τρόπους παραγωγής, έχει φτάσει στο υψηλότερο σημείο. Η οικονομία δεν κυριαρχεί μόνο στην πολιτική, καθορίζοντας την ατζέντα της και διαμορφώνοντας τις αποφάσεις της, αλλά βρίσκεται εκτός της πολιτικής δικαιοδοσίας και του δημοκρατικού ελέγχου – σε σημείο που μια αλλαγή κυβέρνησης δεν αλλάζει πλέον τις κατευθύνσεις της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Αυτές πρέπει να είναι αμετάβλητες.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια, οι αποφάσεις πέρασαν από την πολιτική στην οικονομική σφαίρα. Οι πολιτικές επιλογές έχουν μετασχηματιστεί σε οικονομικές επιταγές που συγκαλύπτουν ένα άκρως πολιτικό και αντιδραστικό σχέδιο πίσω από μια ιδεολογική μάσκα απολιτικής τεχνογνωσίας. Αυτή η μετατόπιση τμημάτων της πολιτικής σφαίρας στην οικονομία, ως διακριτού τομέα μη επιδεχόμενου αλλαγή, ενέχει τη σοβαρότερη απειλή για τη δημοκρατία στην εποχή μας. Τα εθνικά κοινοβούλια, που έχουν ήδη στερηθεί την αντιπροσωπευτικότητα από τα στρεβλά εκλογικά συστήματα και τις αυταρχικές αναθεωρήσεις της σχέσης μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, διαπιστώνουν ότι οι εξουσίες τους αφαιρούνται και μεταβιβάζονται στην «αγορά».
Οι αξιολογήσεις Standard & Poor’s και ο δείκτης Wall Street –αυτά τα υπερφετίχ της σύγχρονης κοινωνίας– έχουν ασύγκριτα μεγαλύτερο βάρος από τη βούληση του λαού. Στην καλύτερη περίπτωση, η πολιτική κυβέρνηση μπορεί να «επέμβει» στην οικονομία (μερικές φορές, οι άρχουσες τάξεις πρέπει να μετριάσουν την καταστροφική αναρχία του καπιταλισμού και τις βίαιες κρίσεις του), αλλά δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τους κανόνες και τις θεμελιώδεις επιλογές της.

Εξέχων εκπρόσωπος αυτής της πολιτικής ήταν ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας Ντράγκι, που ηγήθηκε για 17 μήνες ενός ευρύτατου συνασπισμού, συμπεριλαμβανομένου του Δημοκρατικού Κόμματος, του μακροχρόνιου εχθρού του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, των λαϊκιστών του Κινήματος των Πέντε Αστέρων και του ακροδεξιού κόμματος Λέγκα του Βορρά. Πίσω από την πρόσοψη του όρου «τεχνική κυβέρνηση» –ή, όπως λένε, «κυβέρνηση των αρίστων» ή «κυβέρνηση όλων των ταλέντων»– μπορούμε να διακρίνουμε μια αναστολή της πολιτικής.

Τα τελευταία χρόνια, έχει υποστηριχθεί ότι δεν πρέπει να διεξάγονται εκλογές μετά από πολιτική κρίση. Η πολιτική πρέπει να παραδώσει τον έλεγχο στην οικονομία. Σε άλλο άρθρο του 1853 («Achievements of the Ministry», Επιτεύγματα της κυβέρνησης), ο Μαρξ έγραψε ότι «η κυβέρνηση συνασπισμού (τεχνοκρατών) αντιπροσωπεύει την ανικανότητα στην πολιτική εξουσία». Οι κυβερνήσεις δεν συζητούν πλέον ποιον οικονομικό προσανατολισμό να ακολουθήσουν. Τώρα οι οικονομικοί προσανατολισμοί φέρνουν τη γέννηση των κυβερνήσεων.

Τα τελευταία χρόνια, στην Ευρώπη ο νεοφιλελευθερισμός επανέλαβε ότι, για να αποκατασταθεί η «εμπιστοσύνη» της αγοράς, ήταν απαραίτητο να προχωρήσουμε γρήγορα στον δρόμο των «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», μια έκφραση που χρησιμοποιείται πλέον ως συνώνυμο της κοινωνικής καταστροφής: με άλλα λόγια, περικοπές μισθών, επιθέσεις στα δικαιώματα των εργαζομένων για προσλήψεις και απολύσεις, αυξήσεις στην ηλικία συνταξιοδότησης και ιδιωτικοποιήσεις μεγάλης κλίμακας.

Οι νέες «τεχνικές κυβερνήσεις», με επικεφαλής άτομα με ιστορικό σε μερικούς από τους οικονομικούς θεσμούς που είναι υπεύθυνοι για την οικονομική κρίση, έχουν ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο – ισχυριζόμενοι ότι το κάνουν «για το καλό της χώρας» και «την ευημερία των μελλοντικών γενεών». Επιπλέον, η οικονομική εξουσία και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης προσπάθησαν να φιμώσουν όποιον έχει υψώσει μια δυσαρμονική φωνή.

Τώρα πλέον ο Ντράγκι δεν είναι πρωθυπουργός της Ιταλίας. Η πλειοψηφία του έχει καταρρεύσει εξαιτίας των πολύ διαφορετικών πολιτικών των κομμάτων που τον υποστήριξαν και η Ιταλία οδηγείται σε πρόωρες εκλογές στις 25 Σεπτεμβρίου.

Η Αριστερά πρέπει να έχει το θάρρος να προτείνει τις ριζοσπαστικές πολιτικές που είναι απαραίτητες για την αντιμετώπιση των πιο επειγόντων σύγχρονων ζητημάτων, ξεκινώντας από την οικολογική κρίση. Οι τελευταίοι άνθρωποι που μπορούν να πραγματοποιήσουν ένα πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού και αναδιανομής του πλούτου είναι οι «τεχνικοί» –στην πραγματικότητα πολύ πολιτικοί– όπως ο τραπεζίτης Μάριο Ντράγκι. Δεν θα μας λείψει.

*Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο York (Τορόντο-Καναδάς), τακτικός συνεργάτης της «Εφ.Συν.»

Categories
Journalism

Πόλεμος, ΝΑΤΟ και μελλοντικά σενάρια για την Ουκρανία

Ο πόλεμος στην Ουκρανία ξεκίνησε πριν από τέσσερις μήνες. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, έχει ήδη προκαλέσει τον θάνατο περισσότερων από 4.500 αμάχων και έχει αναγκάσει σχεδόν πέντε εκατομμύρια ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να γίνουν πρόσφυγες. Αυτοί οι αριθμοί δεν περιλαμβάνουν τους τουλάχιστον 20.000 θανάτους στρατιωτικών και τα πολλά εκατομμύρια ανθρώπων που έχουν εκτοπιστεί εντός της Ουκρανίας. Η εισβολή στην Ουκρανία προκάλεσε μαζικές καταστροφές πόλεων που θα χρειαστούν γενιές για να ξαναχτιστούν.

Με στόχο να εξετάσω τι συμβαίνει, να αναλογιστώ τον ρόλο του ΝΑΤΟ και να εξετάσω πιθανά μελλοντικά σενάρια, οργάνωσα μια συνέντευξη στρογγυλής τραπέζης με τρεις διεθνώς γνωστούς μελετητές της μαρξιστικής παράδοσης, τον Ετιέν Μπαλιμπάρ (επίτιμο καθηγητή Σύγχρονης Ευρωπαϊκής Φιλοσοφίας στο Kingston University του Λονδίνου), τη Σίλβια Φεντερίτσι (επίτιμη καθηγήτρια Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Hofstra University, Νέα Υόρκη) και τον Μικαέλ Λεβί (επίτιμο διευθυντή στο CNRS, Παρίσι).

 

Μαρτσέλο Μούστο (M.M.): Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έφερε τη βαρβαρότητα του πολέμου πίσω στην Ευρώπη και τον κόσμο αντιμέτωπο με το δίλημμα πώς να απαντήσει στην επίθεση στην ουκρανική εθνική κυριαρχία.

Μικαέλ Λεβί (M.Λ.): Αυτή η βάρβαρη εισβολή στην Ουκρανία, με τους βομβαρδισμούς των πόλεων, με χιλιάδες θύματα αμάχων, ανάμεσά τους ηλικιωμένοι και παιδιά, δεν έχει καμία δικαιολογία.

Ετιέν Μπαλιμπάρ (Eτ.Μπ.): Ο πόλεμος που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας είναι «ολικός». Είναι ένας πόλεμος καταστροφής και τρόμου που διεξάγεται από τον στρατό μιας πιο ισχυρής γειτονικής χώρας. Το επείγον, η άμεση επιτακτική ανάγκη, είναι η αντίσταση των Ουκρανών να διατηρηθεί και για τον σκοπό αυτό θα πρέπει οι Ουκρανοί να αισθάνονται ότι υποστηρίζονται πραγματικά από πράξεις και όχι απλά συναισθήματα.

Μ.Μ.: Υπάρχει το εξίσου κρίσιμο ερώτημα πώς μπορεί η Ευρώπη να αποφύγει να θεωρηθεί ως παράγοντας στον πόλεμο και να συμβάλει αντ’ αυτού σε μια διπλωματική πρωτοβουλία. Εξ ου και η απαίτηση ενός σημαντικού μέρους της κοινής γνώμης να μη συμμετάσχει η Ευρώπη στον πόλεμο. Ο κίνδυνος είναι ότι η Ουκρανία, που ήδη υφίσταται το μαρτύριο της ρωσικής στρατιωτικής εισβολής, θα μετατραπεί σε ένα ένοπλο στρατόπεδο που λαμβάνει όπλα από το ΝΑΤΟ και διεξάγει έναν μακρύ πόλεμο για λογαριασμό εκείνων στην Ουάσινγκτον που ελπίζουν σε μόνιμη αποδυνάμωση της Ρωσίας. Εάν αυτό συνέβαινε, η σύγκρουση θα υπερέβαινε τη νόμιμη υπεράσπιση της ουκρανικής εθνικής κυριαρχίας. Οσοι κατήγγειλαν την επικίνδυνη σπειροειδή κλιμάκωση του πολέμου που θα ακολουθούσε τις αποστολές βαρέων όπλων στην Ουκρανία, δεν είναι ουδέτεροι. Πιστεύουμε ότι θα πρέπει να σταθμίσουμε προσεκτικά οποιαδήποτε ενέργεια, ανάλογα με το εάν φέρνει πιο κοντά στην έναρξη αξιόπιστων διαπραγματεύσεων και στην αποκατάσταση της ειρήνης.

Σίλβια Φεντερίτσι (Σ.Φ.): Ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία πρέπει να καταδικαστεί. Τίποτα δεν μπορεί να δικαιολογήσει την καταστροφή πόλεων, τις δολοφονίες και τον τρόμο που έχουμε δει. Ωστόσο πρέπει επίσης να καταδικάσουμε τους πολλούς ελιγμούς με τους οποίους οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ συνέβαλαν στην υποκίνηση αυτού του πολέμου, καθώς και την απόφαση των ΗΠΑ και της Ε.Ε. να στείλουν όπλα στην Ουκρανία, κάτι που θα παρατείνει τον πόλεμο επ’ αόριστον. Η αποστολή όπλων είναι απολύτως απαράδεκτη, δεδομένου ότι η εισβολή της Ρωσίας θα μπορούσε να είχε σταματήσει εάν οι ΗΠΑ έδιναν στη Ρωσία εγγύηση ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκταθεί στα σύνορά της.

Μ.Μ.: Από την αρχή του πολέμου ένα από τα κύρια σημεία συζήτησης ήταν το είδος της βοήθειας που θα παρασχεθεί στους Ουκρανούς για να αμυνθούν στην επιθετικότητα της Ρωσίας, χωρίς όμως να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις που θα οδηγούσαν σε επέκταση της σύγκρουσης διεθνώς. Ποιες είναι κατά τη γνώμη σας οι αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για να εξασφαλιστεί ο μικρότερος αριθμός θυμάτων στην Ουκρανία και να αποτραπεί περαιτέρω κλιμάκωση;

M.Λ.: Θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει πολλές επικρίσεις για τη σημερινή Ουκρανία. Αλλά κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί στον ουκρανικό λαό το δικαίωμά του να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενάντια στη ρωσική εισβολή στο έδαφός του με βάναυση και εγκληματική περιφρόνηση του δικαιώματος των εθνών στην αυτοδιάθεση.

Eτ.Μπ.: Θα έλεγα ότι ο πόλεμος των Ουκρανών ενάντια στη ρωσική εισβολή είναι ένας «δίκαιος πόλεμος» με την ισχυρή έννοια του όρου. Ενας «δίκαιος» πόλεμος είναι ένας πόλεμος όπου δεν αρκεί να αναγνωρίσουμε τη νομιμότητα όσων αμύνονται έναντι της επίθεσης, αλλά όπου είναι απαραίτητο να δεσμευτούμε στο πλευρό τους. Και ότι είναι ένας πόλεμος όπου ακόμη και εκείνοι, όπως εγώ, για τους οποίους κάθε πόλεμος είναι απαράδεκτος ή καταστροφικός, δεν έχουν την επιλογή να παραμείνουν παθητικοί. Εγώ επιλέγω: εναντίον του Πούτιν. Ας μην ξαναρχίσουμε να παίζουμε τη «μη παρέμβαση». Η Ε.Ε. ούτως ή άλλως έχει ήδη εμπλακεί στον πόλεμο. Ακόμα κι αν δεν στέλνει στρατεύματα, παραδίδει όπλα – και νομίζω ότι είναι σωστό να το κάνει.

Μ.Μ.: Κατανοώ το πνεύμα ενός μέρους αυτών των παρατηρήσεων, αλλά θα επικεντρωνόμουν περισσότερο στην ανάγκη να αποτραπεί μια γενική ανάφλεξη και επομένως στην επείγουσα ανάγκη να επιτευχθεί μια ειρηνευτική συμφωνία. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι όταν εμπλέκεται στη σύρραξη μια πυρηνική δύναμη όπως η Ρωσία, είναι απατηλό να πιστεύουμε ότι ο πόλεμος εναντίον του Πούτιν μπορεί να «κερδηθεί». Οι ΗΠΑ μόλις ενέκριναν ένα πακέτο στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας άνω των 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την Ουκρανία. Είναι ένα κολοσσιαίο ποσό και φαίνεται ότι έχει σχεδιαστεί για να χρηματοδοτήσει έναν παρατεταμένο πόλεμο. Οι ολοένα μεγαλύτερες προμήθειες υλικού από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ενθαρρύνουν τον Ζελένσκι να συνεχίσει να αναβάλλει τις τόσο απαραίτητες συνομιλίες με τη ρωσική κυβέρνηση.

Σ.Φ.: Νομίζω ότι η καλύτερη κίνηση θα ήταν οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. να δώσουν στη Ρωσία την εγγύηση ότι η Ουκρανία δεν θα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Δυστυχώς, δεν υπάρχει ενδιαφέρον για αναζήτηση λύσης. Πολλοί στη στρατιωτική και πολιτική δομή εξουσίας των ΗΠΑ υποστηρίζουν και προετοιμάζονται για μια αντιπαράθεση με τη Ρωσία εδώ και χρόνια. Γινόμαστε μάρτυρες μεταφοράς δισεκατομμυρίων δολαρίων στο στρατιωτικό βιομηχανικό συγκρότημα των ΗΠΑ. Αλλά η ειρήνη δεν θα έρθει με μια κλιμάκωση των μαχών.

Μ.Μ.: Ας συζητήσουμε τις αντιδράσεις της Αριστεράς στη ρωσική εισβολή. Ορισμένες οργανώσεις έκαναν ένα μεγάλο πολιτικό λάθος, αρνούμενες να καταδικάσουν ξεκάθαρα τη Ρωσία. Αυτό θα κάνει οποιεσδήποτε καταγγελίες μελλοντικών επιθετικών ενεργειών από το ΝΑΤΟ να φαίνονται λιγότερο αξιόπιστες. Αντικατοπτρίζει μια ιδεολογικά παρωχημένη άποψη, ότι όλα τα γεωπολιτικά ζητήματα έπρεπε να αξιολογηθούν αποκλειστικά με όρους προσπάθειας αποδυνάμωσης των ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή πάρα πολλοί άλλοι στην Αριστερά έχουν υποκύψει στον πειρασμό να γίνουν, άμεσα ή έμμεσα, συμπολεμιστές σε αυτόν τον πόλεμο. Πιστεύω ότι όταν δεν αντιτίθενται στον πόλεμο οι προοδευτικές δυνάμεις χάνουν ένα ουσιαστικό μέρος του λόγου ύπαρξής τους και καταλήγουν να καταπίνουν την ιδεολογία του αντίθετου στρατοπέδου.

M.Λ.: Δυστυχώς, στη Λατινική Αμερική σημαντικές δυνάμεις της Αριστεράς και κυβερνήσεις, όπως η Βενεζουέλα, έχουν πάρει το μέρος του Πούτιν ή έχουν περιοριστεί σε ένα είδος «ουδέτερης» στάσης. Η επιλογή για την Αριστερά είναι μεταξύ του δικαιώματος των λαών στην αυτοδιάθεση και του δικαιώματος των αυτοκρατοριών να εισβάλλουν και να επιχειρούν να προσαρτήσουν άλλες χώρες. Δεν μπορούμε να έχουμε και τα δύο, γιατί αυτές είναι ασυμβίβαστες επιλογές.

Σ.Φ.: Είναι σίγουρα κρίμα που η θεσμική Αριστερά -ξεκινώντας από την Οκάσιο-Κορτέζ- υποστήριξε την αποστολή όπλων στην Ουκρανία. Μακάρι επίσης τα ΜΜΕ να ήταν πιο ερευνητικά. Γιατί η «Αφρική λιμοκτονεί» εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία; Γιατί να μην αναφέρουμε τις μαζικές αρπαγές γης στα χέρια διεθνών εταιρειών, οι οποίες έχουν κάνει πολλούς να μιλάνε για «νέο αγώνα για την Αφρική»;

Μ.Μ.: Παρά την αυξημένη υποστήριξη προς το ΝΑΤΟ μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία -που καταδεικνύεται από το επίσημο αίτημα της Φινλανδίας και της Σουηδίας να ενταχθούν σε αυτόν τον οργανισμό- είναι απαραίτητο να εργαστούμε σκληρότερα για να διασφαλίσουμε ότι η κοινή γνώμη δεν βλέπει τη μεγαλύτερη και πιο επιθετική πολεμική μηχανή στον κόσμο (ΝΑΤΟ) ως λύση στα προβλήματα παγκόσμιας ασφάλειας. Σε αυτή την ιστορία το ΝΑΤΟ αποδείχτηκε για άλλη μία φορά ως ένας επικίνδυνος οργανισμός, ο οποίος χρησιμεύει για να τροφοδοτεί εντάσεις που οδηγούν σε πόλεμο στον κόσμο. Το παράδοξο είναι ότι ο Πούτιν όχι μόνο έκανε λάθος στη στρατιωτική στρατηγική του, αλλά κατέληξε επίσης να ενισχύσει τον εχθρό του οποίου τη σφαίρα επιρροής ήθελε να περιορίσει: το ΝΑΤΟ.

M.Λ.: Το ΝΑΤΟ είναι ένα πολιτικο-στρατιωτικό τέρας που δημιουργήθηκε από τον Ψυχρό Πόλεμο και η διάλυσή του είναι θεμελιώδης απαίτηση της δημοκρατίας. Δυστυχώς, η εγκληματική εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει αναζωογονήσει το ΝΑΤΟ. Ο Πούτιν έσωσε το ΝΑΤΟ από την αργή παρακμή, ίσως και την εξαφάνισή του.

Σ.Φ.: Είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει προκαλέσει μεγάλη αμνησία για τον επεκτατισμό του ΝΑΤΟ. Αλλά δεν πιστεύω ότι το ΝΑΤΟ ήταν ετοιμοθάνατο πριν από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Η πορεία του στην Ανατολική Ευρώπη και η παρουσία του στην Αφρική καταδεικνύουν το αντίθετο.

Μ.Μ.: Αυτή η αμνησία φαίνεται να έχει επηρεάσει πολλές κυβερνητικές δυνάμεις της Αριστεράς. Ανατρέποντας τις ιστορικές αρχές της, η Αριστερή Συμμαχία στη Φινλανδία ψήφισε πρόσφατα υπέρ της ένταξης στο ΝΑΤΟ. Μια τέτοια υποδεέστερη πολιτική συμπεριφορά έχει τιμωρήσει τα αριστερά κόμματα πολλές φορές στο παρελθόν.

Eτ.Μπ.: Οσο περισσότερο ισχυροποιείται το ΝΑΤΟ ως σύστημα ασφαλείας, τόσο περισσότερο ο ΟΗΕ παρακμάζει. Στο Κόσοβο, τη Λιβύη και, κυρίως το 2013, στο Ιράκ ο στόχος των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ στη συνέχεια ήταν να υποβαθμίσουν τις ικανότητες του ΟΗΕ για μεσολάβηση, ρύθμιση και διεθνή δικαιοσύνη.

Μ.Μ.: Ας τελειώσουμε με το ποια πιστεύετε ότι θα είναι η πορεία του πολέμου και ποια είναι τα πιθανά μελλοντικά σενάρια.

Eτ. Μπ.: Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις λόγοι να είναι κανείς τρομερά απαισιόδοξος. Πρώτον, η κλιμάκωση είναι πιθανή, ειδικά εάν η αντίσταση στην εισβολή καταφέρει να διατηρηθεί. Δεύτερον, εάν ο πόλεμος τελειώσει με «αποτέλεσμα», θα είναι καταστροφικός σε κάθε ενδεχόμενο. Θα είναι καταστροφικό εάν ο Πούτιν επιτύχει τους στόχους του συντρίβοντας τον ουκρανικό λαό ή επίσης εάν αναγκαστεί να υποχωρήσει με μια επιστροφή στην πολιτική τού μπλοκ, όπου ο κόσμος θα παγώσει. Τρίτον, ο πόλεμος και οι συνέπειές του εμποδίζουν την κινητοποίηση του πλανήτη ενάντια στην κλιματική καταστροφή.

Σ.Φ.: Και εγώ είμαι απαισιόδοξη. Οι ΗΠΑ και άλλες χώρες του ΝΑΤΟ δεν έχουν καμία πρόθεση να διαβεβαιώσουν τη Ρωσία ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκτείνει την εμβέλειά του στα σύνορα της Ρωσίας. Ως εκ τούτου ο πόλεμος θα συνεχιστεί με καταστροφικές συνέπειες για την Ουκρανία, τη Ρωσία και όχι μόνο. Δεν μπορώ να φανταστώ μελλοντικά σενάρια, εκτός από την επέκταση της κατάστασης μόνιμου πολέμου που είναι ήδη πραγματικότητα σε τόσα πολλά μέρη του κόσμου.

Μ.Μ.: Και εγώ νιώθω ότι ο πόλεμος δεν θα σταματήσει σύντομα. Μια «ατελής» αλλά άμεση ειρήνη θα ήταν σίγουρα προτιμότερη από την παράταση των εχθροπραξιών, αλλά πάρα πολλές δυνάμεις στο πεδίο εργάζονται για ένα διαφορετικό αποτέλεσμα. Πιστεύω ότι είναι πιο πιθανό να οδεύουμε προς μια αόριστη συνέχιση του πολέμου, με τα ρωσικά στρατεύματα να αντιμετωπίζουν έναν ουκρανικό στρατό που ανεφοδιάζεται και υποστηρίζεται έμμεσα από το ΝΑΤΟ. Η Αριστερά πρέπει να αγωνιστεί σθεναρά για μια διπλωματική λύση και ενάντια στις αυξήσεις των στρατιωτικών δαπανών, το κόστος των οποίων θα πέσει στον κόσμο της εργασίας και θα οδηγήσει σε περαιτέρω οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση.

Categories
Journal Articles

Πόλεμος και Αριστερά

1. Τα οικονομικά αίτια του πολέμου
Ενώ η επιστήμη της πολιτικής έχει διερευνήσει τα ιδεολογικά, πολιτικά, οικονομικά, ακόμη και ψυχολογικά κίνητρα πίσω από την παρόρμηση για πόλεμο, η σοσιαλιστική θεωρία έχει κάνει μια από τις πιο συναρπαστικές συνεισφορές της, αναδεικνύοντας τη σχέση μεταξύ της ανάπτυξης του καπιταλισμού και της εξάπλωσης των πολέμων.
Στις συζητήσεις στο εσωτερικό της Πρώτης Διεθνούς (1864-1872), ο César de Paepe, ένας από τους κύριους ηγέτες της, διατύπωσε αυτό που θα γινόταν η κλασική θέση του εργατικού κινήματος για το ζήτημα: ότι δηλαδή οι πόλεμοι είναι αναπόφευκτοι υπό το καθεστώς της καπιταλιστικής παραγωγής. Στη σύγχρονη κοινωνία, δεν προκαλούνται από τις φιλοδοξίες μοναρχών ή άλλων ατόμων, αλλά από το κυρίαρχο κοινωνικο-οικονομικό μοντέλο. Το σοσιαλιστικό κίνημα έδειξε επίσης ποια τμήματα του πληθυσμού πλήττονται περισσότερο από τις τρομερές συνέπειες του πολέμου. Στο συνέδριο της Διεθνούς που πραγματοποιήθηκε το 1868, οι αντιπρόσωποι υιοθέτησαν μια πρόταση που καλούσε τους εργάτες να επιδιώξουν «την οριστική κατάργηση κάθε πολέμου», καθώς ήταν αυτοί που θα πλήρωναν – οικονομικά ή με το ίδιο τους το αίμα, είτε ανήκαν στους νικητές είτε στους ηττημένους – τις αποφάσεις των κυρίαρχων τάξεων και των κυβερνήσεων που τις εκπροσωπούσαν. Το μάθημα στο επίπεδο του πολιτισμού για το εργατικό κίνημα προέκυψε από την πεποίθηση ότι κάθε πόλεμος πρέπει να θεωρείται «εμφύλιος πόλεμος», μια άγρια σύγκρουση μεταξύ των εργαζομένων που τους στερούσε τα απαραίτητα μέσα για την επιβίωσή τους. Έπρεπε να δράσουν αποφασιστικά ενάντια σε οποιονδήποτε πόλεμο, αντιστεκόμενοι στην επιστράτευση και προχωρώντας σε απεργιακές κινητοποιήσεις. Ο διεθνισμός έγινε έτσι ένα βασικό σημείο της μελλοντικής κοινωνίας, η οποία, με το τέλος του καπιταλισμού και της αντιπαλότητας μεταξύ των αστικών κρατών στην παγκόσμια αγορά, θα είχε εξαλείψει τις κύριες υποκείμενες αιτίες του πολέμου.
Μεταξύ των προδρόμων του σοσιαλισμού, ο Κλοντ Ανρί ντε Σαιν Σιμόν είχε λάβει αποφασιστική θέση τόσο κατά του πολέμου όσο και κατά των κοινωνικών συγκρούσεων, θεωρώντας και τα δύο εμπόδια για τη θεμελιώδη πρόοδο της βιομηχανικής παραγωγής. Ο Καρλ Μαρξ δεν ανέπτυξε σε κανένα από τα γραπτά του τις απόψεις του για τον πόλεμο – που παρέμειναν αποσπασματικές και ενίοτε αντιφατικές –, ούτε διατύπωσε κατευθυντήριες γραμμές για τη σωστή στάση που πρέπει να τηρείται απέναντί του. Όταν επέλεγε ανάμεσα σε αντίπαλα στρατόπεδα, η μόνη του σταθερά ήταν η αντίθεσή του στην τσαρική Ρωσία, την οποία θεωρούσε ως το προκεχωρημένο φυλάκιο της αντεπανάστασης και ένα από τα κύρια εμπόδια για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Στο Κεφάλαιο (1867) υποστήριξε ότι η βία ήταν μια οικονομική δύναμη, «η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί μια νέα». Όμως δεν θεωρούσε τον πόλεμο ως μια κρίσιμη συντόμευση για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και ένας σημαντικός στόχος της πολιτικής του δραστηριότητας ήταν να δεσμεύσει τους εργάτες στην αρχή της διεθνούς αλληλεγγύης. Όπως υποστήριζε και ο Φρίντριχ Ένγκελς, θα έπρεπε να δράσουν αποφασιστικά στις επιμέρους χώρες ενάντια στην άμβλυνση της ταξικής πάλης που απειλούσε να επιφέρει η προπαγανδιστική επινόηση ενός εξωτερικού εχθρού σε κάθε ξέσπασμα πολέμου. Σε διάφορες επιστολές προς τους ηγέτες του εργατικού κινήματος, ο Ένγκελς τόνισε την ιδεολογική δύναμη της παγίδας του πατριωτισμού και την καθυστέρηση στην προλεταριακή επανάσταση που προκύπτει από τα κύματα σοβινισμού. Επιπλέον, στο Anti-Dühring (1878), μετά από μια ανάλυση των επιπτώσεων των ολοένα και πιο θανατηφόρων όπλων, δήλωνε ότι το καθήκον του σοσιαλισμού ήταν «να ανατινάξει τον μιλιταρισμό και όλους τους μόνιμους στρατούς».
Ο πόλεμος ήταν ένα τόσο σημαντικό ζήτημα για τον Ένγκελς που του αφιέρωσε ένα από τα τελευταία του κείμενα. Στο «Μπορεί η Ευρώπη να αφοπλιστεί;» (1893), σημείωσε ότι τα προηγούμενα είκοσι πέντε χρόνια κάθε μεγάλη δύναμη είχε προσπαθήσει να ξεπεράσει τους αντιπάλους της στρατιωτικά και από άποψη πολεμικών προετοιμασιών. Αυτό αφορούσε πρωτοφανή επίπεδα παραγωγής όπλων και έφερνε τη Γηραιά Ήπειρο πιο κοντά σε «έναν πόλεμο καταστροφής που ο κόσμος δεν έχει ξαναδεί». Σύμφωνα με τον συν-συγγραφέα του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος (1848), «το σύστημα των μόνιμων στρατών έχει φτάσει σε τέτοια άκρα σε όλη την Ευρώπη, ώστε αναπόφευκτα, είτε θα επιφέρει οικονομική καταστροφή στους λαούς λόγω του στρατιωτικού βάρους, είτε θα εκφυλιστεί σε έναν γενικό πόλεμο εξόντωσης». Στην ανάλυσή του, ο Ένγκελς δεν ξέχασε να τονίσει ότι οι μόνιμοι στρατοί διατηρούνταν εξίσου τόσο, κυρίως, για εσωτερικούς πολιτικούς, όσο και για εξωτερικούς στρατιωτικούς σκοπούς. Σκοπός τους ήταν «να παρέχουν προστασία όχι τόσο κατά του εξωτερικού εχθρού όσο κατά του εσωτερικού», ενισχύοντας τις δυνάμεις που προορίζονται να καταστέλλουν το προλεταριάτο και τους εργατικούς αγώνες. Καθώς τα λαϊκά στρώματα πλήρωναν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον το κόστος του πολέμου, μέσω των φόρων και της παροχής στρατευμάτων στο κράτος, το εργατικό κίνημα θα έπρεπε να αγωνιστεί για «τη σταδιακή μείωση της διάρκειας της [στρατιωτικής] θητείας με διεθνή συνθήκη» και για τον αφοπλισμό ως τη μόνη αποτελεσματική «εγγύηση της ειρήνης».

2. Δοκιμές και κατάρρευση
Δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι να μετατραπεί μια θεωρητική συζήτηση σε καιρό ειρήνης στο σημαντικότερο πολιτικό ζήτημα της εποχής, όταν το εργατικό κίνημα έπρεπε να αντιμετωπίσει πραγματικές καταστάσεις, στις οποίες οι εκπρόσωποί του αρχικά αντιτάχθηκαν σε κάθε υποστήριξη στον πόλεμο. Στη γαλλοπρωσική σύγκρουση του 1870 (που προηγήθηκε της Παρισινής Κομμούνας), οι σοσιαλδημοκράτες βουλευτές Wilhelm Liebknecht και August Bebel καταδίκασαν τους προσαρτητικούς στόχους της Γερμανίας του Μπίσμαρκ και ψήφισαν κατά των πολεμικών πιστώσεων. Η απόφασή τους να «απορρίψουν το νομοσχέδιο για πρόσθετη χρηματοδότηση για τη συνέχιση του πολέμου» τους κόστισε ποινή φυλάκισης δύο ετών για εσχάτη προδοσία, αλλά συνέβαλε στο να δείξουν στην εργατική τάξη έναν εναλλακτικό τρόπο να αξιοποιήσει την κρίση.
Καθώς οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις συνέχιζαν την ιμπεριαλιστική τους επέκταση, η διαμάχη για τον πόλεμο αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα στις συζητήσεις της Δεύτερης Διεθνούς (1889-1916). Ένα ψήφισμα που υιοθετήθηκε στο ιδρυτικό της συνέδριο είχε κατοχυρώσει την ειρήνη ως «την απαραίτητη προϋπόθεση κάθε χειραφέτησης των εργατών». Η υποτιθέμενη ειρηνευτική πολιτική της αστικής τάξης χλευάστηκε και χαρακτηρίστηκε ως πολιτική «ένοπλης ειρήνης» και, το 1895, ο Jean Jaurès, ο ηγέτης του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (SFIO), εκφώνησε μια ομιλία στο κοινοβούλιο στην οποία συνόψισε περίφημα τις ανησυχίες της Αριστεράς: «Η βίαιη και χαοτική κοινωνία σας εξακολουθεί, ακόμη και όταν επιθυμεί την ειρήνη, ακόμη και όταν βρίσκεται σε κατάσταση φαινομενικής ηρεμίας, να φέρει τον πόλεμο μέσα της, ακριβώς όπως ένα αδρανές σύννεφο φέρει την καταιγίδα».
Καθώς η Weltpolitik – η επιθετική πολιτική της αυτοκρατορικής Γερμανίας για την επέκταση της ισχύος της στη διεθνή σκηνή – άλλαξε το γεωπολιτικό σκηνικό, οι αντιμιλιταριστικές αρχές ρίζωσαν βαθύτερα στο εργατικό κίνημα και επηρέασαν τις συζητήσεις για τις ένοπλες συγκρούσεις. Ο πόλεμος δεν εθεωρείτο πλέον μόνο ως άνοιγμα επαναστατικών ευκαιριών και επιτάχυνση της κατάρρευσης του συστήματος (μια ιδέα στην Αριστερά που ανάγεται στο «καμία επανάσταση χωρίς επανάσταση» του Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου). Θεωρείτο πλέον ως κίνδυνος λόγω των οδυνηρών συνεπειών του για το προλεταριάτο, με τη μορφή της πείνας, της εξαθλίωσης και της ανεργίας. Αποτελούσε έτσι μια σοβαρή απειλή για τις προοδευτικές δυνάμεις και, όπως έγραψε ο Karl Kautsky στο Η κοινωνική επανάσταση (1902), σε περίπτωση πολέμου αυτές θα ήταν «βαριά φορτωμένες με καθήκοντα που δεν τους είναι απαραίτητα» και τα οποία θα έκαναν την τελική νίκη πιο μακρινή αντί να τη φέρουν πιο κοντά.
Το ψήφισμα «Για τον μιλιταρισμό και τις διεθνείς συγκρούσεις», που υιοθετήθηκε από τη Δεύτερη Διεθνή στο συνέδριο της Στουτγάρδης το 1907, ανακεφαλαιώνει όλα τα βασικά σημεία που είχαν γίνει κοινή κληρονομιά του εργατικού κινήματος. Μεταξύ αυτών ήταν: η καταψήφιση των προϋπολογισμών που αύξαναν τις στρατιωτικές δαπάνες, η αντιπάθεια προς τους μόνιμους στρατούς και η προτίμηση σε ένα σύστημα λαϊκών πολιτοφυλακών, καθώς και η υποστήριξη του σχεδίου για τη δημιουργία διαιτητικών δικαστηρίων για την ειρηνική επίλυση των διεθνών συγκρούσεων. Αποκλείστηκε η προσφυγή σε γενικές απεργίες κατά κάθε είδους πολέμων, όπως πρότεινε ο Gustave Hervé, καθώς η πλειοψηφία των παρόντων έκρινε ότι κάτι τέτοιο ήταν πολύ ριζοσπαστικό και πολύ μανιχαϊστικό. Το ψήφισμα έκλεισε με μια τροπολογία που συντάχθηκε από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Βλαντιμίρ Λένιν και τον Γιούλι Μάρτοφ, η οποία ανέφερε ότι «σε περίπτωση που ξεσπάσει πόλεμος […], είναι καθήκον [των σοσιαλιστών] να παρέμβουν υπέρ του γρήγορου τερματισμού του, και με όλες τους τις δυνάμεις να χρησιμοποιήσουν την οικονομική και πολιτική κρίση που δημιουργείται από τον πόλεμο, για να ξεσηκώσουν τις μάζες και έτσι να επιταχύνουν την πτώση της καπιταλιστικής ταξικής κυριαρχίας». Καθώς αυτό το ψήφισμα δεν υποχρέωνε το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD) να προβεί σε αλλαγή πολιτικής γραμμής, οι εκπρόσωποί του ψήφισαν επίσης υπέρ. Το κείμενο, όπως τροποποιήθηκε, ήταν το τελευταίο έγγραφο για τον πόλεμο που εξασφάλισε την ομόφωνη υποστήριξη της Δεύτερης Διεθνούς.
Ο εντονότερος ανταγωνισμός μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών στην παγκόσμια αγορά, σε συνδυασμό με το ξέσπασμα μιας σειράς διεθνών συγκρούσεων, έκανε τη γενική εικόνα ακόμη πιο ανησυχητική. Η δημοσίευση του βιβλίου του Jaurès Ο νέος στρατός (1911) ενθάρρυνε τη συζήτηση για ένα άλλο κεντρικό θέμα της περιόδου: τη διάκριση μεταξύ επιθετικών και αμυντικών πολέμων και τη στάση που έπρεπε να τηρείται απέναντι στους τελευταίους, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου απειλούνταν η ανεξαρτησία μιας χώρας. Για τον Jaurès, η μόνη αποστολή του στρατού θα έπρεπε να είναι η υπεράσπιση του έθνους έναντι οποιασδήποτε εχθρικής επίθεσης ή οποιουδήποτε επιτιθέμενου που δεν αποδέχεται την επίλυση της διαφοράς μέσω διαμεσολάβησης. Όλες οι στρατιωτικές ενέργειες που ενέπιπταν σε αυτή την κατηγορία θα έπρεπε να θεωρούνται νόμιμες. Η διορατική κριτική της Λούξεμπουργκ σε αυτή τη θέση επεσήμανε ότι «ιστορικά φαινόμενα όπως οι σύγχρονοι πόλεμοι δεν μπορούν να μετρηθούν με το κριτήριο της “δικαιοσύνης” ή μέσω ενός χάρτινου σχήματος άμυνας και επίθεσης». Κατά την άποψή της, έπρεπε να ληφθεί υπόψη η δυσκολία να διαπιστωθεί αν ένας πόλεμος ήταν πραγματικά επιθετικός ή αμυντικός, ή αν το κράτος που τον ξεκίνησε είχε αποφασίσει σκόπιμα να επιτεθεί ή είχε αναγκαστεί να το κάνει λόγω των στρατηγημάτων που υιοθέτησε η χώρα που του εναντιώθηκε. Ως εκ τούτου, θεώρησε ότι η διάκριση αυτή θα πρέπει να απορριφθεί και επέκρινε περαιτέρω την ιδέα του Jaurès για το «ένοπλο έθνος», με το σκεπτικό ότι τελικά έτεινε να τροφοδοτεί την αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας.
Όσο περνούσαν τα χρόνια, η Δεύτερη Διεθνής δεσμευόταν όλο και λιγότερο σε μια πολιτική δράσης υπέρ της ειρήνης. Η αντίθεσή της στον επανεξοπλισμό και τις πολεμικές προετοιμασίες ήταν πολύ ισχνή, και μια όλο και πιο μετριοπαθής και λεγκαλιστική πτέρυγα του SPD αντάλλαξε την υποστήριξή της στις στρατιωτικές πιστώσεις – και στη συνέχεια ακόμη και στην αποικιακή επέκταση – με αντάλλαγμα την παραχώρηση περισσότερων πολιτικών ελευθεριών στη Γερμανία. Σημαντικοί ηγέτες και επιφανείς θεωρητικοί, όπως ο Gustav Noske, ο Henry Hyndman και ο Antonio Labriola, ήταν από τους πρώτους που κατέληξαν σε αυτές τις θέσεις. Στη συνέχεια, η πλειοψηφία των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών, των Γάλλων Σοσιαλιστών, των ηγετών του βρετανικού Εργατικού Κόμματος και άλλων Ευρωπαίων μεταρρυθμιστών κατέληξε να υποστηρίξει τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918). Αυτή η πορεία είχε καταστροφικές συνέπειες. Με βάση την άποψη ότι τα «οφέλη της προόδου» δεν πρέπει να μονοπωλούνται από τους καπιταλιστές, το εργατικό κίνημα κατέληξε να συμμερίζεται τους επεκτατικούς στόχους των κυρίαρχων τάξεων και κατακλύστηκε από την εθνικιστική ιδεολογία. Η Δεύτερη Διεθνής αποδείχθηκε εντελώς ανίκανη απέναντι στον πόλεμο, αποτυγχάνοντας σε έναν από τους κύριους στόχους της: τη διατήρηση της ειρήνης.
Ο Λένιν και άλλοι σύνεδροι στη διάσκεψη του Τσίμερβαλντ (1915) – συμπεριλαμβανομένου του Λεβ Τρότσκι, ο οποίος συνέταξε το τελικό μανιφέστο – προέβλεψαν ότι «για δεκαετίες οι πολεμικές δαπάνες θα απορροφούν τις καλύτερες ενέργειες των λαών, υπονομεύοντας τις κοινωνικές βελτιώσεις και εμποδίζοντας κάθε πρόοδο». Στα μάτια τους ο πόλεμος αποκάλυπτε τη «γυμνή μορφή του σύγχρονου καπιταλισμού, ο οποίος έχει γίνει ασυμβίβαστος, όχι μόνο με τα συμφέροντα των εργαζόμενων μαζών […] αλλά ακόμη και με τις πρωταρχικές συνθήκες της ανθρώπινης κοινοτικής ύπαρξης». Η προειδοποίηση εισακούστηκε μόνο από μια μειοψηφία του εργατικού κινήματος, όπως και το κάλεσμα προς όλους τους Ευρωπαίους εργάτες στη διάσκεψη του Κίενταλ (1916): «Οι κυβερνήσεις σας και οι εφημερίδες τους σας λένε ότι ο πόλεμος πρέπει να συνεχιστεί για να σκοτωθεί ο μιλιταρισμός. Σας εξαπατούν! Ο πόλεμος δεν έχει σκοτώσει ποτέ τον πόλεμο. Πράγματι, πυροδοτεί συναισθήματα και επιθυμίες για εκδίκηση. Με αυτόν τον τρόπο, μαρκάροντάς σας για θυσία, σας κλείνουν σε έναν κολασμένο κύκλο». Τέλος, σε ρήξη με την προσέγγιση του Συνεδρίου της Στουτγάρδης, το οποίο είχε ζητήσει διεθνή διαιτητικά δικαστήρια, το τελικό έγγραφο στο Κίενταλ διακήρυξε ότι «οι αυταπάτες του αστικού ειρηνισμού» δεν θα διακόψουν το σπιράλ του πολέμου, αλλά θα βοηθήσουν στη διατήρηση του υπάρχοντος κοινωνικο-οικονομικού συστήματος. Ο μόνος τρόπος να αποτραπούν μελλοντικές πολεμικές συγκρούσεις είναι οι λαϊκές μάζες να κατακτήσουν την πολιτική εξουσία και να ανατρέψουν την καπιταλιστική ιδιοκτησία.
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Βλαντιμίρ Λένιν ήταν οι δύο πιο σθεναροί αντίπαλοι του πολέμου. Η Λούξεμπουργκ διεύρυνε τη θεωρητική κατανόηση της Αριστεράς και έδειξε πως ο μιλιταρισμός αποτελούσε βασικό σπόνδυλο του κράτους. Επιδεικνύοντας μια πεποίθηση και αποτελεσματικότητα που λίγοι άλλοι κομμουνιστές ηγέτες είχαν όμοιές τους, υποστήριξε ότι το σύνθημα «Πόλεμος στον πόλεμο!» έπρεπε να γίνει «ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής της εργατικής τάξης». Όπως έγραψε στην Κρίση της Σοσιαλδημοκρατίας (1916), γνωστή και ως Φυλλάδιο Γιούνιους, η Δεύτερη Διεθνής είχε καταρρεύσει επειδή απέτυχε «να προωθήσει μια κοινή τακτική και δράση του προλεταριάτου σε όλες τις χώρες». Στο εξής, ο «κύριος στόχος» του προλεταριάτου θα έπρεπε επομένως να είναι «η καταπολέμηση του ιμπεριαλισμού και η αποτροπή των πολέμων, τόσο στην ειρήνη όσο και στον πόλεμο».
Η μεγάλη συνεισφορά του Λένιν στο Σοσιαλισμός και πόλεμος (1915) και σε πολλά άλλα κείμενά του κατά τη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν ότι προσδιόρισε δύο θεμελιώδη ζητήματα. Το πρώτο αφορούσε την «ιστορική παραχάραξη» κάθε φορά που η αστική τάξη προσπαθούσε να αποδώσει μια «προοδευτική αίσθηση εθνικής απελευθέρωσης» σε πολέμους που στην πραγματικότητα ήταν πόλεμοι «λεηλασίας», οι οποίοι διεξάγονταν με μοναδικό στόχο να αποφασίσουν ποιοι εμπόλεμοι θα καταπίεζαν αυτή τη φορά τους περισσότερους ξένους λαούς και θα αύξαναν τις ανισότητες του καπιταλισμού. Το δεύτερο ήταν η συγκάλυψη των αντιφάσεων από τους κοινωνικούς μεταρρυθμιστές – ή «σοσιαλ-σοβινιστές», όπως τους αποκαλούσε – οι οποίοι τελικά υιοθετούσαν τις δικαιολογίες υπέρ του πολέμου, παρά το γεγονός ότι τον είχαν ορίσει ως «εγκληματική» δραστηριότητα στα ψηφίσματα που υιοθετούσε η Δεύτερη Διεθνής. Πίσω από τον ισχυρισμό τους ότι «υπερασπίζονται την πατρίδα» κρυβόταν το δικαίωμα που είχαν δώσει στον εαυτό τους ορισμένες μεγάλες δυνάμεις να «λεηλατούν τις αποικίες και να καταπιέζουν τους ξένους λαούς». Ο πόλεμος δεν γινόταν για να διασφαλιστεί «η ύπαρξη των εθνών» αλλά «για να υπερασπιστούν τα προνόμια, την κυριαρχία, τη λεηλασία και τη βία» των διαφόρων «ιμπεριαλιστικών αστικών τάξεων». Οι σοσιαλιστές που είχαν συνθηκολογήσει με τον πατριωτισμό είχαν αντικαταστήσει την ταξική πάλη με τη διεκδίκηση «μπουκιών από τα κέρδη που αποκόμισε η εθνική τους αστική τάξη από τη λεηλασία άλλων χωρών». Κατά συνέπεια, ο Λένιν ήταν υπέρ των «αμυντικών πολέμων» – όχι, δηλαδή, της εθνικής άμυνας των ευρωπαϊκών χωρών αλά Ζωρές, αλλά των «δίκαιων πολέμων» των «καταπιεσμένων και υποταγμένων λαών» που είχαν «λεηλατηθεί και στερηθεί τα δικαιώματά τους» από τις «μεγάλες δουλοκτητικές δυνάμεις». Η πιο διάσημη θέση αυτής της μπροσούρας – ότι οι επαναστάτες θα πρέπει να επιδιώξουν να «μετατρέψουν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε εμφύλιο» – υπονοούσε ότι όσοι πραγματικά ήθελαν μια «διαρκή δημοκρατική ειρήνη» έπρεπε να διεξάγουν «εμφύλιο πόλεμο εναντίον των κυβερνήσεών τους και της αστικής τάξης». Ο Λένιν ήταν πεπεισμένος γι’ αυτό που η ιστορία θα αποδείκνυε αργότερα ότι ήταν ανακριβές: ότι ο ταξικός αγώνας που διεξάγεται με συνέπεια σε καιρό πολέμου θα δημιουργήσει «αναπόφευκτα» ένα επαναστατικό πνεύμα στις μάζες.

3. Γραμμές οριοθέτησης
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δημιούργησε διαιρέσεις όχι μόνο στη Δεύτερη Διεθνή αλλά και στο αναρχικό κίνημα. Σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε λίγο μετά το ξέσπασμα της σύγκρουσης, ο Κροπότκιν έγραψε ότι «το καθήκον κάθε ανθρώπου που έχει την ιδέα της ανθρώπινης προόδου είναι να συντρίψει τη γερμανική εισβολή στη Δυτική Ευρώπη». Αυτή η δήλωση, που θεωρήθηκε από πολλούς ως εγκατάλειψη των αρχών για τις οποίες είχε αγωνιστεί σε όλη του τη ζωή, ήταν μια προσπάθεια να ξεπεράσει το σύνθημα της «γενικής απεργίας κατά του πολέμου» – το οποίο είχε αγνοηθεί από τις εργατικές μάζες – και να αποφύγει τη γενική οπισθοδρόμηση της ευρωπαϊκής πολιτικής που θα προέκυπτε από μια γερμανική νίκη. Κατά την άποψη του Κροπότκιν, αν οι αντιμιλιταριστές παρέμεναν αδρανείς, θα βοηθούσαν έμμεσα τα κατακτητικά σχέδια των εισβολέων, και το εμπόδιο που θα προέκυπτε θα ήταν ακόμη πιο δύσκολο να ξεπεραστεί για όσους αγωνίζονταν για την κοινωνική επανάσταση.
Σε μια απάντησή του στον Κροπότκιν, ο Ιταλός αναρχικός Ενρίκο Μαλατέστα υποστήριξε ότι, αν και δεν ήταν ειρηνιστής και θεωρούσε νόμιμο να πάρει κανείς τα όπλα σε έναν απελευθερωτικό πόλεμο, ο παγκόσμιος πόλεμος δεν ήταν – όπως υποστήριζε η αστική προπαγάνδα – ένας αγώνας «για το γενικό καλό ενάντια στον κοινό εχθρό» της δημοκρατίας, αλλά ένα ακόμη παράδειγμα της υποταγής των εργατικών μαζών από την άρχουσα τάξη. Είχε επίγνωση ότι «μια γερμανική νίκη θα σήμαινε σίγουρα τον θρίαμβο του μιλιταρισμού, αλλά και ότι ένας θρίαμβος των Συμμάχων θα σήμαινε τη ρωσοβρετανική κυριαρχία στην Ευρώπη και την Ασία».
Στο Μανιφέστο των Δεκαέξι (1916), ο Κροπότκιν υποστήριξε την ανάγκη «να αντισταθούμε σε έναν επιτιθέμενο που αντιπροσωπεύει την καταστροφή όλων των ελπίδων μας για απελευθέρωση». Η νίκη της Τριπλής Αντάντ κατά της Γερμανίας θα ήταν το μικρότερο κακό και θα υπονόμευε λιγότερο τις υπάρχουσες ελευθερίες. Από την άλλη πλευρά, ο Μαλατέστα και οι συνυπογράφοντες το αντιπολεμικό μανιφέστο της Αναρχικής Διεθνούς (1915) δήλωσαν «Δεν είναι δυνατή η διάκριση μεταξύ επιθετικών και αμυντικών πολέμων». Επιπλέον, πρόσθεσαν ότι «Κανένας από τους εμπόλεμους δεν έχει δικαίωμα να διεκδικήσει τον πολιτισμό, όπως και κανένας από αυτούς δεν δικαιούται να επικαλείται τη νόμιμη αυτοάμυνα». Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, επέμεναν, ήταν ένα ακόμη επεισόδιο στη σύγκρουση μεταξύ των καπιταλιστών των διαφόρων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, η οποία διεξαγόταν σε βάρος της εργατικής τάξης. Ο Malatesta, η Emma Goldman, ο Ferdinand Nieuwenhuis και η μεγάλη πλειοψηφία του αναρχικού κινήματος ήταν πεπεισμένοι ότι θα ήταν ασυγχώρητο λάθος να υποστηρίξουν τις αστικές κυβερνήσεις. Αντ’ αυτού, χωρίς «αν και αλλά», επέμειναν στο σύνθημα «κανένας άνθρωπος και ούτε μια δεκάρα για τον στρατό», απορρίπτοντας αποφασιστικά ακόμη και κάθε έμμεση υποστήριξη στην επιδίωξη του πολέμου.
Η στάση απέναντι στον πόλεμο προκάλεσε συζητήσεις και στο φεμινιστικό κίνημα. Η ανάγκη να αντικαταστήσουν οι γυναίκες τους στρατευμένους άνδρες σε θέσεις εργασίας που αποτελούσαν επί μακρόν ανδρικό μονοπώλιο – για πολύ χαμηλότερο μισθό, σε συνθήκες υπερεκμετάλλευσης – ενθάρρυνε την εξάπλωση της σοβινιστικής ιδεολογίας σε ένα σημαντικό τμήμα του νεογέννητου κινήματος των σουφραζετών. Ορισμένες από τους ηγέτιδές του έφτασαν στο σημείο να αιτηθούν νόμους που θα επέτρεπαν τη στρατολόγηση γυναικών στις ένοπλες δυνάμεις. Η αποκάλυψη των διπρόσωπων κυβερνήσεων – οι οποίες, επικαλούμενες ότι ο εχθρός βρίσκεται προ των πυλών, χρησιμοποίησαν τον πόλεμο για να ανατρέψουν θεμελιώδεις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις – ήταν ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα των κυριότερων γυναικών κομμουνιστριών ηγετών της εποχής. Η Clara Zetkin, η Alexandra Kollontai, η Sylvia Pankhurst και, φυσικά, η Rosa Luxemburg ήταν από τις πρώτες που εγκαινίασαν με διαύγεια και θάρρος τον δρόμο που θα έδειχνε στις επόμενες γενιές πως ο αγώνας κατά του μιλιταρισμού ήταν απαραίτητος για τον αγώνα κατά της πατριαρχίας. Αργότερα, η απόρριψη του πολέμου έγινε διακριτό μέρος της Διεθνούς Ημέρας της Γυναίκας και η αντίθεση στους πολεμικούς προϋπολογισμούς στο ξέσπασμα κάθε νέας σύγκρουσης είχε εξέχουσα θέση σε πολλές πλατφόρμες του διεθνούς φεμινιστικού κινήματος.

4. Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα και τα λάθος μέσα βλάπτουν τον σκοπό
Ο βαθύς διχασμός μεταξύ επαναστατών και ρεφορμιστών, που διευρύνθηκε σε στρατηγικό χάσμα μετά τη γέννηση της Σοβιετικής Ένωσης και την ανάπτυξη του ιδεολογικού δογματισμού στις δεκαετίες του 1920 και 1930, απέκλεισε οποιαδήποτε συμμαχία κατά του μιλιταρισμού μεταξύ της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1919-1943) και των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Έχοντας υποστηρίξει τον πόλεμο, τα κόμματα που αποτελούσαν την Εργατική και Σοσιαλιστική Διεθνή (1923-1940) είχαν χάσει κάθε αξιοπιστία στα μάτια των κομμουνιστών. Η λενινιστική ιδέα της «μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο» εξακολουθούσε να ισχύει στη Μόσχα, όπου κορυφαίοι πολιτικοί και θεωρητικοί θεωρούσαν ότι ένα «νέο 1914» ήταν αναπόφευκτο. Και στις δύο πλευρές, λοιπόν, η συζήτηση ήταν περισσότερο για το τι θα γινόταν αν ξεσπούσε ένας νέος πόλεμος παρά για το πώς θα αποτρεπόταν η έναρξη ενός τέτοιου πολέμου. Τα συνθήματα και οι διακηρύξεις αρχών διέφεραν σημαντικά από αυτό που αναμενόταν να συμβεί και από αυτό που στη συνέχεια μετατράπηκε σε πολιτική δράση. Μεταξύ των επικριτικών φωνών στο κομμουνιστικό στρατόπεδο ήταν εκείνες του Νικολάι Μπουχάριν – υπέρμαχου του συνθήματος «αγώνας για την ειρήνη», ο οποίος ανήκε στους Ρώσους ηγέτες που ήταν περισσότερο πεπεισμένοι ότι ο αγώνας αυτός ήταν «ένα από τα βασικά ζητήματα του σύγχρονου κόσμου» – και του Γκεόργκι Ντιμιτρόφ, ο οποίος υποστήριζε ότι δεν ήταν όλες οι μεγάλες δυνάμεις εξίσου υπεύθυνες για την απειλή του πολέμου και ο οποίος τάχθηκε υπέρ μιας προσέγγισης με τα ρεφορμιστικά κόμματα για τη δημιουργία ενός ευρέος λαϊκού μετώπου εναντίον του πολέμου. Και οι δύο αυτές απόψεις έρχονταν σε αντίθεση με τη ρητορεία της σοβιετικής ορθοδοξίας, η οποία, μακριά από την επικαιροποίηση της θεωρητικής ανάλυσης, επαναλάμβανε ότι ο κίνδυνος πολέμου ήταν ενσωματωμένος εξίσου, και χωρίς διακρίσεις, σε όλες τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Οι απόψεις του Μάο Τσετούνγκ επί του θέματος ήταν εντελώς διαφορετικές. Επικεφαλής του απελευθερωτικού κινήματος κατά της ιαπωνικής εισβολής, έγραψε στο Περί παρατεταμένου πολέμου (1938) ότι οι «δίκαιοι πόλεμοι» – στους οποίους οι κομμουνιστές θα έπρεπε να συμμετέχουν ενεργά – είναι «προικισμένοι με τεράστια δύναμη, η οποία μπορεί να μεταμορφώσει πολλά πράγματα ή να ανοίξει τον δρόμο για τη μεταμόρφωσή τους». Η προτεινόμενη από τον Μάο στρατηγική, επομένως, ήταν «να αντιπαραταχθεί στον άδικο πόλεμο ο δίκαιος πόλεμος», και επιπλέον να «συνεχιστεί ο πόλεμος μέχρις ότου [επιτευχθεί] ο πολιτικός του στόχος». Τα επιχειρήματα για την «παντοδυναμία του επαναστατικού πολέμου» επανέρχονται στα Προβλήματα πολέμου και στρατηγικής (1938), όπου ο Μάο υποστηρίζει ότι «μόνο με τα όπλα μπορεί να μετασχηματιστεί ολόκληρος ο κόσμος» και ότι «η κατάληψη της εξουσίας με ένοπλη δύναμη, η διευθέτηση του ζητήματος με πόλεμο, είναι το κεντρικό καθήκον και η υψηλότερη μορφή της επανάστασης».
Στην Ευρώπη, η κλιμάκωση της βίας του ναζιστικού-φασιστικού μετώπου, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, και το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1939-1945) δημιούργησαν μια ακόμα πιο ειδεχθή εξέλιξη από τον πόλεμο του 1914-18. Αφού τα στρατεύματα του Χίτλερ επιτέθηκαν στη Σοβιετική Ένωση το 1941, ο Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος που έληξε με την ήττα του ναζισμού έγινε τόσο κεντρικό στοιχείο της ρωσικής εθνικής ενότητας, που επέζησε από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και διήρκεσε μέχρι τις μέρες μας.
Με τη μεταπολεμική διαίρεση του κόσμου σε δύο μπλοκ, ο Ιωσήφ Στάλιν δίδαξε ότι το κύριο καθήκον του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος ήταν να διαφυλάξει τη Σοβιετική Ένωση. Η δημιουργία μιας αποτρεπτικής ζώνης οκτώ χωρών στην Ανατολική Ευρώπη (επτά μετά την αποχώρηση της Γιουγκοσλαβίας) ήταν κεντρικός πυλώνας αυτής της πολιτικής. Την ίδια περίοδο, το Δόγμα Τρούμαν σηματοδότησε την έλευση ενός νέου τύπου πολέμου: του Ψυχρού Πολέμου. Με την υποστήριξή τους στις αντικομμουνιστικές δυνάμεις στην Ελλάδα, με το Σχέδιο Μάρσαλ (1948) και τη δημιουργία του ΝΑΤΟ (1949), οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής συνέβαλαν στο να αποφευχθεί η προέλαση των προοδευτικών δυνάμεων στη Δυτική Ευρώπη. Η Σοβιετική Ένωση απάντησε με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας (1955). Αυτή η διαμόρφωση οδήγησε σε μια τεράστια κούρσα εξοπλισμών, η οποία, παρά τη νωπή ανάμνηση της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, περιλάμβανε επίσης τη διάδοση των δοκιμών πυρηνικών βομβών.
Από το 1961, υπό την ηγεσία του Νικήτα Χρουστσόφ, η Σοβιετική Ένωση ξεκίνησε μια νέα πολιτική πορεία που έμεινε γνωστή ως «ειρηνική συνύπαρξη». Η στροφή αυτή, με έμφαση στη μη ανάμειξη και στον σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας, καθώς και στην οικονομική συνεργασία με τις καπιταλιστικές χώρες, υποτίθεται ότι θα απέτρεπε τον κίνδυνο ενός τρίτου παγκόσμιου πολέμου (τον οποίο η κρίση των πυραύλων της Κούβας έδειξε ως πιθανότητα το 1962) και θα στήριζε το επιχείρημα ότι ο πόλεμος δεν ήταν αναπόφευκτος. Ωστόσο, αυτή η προσπάθεια εποικοδομητικής συνεργασίας απευθυνόταν μόνο στις ΗΠΑ και όχι στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Το 1956, η Σοβιετική Ένωση είχε ήδη συντρίψει μια εξέγερση στην Ουγγαρία και τα κομμουνιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης δεν καταδίκασαν αλλά δικαιολόγησαν τη στρατιωτική επέμβαση στο όνομα της προστασίας του σοσιαλιστικού μπλοκ. Ο Palmiro Togliatti, για παράδειγμα, ο γραμματέας του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, δήλωσε: «Στεκόμαστε στο πλευρό της δικής μας πλευράς ακόμη και όταν αυτή κάνει λάθος». Οι περισσότεροι από αυτούς που συμμερίζονταν αυτή τη θέση το μετάνιωσαν πικρά τα επόμενα χρόνια, όταν κατάλαβαν τις καταστροφικές συνέπειες της σοβιετικής επιχείρησης.
Παρόμοια γεγονότα έλαβαν χώρα στο απόγειο της ειρηνικής συνύπαρξης, το 1968 στην Τσεχοσλοβακία. Αντιμέτωπο με τα αιτήματα για εκδημοκρατισμό και οικονομική αποκέντρωση κατά τη διάρκεια της Άνοιξης της Πράγας, το Πολιτικό Γραφείο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης αποφάσισε ομόφωνα να στείλει μισό εκατομμύριο στρατιώτες και χιλιάδες τανκς. Στο συνέδριο του Πολωνικού Ενιαίου Εργατικού Κόμματος το 1968, ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ εξήγησε την ενέργεια αυτή αναφερόμενος σε αυτό που ονόμασε «περιορισμένη κυριαρχία» των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας: «Όταν δυνάμεις που είναι εχθρικές προς τον σοσιαλισμό προσπαθούν να στρέψουν την ανάπτυξη κάποιας σοσιαλιστικής χώρας προς τον καπιταλισμό, αυτό γίνεται όχι μόνο πρόβλημα της συγκεκριμένης χώρας, αλλά κοινό πρόβλημα και ανησυχία όλων των σοσιαλιστικών χωρών». Σύμφωνα με αυτή την αντιδημοκρατική λογική, ο ορισμός του τι ήταν και τι δεν ήταν «σοσιαλισμός» έπεφτε φυσικά στην αυθαίρετη απόφαση των σοβιετικών ηγετών. Αλλά αυτή τη φορά οι επικριτές από την πλευρά της Αριστεράς τοποθετήθηκαν άμεσα και μάλιστα αντιπροσώπευαν την πλειοψηφία. Παρόλο που η αποδοκιμασία της σοβιετικής δράσης εκφράστηκε όχι μόνο από κινήματα της Νέας Αριστεράς αλλά και από την πλειοψηφία των κομμουνιστικών κομμάτων, συμπεριλαμβανομένων του Κινεζικού, οι Ρώσοι δεν υποχώρησαν αλλά προχώρησαν σε μια διαδικασία που ονόμασαν «ομαλοποίηση». Η Σοβιετική Ένωση συνέχισε να δεσμεύει ένα σημαντικό μέρος των οικονομικών της πόρων για στρατιωτικές δαπάνες και αυτό συνέβαλε στην ενίσχυση μιας αυταρχικής κουλτούρας στην κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο, έχασε για πάντα την εύνοια του κινήματος ειρήνης, το οποίο είχε γίνει ακόμη μεγαλύτερο μέσω των εκπληκτικών κινητοποιήσεων κατά του πολέμου στο Βιετνάμ.
Ένας από τους σημαντικότερους πολέμους της επόμενης δεκαετίας ξεκίνησε με τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν. Το 1979, ο Κόκκινος Στρατός έγινε και πάλι ένα σημαντικό εργαλείο της εξωτερικής πολιτικής της Μόσχας, η οποία συνέχισε να διεκδικεί το δικαίωμα να επεμβαίνει σε αυτό που περιέγραφε ως τη δική της «ζώνη ασφαλείας». Η λανθασμένη απόφαση μετατράπηκε σε μια εξαντλητική περιπέτεια που διήρκεσε πάνω από δέκα χρόνια, προκαλώντας τεράστιο αριθμό νεκρών και δημιουργώντας εκατομμύρια πρόσφυγες. Σε αυτή την περίπτωση το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ήταν πολύ λιγότερο επιφυλακτικό απ’ ό,τι ήταν σε σχέση με τις σοβιετικές εισβολές στην Ουγγαρία και την Τσεχοσλοβακία. Ωστόσο, αυτός ο νέος πόλεμος αποκάλυψε ακόμη πιο καθαρά στη διεθνή κοινή γνώμη το χάσμα ανάμεσα στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» και σε μια πολιτική εναλλακτική λύση που θα βασιζόταν στην ειρήνη και την αντίθεση στον μιλιταρισμό.
Στο σύνολό τους, αυτές οι στρατιωτικές επεμβάσεις όχι μόνο λειτούργησαν ενάντια σε μια γενική μείωση των εξοπλισμών, αλλά χρησίμευσαν για την απαξίωση και την σε παγκόσμιο επίπεδο αποδυνάμωση του σοσιαλισμού. Η Σοβιετική Ένωση εθεωρείτο όλο και περισσότερο ως μια αυτοκρατορική δύναμη που ενεργούσε με τρόπους που δεν διέφεραν από εκείνους των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες, από την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, είχαν, λίγο πολύ κρυφά, υποστηρίξει πραξικοπήματα και είχαν βοηθήσει στην ανατροπή δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων σε περισσότερες από είκοσι χώρες σε όλο τον κόσμο. Τέλος, οι «σοσιαλιστικοί πόλεμοι» το 1977-1979 μεταξύ Καμπότζης και Βιετνάμ και Κίνας και Βιετνάμ, με φόντο τη σινοσοβιετική σύγκρουση, διέλυσε την όποια επιρροή είχε η «μαρξιστική-λενινιστική» ιδεολογία (που είχε ήδη απομακρυνθεί από τις αρχικές βάσεις που είχαν θέσει ο Μαρξ και ο Ένγκελς), που απέδιδε τον πόλεμο αποκλειστικά στις οικονομικές ανισορροπίες του καπιταλισμού.

5. Το να είσαι αριστερός σημαίνει να είσαι κατά του πολέμου
Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου δεν μείωσε τις επεμβάσεις στις υποθέσεις άλλων χωρών, ούτε αύξησε την ελευθερία κάθε λαού να επιλέγει το πολιτικό καθεστώς υπό το οποίο ζει. Οι πολυάριθμοι πόλεμοι – ακόμη και χωρίς εντολή του ΟΗΕ που ορίζονται, παράλογα, ως «ανθρωπιστικοί» – που διεξήγαγαν οι ΗΠΑ τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, στους οποίους θα πρέπει να προστεθούν νέες μορφές συγκρούσεων, παράνομες κυρώσεις και πολιτικές, οικονομικές και μιντιακές εξαρτήσεις, αποδεικνύουν ότι η διπολική διαίρεση του κόσμου μεταξύ δύο υπερδυνάμεων δεν έδωσε τη θέση της στην εποχή της ελευθερίας και της προόδου που υποσχόταν το νεοφιλελεύθερο μάντρα της «Νέας Τάξης Πραγμάτων». Σε αυτό το πλαίσιο, πολλές πολιτικές δυνάμεις που κάποτε διεκδικούσαν τις αξίες της Αριστεράς έχουν πάρει μέρος σε μια σειρά από πολέμους. Από το Κοσσυφοπέδιο μέχρι το Ιράκ και το Αφγανιστάν – για να αναφέρουμε μόνο τους κυριότερους πολέμους που διεξήγαγε το ΝΑΤΟ μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου – οι δυνάμεις αυτές έδιναν κάθε φορά την υποστήριξή τους στην ένοπλη επέμβαση και γίνονταν όλο και λιγότερο διακριτές από τη Δεξιά.
Ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος έφερε και πάλι την Αριστερά αντιμέτωπη με το δίλημμα του πώς να αντιδράσει όταν η κυριαρχία μιας χώρας δέχεται επίθεση. Η αποτυχία να καταδικάσει την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία αποτελεί πολιτικό λάθος της κυβέρνησης της Βενεζουέλας και κάνει τις καταγγελίες πιθανών μελλοντικών επιθετικών πράξεων που θα διαπράξουν οι Ηνωμένες Πολιτείες να φαίνονται λιγότερο αξιόπιστες. Είναι αλήθεια ότι, όπως έγραψε ο Μαρξ στον Ferdinand Lassalle το 1860, «στην εξωτερική πολιτική, υπάρχει λίγο κέρδος από τη χρήση τέτοιων λέξεων όπως “αντιδραστικός” και “επαναστατικός”» – ότι αυτό που είναι «υποκειμενικά αντιδραστικό [μπορεί να αποδειχθεί] αντικειμενικά επαναστατικό στην εξωτερική πολιτική». Αλλά οι αριστερές δυνάμεις θα έπρεπε να έχουν μάθει από τον εικοστό αιώνα ότι οι συμμαχίες «με τον εχθρό του εχθρού μου» συχνά οδηγούν σε μη εποικοδομητικές συμφωνίες, ειδικά όταν, όπως στην εποχή μας, το προοδευτικό μέτωπο είναι πολιτικά αδύναμο και θεωρητικά συγκεχυμένο και δεν έχει την υποστήριξη μαζικών κινητοποιήσεων.
Υπενθυμίζοντας τα λόγια του Λένιν στο Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση: «Το γεγονός ότι ο αγώνας για την εθνική απελευθέρωση ενάντια σε μια ιμπεριαλιστική δύναμη μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να χρησιμοποιηθεί από μια άλλη “Μεγάλη” Δύναμη για τα εξίσου ιμπεριαλιστικά της συμφέροντα δεν θα πρέπει να έχει πλέον καμία βαρύτητα για να παρακινήσει τη Σοσιαλδημοκρατία να απαρνηθεί την αναγνώρισή της του δικαιώματος των εθνών στην αυτοδιάθεση». Πέρα από τα γεωπολιτικά συμφέροντα και τις ίντριγκες που συνήθως επίσης παίζονται, οι δυνάμεις της Αριστεράς έχουν ιστορικά υποστηρίξει την αρχή της εθνικής αυτοδιάθεσης και υπερασπίστηκαν το δικαίωμα των επιμέρους κρατών να καθορίζουν τα σύνορά τους με βάση τη ρητή βούληση του πληθυσμού. Η Αριστερά έχει πολεμήσει κατά των πολέμων και των «προσαρτήσεων» επειδή γνωρίζει ότι αυτές οδηγούν σε δραματικές συγκρούσεις ανάμεσα στους εργαζόμενους του κυρίαρχου έθνους και εκείνους του καταπιεσμένου έθνους, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για να ενωθούν οι τελευταίοι με την ίδια τους την αστική τάξη θεωρώντας τους πρώτους εχθρούς τους. Στα «Αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση» (1916), ο Λένιν έγραφε: «Αν η σοσιαλιστική επανάσταση ήταν νικηφόρα στην Πετρούπολη, το Βερολίνο και τη Βαρσοβία, η πολωνική σοσιαλιστική κυβέρνηση, όπως η ρωσική και η γερμανική σοσιαλιστική κυβέρνηση, θα απαρνιόταν τη “βίαιη κατακράτηση”, ας πούμε, των Ουκρανών εντός των συνόρων του πολωνικού κράτους». Γιατί λοιπόν να προτείνουμε ότι κάτι διαφορετικό θα έπρεπε να παραχωρηθεί στην εθνικιστική κυβέρνηση υπό την ηγεσία του Βλαντιμίρ Πούτιν;
Από την άλλη πλευρά, πάρα πολλοί από την Αριστερά έχουν υποκύψει στον πειρασμό να γίνουν – άμεσα ή έμμεσα – συνεμπόλεμοι [με τη Δύση, ΣτΜ], τροφοδοτώντας μια νέα union sacrée (έκφραση που επινοήθηκε το 1914, ακριβώς για να χαιρετίσει την αποκήρυξη των δυνάμεων της γαλλικής Αριστεράς που, στο ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αποφάσισαν να υποστηρίξουν τις πολεμικές επιλογές της κυβέρνησης). Μια τέτοια θέση σήμερα χρησιμεύει όλο και περισσότερο στο να θολώνει τη διάκριση μεταξύ ατλαντισμού και ειρηνισμού. Η ιστορία δείχνει ότι, όταν δεν αντιτίθενται στον πόλεμο, οι προοδευτικές δυνάμεις χάνουν ένα ουσιαστικό μέρος του λόγου ύπαρξής τους και καταλήγουν να καταπίνουν την ιδεολογία του αντίπαλου στρατοπέδου. Αυτό συμβαίνει κάθε φορά που τα κόμματα της Αριστεράς αναγορεύουν την παρουσία τους στην κυβέρνηση ως τον θεμελιώδη τρόπο αποτίμησης της πολιτικής τους δράσης – όπως έκαναν οι Ιταλοί κομμουνιστές υποστηρίζοντας τις επεμβάσεις του ΝΑΤΟ στο Κοσσυφοπέδιο και το Αφγανιστάν, ή η σημερινή πλειοψηφία της Unidas Podemos, η οποία ενώνει τη φωνή της με την ομόφωνη χορωδία ολόκληρου του ισπανικού κοινοβουλευτικού τόξου, υπέρ της αποστολής όπλων στον ουκρανικό στρατό. Τέτοιες ευτελείς συμπεριφορές έχουν τιμωρηθεί πολλές φορές στο παρελθόν, μεταξύ άλλων και στις κάλπες, δοθείσης της ευκαιρίας.

6. Ο Βοναπάρτης δεν αποτελεί δημοκρατία
Την περίοδο 1853-1856, ο Μαρξ έγραψε μια λαμπρή σειρά άρθρων για την εφημερίδα New-York Daily Tribune που περιέχουν πολλούς ενδιαφέροντες και χρήσιμους παραλληλισμούς με τη σημερινή εποχή. Το 1853, μιλώντας για τον μεγάλο Μοσχοβίτη μονάρχη του 15ου αιώνα – εκείνον που θεωρείται ότι ενοποίησε τη Ρωσία και έθεσε τις βάσεις για την απολυταρχία της – ο Μαρξ υποστήριξε: «Αρκεί να αντικαταστήσει κανείς μια σειρά από ονόματα και ημερομηνίες με άλλες και γίνεται σαφές ότι οι πολιτικές του Ιβάν Γ΄[…], και εκείνες της σημερινής Ρωσίας, δεν είναι απλώς παρόμοιες αλλά πανομοιότυπες». Τον επόμενο χρόνο, ωστόσο, σε αντίθεση με τους φιλελεύθερους δημοκράτες που εξύψωναν τον αντιρωσικό συνασπισμό, έγραψε: «Είναι λάθος να περιγράφουμε τον πόλεμο κατά της Ρωσίας ως πόλεμο μεταξύ ελευθερίας και δεσποτισμού. Πέρα από το γεγονός ότι, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η ελευθερία θα αντιπροσωπευόταν για πάντα από έναν Βοναπάρτη, ολόκληρος ο δεδηλωμένος στόχος του πολέμου είναι η διατήρηση […] των συνθηκών της Βιέννης – αυτών ακριβώς των συνθηκών που ακυρώνουν την ελευθερία και την ανεξαρτησία των εθνών». Αν αντικαταστήσουμε τον Βοναπάρτη με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και τις συνθήκες της Βιέννης με το ΝΑΤΟ, οι παρατηρήσεις αυτές μοιάζουν σαν να γράφτηκαν για το σήμερα.
Ο τρόπος σκέψης όσων αντιτίθενται τόσο στον ρωσικό όσο και στον ουκρανικό εθνικισμό, καθώς και στην επέκταση του ΝΑΤΟ, δεν αποτελεί απόδειξη πολιτικής αναποφασιστικότητας ή θεωρητικής ασάφειας. Τις τελευταίες εβδομάδες, αρκετοί ειδικοί σκιαγράφησαν τις ρίζες της σύγκρουσης (οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μειώνουν τη βαρβαρότητα της ρωσικής εισβολής), καθώς και τη θέση εκείνων που προτείνουν μια πολιτική ουδετερότητας ως τον πιο αποτελεσματικό τρόπο για να τερματιστεί ο πόλεμος το συντομότερο δυνατό και να εξασφαλιστεί ο μικρότερος αριθμός θυμάτων. Δεν είναι ζήτημα να συμπεριφερθούμε σαν τις «όμορφες ψυχές» τις βουτηγμένες στον αφηρημένο ιδεαλισμό, τις οποίες ο Χέγκελ θεωρούσε ανίκανες να αντιμετωπίσουν την πραγματική πραγματικότητα των γήινων αντιφάσεων. Αντιθέτως: το ζητούμενο είναι να κάνουμε πραγματικότητα το μόνο αληθινό αντίδοτο στην απεριόριστη επέκταση του πολέμου. Δεν έχουν τέλος οι φωνές που ζητούν περαιτέρω επιστράτευση, ούτε εκείνοι που, όπως ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας, θεωρούν ότι είναι καθήκον της Ευρώπης να προμηθεύει τους Ουκρανούς με «τα απαραίτητα όπλα για τον πόλεμο». Αλλά σε αντίθεση με αυτές τις θέσεις, είναι απαραίτητο να συνεχιστεί αδιάκοπα η διπλωματική δραστηριότητα που βασίζεται σε δύο σταθερά σημεία: την αποκλιμάκωση και την ουδετερότητα της ανεξάρτητης Ουκρανίας.
Παρά την αυξημένη υποστήριξη προς το ΝΑΤΟ μετά τις ρωσικές κινήσεις, είναι απαραίτητο να εργαστούμε σκληρότερα για να διασφαλίσουμε ότι η κοινή γνώμη δεν θα θεωρήσει τη μεγαλύτερη και πιο επιθετική πολεμική μηχανή στον κόσμο – το ΝΑΤΟ – ως τη λύση στα προβλήματα της παγκόσμιας ασφάλειας. Πρέπει να αποδειχθεί ότι πρόκειται για έναν επικίνδυνο και αναποτελεσματικό οργανισμό, ο οποίος, στην προσπάθειά του για επέκταση και μονοπολική κυριαρχία, χρησιμεύει για να τροφοδοτεί τις εντάσεις που οδηγούν σε πολέμους στον κόσμο.
Στο Σοσιαλισμός και πόλεμος, ο Λένιν υποστήριξε ότι οι μαρξιστές διαφέρουν από τους ειρηνιστές και τους αναρχικούς στο ότι «θεωρούν ιστορικά απαραίτητο (από τη σκοπιά του διαλεκτικού υλισμού του Μαρξ) να μελετήσουν κάθε πόλεμο ξεχωριστά». Συνεχίζοντας, υποστήριξε ότι: «Στην ιστορία υπήρξαν πολυάριθμοι πόλεμοι οι οποίοι, παρ’ όλη τη φρίκη, τη θηριωδία, τη δυστυχία και τον πόνο που αναπόφευκτα συνοδεύουν όλους τους πολέμους, ήταν προοδευτικοί, δηλαδή ωφέλησαν την ανάπτυξη της ανθρωπότητας». Αν αυτό ίσχυε στο παρελθόν, θα ήταν κοντόφθαλμο να το επαναλάβουμε απλώς στις σύγχρονες κοινωνίες όπου τα όπλα μαζικής καταστροφής εξαπλώνονται συνεχώς. Σπάνια οι πόλεμοι – που δεν πρέπει να συγχέονται με τις επαναστάσεις – είχαν το εκδημοκρατιστικό αποτέλεσμα που ήλπιζαν οι θεωρητικοί του σοσιαλισμού. Πράγματι, έχουν συχνά αποδειχθεί ο χειρότερος τρόπος διεξαγωγής μιας επανάστασης, τόσο λόγω του κόστους σε ανθρώπινες ζωές όσο και λόγω της καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων που συνεπάγονται. Είναι ένα μάθημα που δεν πρέπει να ξεχάσει ούτε και η μετριοπαθής Αριστερά.
Για την Αριστερά, ο πόλεμος δεν μπορεί να είναι «η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα», για να παραθέσω τη διάσημη ρήση του Κλαούζεβιτς. Στην πραγματικότητα, απλώς πιστοποιεί την αποτυχία της πολιτικής. Αν η Αριστερά επιθυμεί να επιστρέψει ηγεμονική και να δείξει ότι είναι ικανή να χρησιμοποιήσει την ιστορία της για τα καθήκοντα του σήμερα, πρέπει να γράψει ανεξίτηλα στα πανό της τις λέξεις «αντιμιλιταρισμός» και «Όχι στον πόλεμο!».

 

μετάφραση Μαριτίνα Λάβδα

 

Υποσημειώσεις
1. Σύγκρινε De Paepe, 2014-a, 2014-b.
2. Βλ. Freymond (ed.), 1962: 402, και Marx 2014: 92: «οι κοινωνικοί μας θεσμοί καθώς και ο συγκεντρωτισμός της πολιτικής εξουσίας αποτελούν μόνιμη αιτία πολέμου, η οποία μπορεί να εξαλειφθεί μόνο με μια εκ βάθρων κοινωνική μεταρρύθμιση». Ένα προηγούμενο κείμενο που παρουσιάστηκε από τη Διεθνή Ένωση Εργαζομένων στο Συνέδριο Ειρήνης στη Γενεύη, το οποίο πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1867, ανέφερε ότι «για να δοθεί ένα τέλος στον πόλεμο, δεν αρκεί να καταργηθούν οι στρατοί, αλλά είναι επιπλέον απαραίτητο να αλλάξει η κοινωνική οργάνωση προς την κατεύθυνση μιας ολοένα και πιο δίκαιης κατανομής της παραγωγής», ό.π.: 234.
3. Freymond (ed.), 1962: 403. Σύγκρινε Musto, 2014: 49.
4. Marx, 1996: 739.
5. Engels, 1987: 158.
6. Engels, 1990: 372.
7. Όπ.π.: 371.
8. Σε Pelz (ed.), 2016: 50.
9. Σε Dominick, 1982: 343.
10. Jaurès, 1982: 32.
11. Kautsky, 1903: 77.
12. Lenin, 1972: 80.
13. Luxemburg, 1911.
14. Trotsky, 1914.
15. Lenin, 1977: 371.
16. Luxemburg, 1915.
17. Lenin, 1971: 299-300.
18. Όπ.π.: 306.
19. Όπ.π.: 307.
20. Όπ.π.: 314.
21. Όπ.π.: 315. Την περίοδο του γαλλο-πρωσικού πολέμου του 1870, ο Μιχαήλ Μπακούνιν είχε επίσης καλέσει τους εργάτες να μετατρέψουν τον πατριωτικό πόλεμο σε επαναστατικό πόλεμο. Βλ. Musto, 2014: 49.
22. Όπ.π.: 316.
23. Kropotkin, 1914: 76–77.
24. Malatesta, 1993: 230.
25. Kropotkin et al., 1916.
26. Malatesta et al, 1998: 388.
27. Mao Tse-Tung, 1966: 15.
28. Όπ.π.: 26-27.
29. Όπ.π.: 53.
30. Mao Tse-Tung, 1965: 219.
31. Όπ.π.: 225.
32. Παρατίθεται σε Vittoria, 2015: 219.
33. Marx, 2010: 154. Σύγκρινε Musto, 2018: 132.
34. Lenin, 1964-b: 148.
35. Lenin, 1964-a: 329-330.
36. Marx, 1986: 86.
37. Marx, 1980: 228.
38. Borrell, 2022.
39. Lenin, 1971: 299.

Βιβλιογραφία
Borrell, Josep (2022), “It is a matter of life and death. So the EU will provide weapons for Ukraine’s armed forces”, The Guardian, 27 February, https://www.theguardian.com/commentisfree/2022/feb/27/eu-will-provide-weapons-for-ukraine-josep-borrell.
De Paepe, César (2014-a), “Strike Against War”, in Marcello Musto (ed.), Workers Unite! The International 150 Years Later, New York: Bloomsbury: 229.
De Paepe, César (2014-b), “On the True causes of War”, in Marcello Musto (ed.), Workers Unite! The International 150 Years Later, New York: Bloomsbury: 230-31.
Dominick, Raymond H. (1982), Wilhelm Liebknecht and the founding of the German Social Democratic Party, Chapel Hill: University of North Carolina Press.
Engels, Friedrich (1987), Anti-Dühring, MECW, vol. 25: 5-311.
Engels, Friedrich (1990), “Can Europe Disarm?”, MECW, vol. 27: 367-393.
Freymond, Jacques (ed.) (1962), La première Internationale, Geneva: Droz, vol. I.
Jaurès, Jean (1982), L’Armée nouvelle, Paris: Imprimerie nationale.
Kautsky, Karl (1903), The Social Revolution, Chicago: Charles Kerr & Co.
Kropotkin, Peter (1914), “A Letter on the Present War”, Freedom, October: 76–77.
Kropotkin, Peter et al. (1916), The Manifesto of the Sixteen, https://www.marxists.org/reference/archive/kropotkin-peter/1916/sixteen.htm
Lenin, Vladimir I. (1964-a), Results of the Discussion on Self-Determination, in Lenin, Collected Works, Moscow: Progress Publishers, vol. 22: 320-360.
Lenin, Vladimir I. (1964-b), The Socialist Revolution and the Right of Nations to Self-Determination, in Lenin, Collected Works, Moscow: Progress Publishers, vol. 22: 143-156.
Lenin, Vladimir I. (1971), Socialism and War, in Lenin, Collected Works, Moscow: Progress Publishers, vol. 21: 295-338.
Lenin, Vladimir I. (1972), “International Socialist Congress at Stuttgart”, in Lenin, Collected Works, Moscow: Progress Publishers, vol. 13: 75-81.
Lenin, Vladimir I. (1977), “The Second International Socialist Conference at Kienthal”, in Vladimir I. Lenin, Collected Works, Moscow: Progress Publishers, vol. 41: 369-380.
Luxemburg, Rosa (1911), “L’Armée nouvelle de Jean Jaurès”, https://www.marxists.org/francais/luxembur/works/1911/06/armee.htm
Luxemburg, Rosa (1915), The Junius Pamphlet: The Crisis of German Social Democracy, chapter 7, https://www.marxists.org/archive/luxemburg/1915/junius/
Malatesta, Errico (1993), “Anarchists have forgotten their principles, 1914” in Vernon Richards (ed.), Malatesta: Life & Ideas, London: Freedom Press: 227-231.
Malatesta, Errico et al (1998), “Anti-War Manifesto”, δημοσιεύεται ως “Malatesta, the Anarchist International and War”, in Daniel Guérin (ed.), No Gods, No Masters: An Anthology of Anarchism, Oakland: Ak Press: 387–389.
Mao Tse-Tung (1965), “Problems of War and Strategy”, in Selected Works of Mao-Tse-Tung, Peking: Foreign Languages Press, vol. 2: 219-235.
Mao Tse-Tung (1966), On Protracted War, Peking: Foreign Languages Press.
Marx Karl (1996), Capital, Volume I, MECW, vol. 35.
Marx, Karl (1980), “Reorganization of the British War Administration”, in MECW, vol. 13: 227-233.
Marx, Karl (1986), Revelations of the Diplomatic History of the 18th Century, in MECW, vol. 15: 25-96.
Marx, Karl (2010), “Karl Marx to Ferdinand Lassalle, 2 June 1860”, in MECW, vol. 41: 154.
Marx, Karl (2014), “Resolutions of the Brussels Congress (1868)”, in Marcello Musto (ed.), Workers Unite! The International 150 Years Later, New York: Bloomsbury: 89-93.
Musto, Marcello (2014), “Introduction”, in Marcello Musto (ed.), Workers Unite! The International 150 Years Later, New York: Bloomsbury: 1-68.
Musto, Marcello (2018), Another Marx: Early Manuscripts to the International, London: Bloomsbury.
Pelz, William E. (ed.) (2016), Wilhelm Liebknecht and German Social Democracy: A Documentary History, Chicago: Haymarket Books.
Trotsky, Leon (1914), “The Zimmerwald Manifesto”, in The War and the International, https://www.marxists.org/archive/trotsky/1914/war/part3.htm#zimman
Vittoria, Albertina (2015), Togliatti e gli intellettuali. La politica culturale dei comunisti italiani (1944-1964), Roma: Carocci.

Categories
Journalism

Μιλιταρισμός και πόλεμος στη Σοβιετική Ενωση και τη Ρωσία

Μετά την επίθεση των στρατευμάτων του Χίτλερ στη Σοβιετική Ενωση το 1941, ο Ιωσήφ Στάλιν κάλεσε για έναν Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο που έληξε στις 9 Μαΐου με την ήττα της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας. Αυτή η ημερομηνία έγινε τόσο κεντρικό στοιχείο της ρωσικής εθνικής ενότητας, που επέζησε από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και κράτησε μέχρι τις μέρες μας. Αλλά κάτω από το πρόσχημα του αγώνα κατά του ναζισμού, κρύβεται μια επικίνδυνη ιδεολογία εθνικισμού και μιλιταρισμού – σήμερα περισσότερο από ποτέ.

Με τη μεταπολεμική διαίρεση του κόσμου σε δύο μπλοκ, οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης (ΚΚΣΕ) αποφάσισαν ότι το κύριο καθήκον του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος ήταν να διαφυλάξει την ύπαρξη της Σοβιετικής Ενωσης. Την ίδια περίοδο, το Δόγμα Τρούμαν σηματοδότησε την έλευση ενός νέου τύπου πολέμου: του Ψυχρού Πολέμου. Με την υποστήριξή τους στις αντικομμουνιστικές δυνάμεις στην Ελλάδα, με το Σχέδιο Μάρσαλ (1948) και τη δημιουργία του ΝΑΤΟ (1949), οι ΗΠΑ συνέβαλαν στην αναχαίτιση των προοδευτικών δυνάμεων στη Δυτική Ευρώπη. Η Σοβιετική Ενωση απάντησε με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας (1955). Αυτή η εξέλιξη οδήγησε σε μια τεράστια κούρσα εξοπλισμών, η οποία, παρά τη φρέσκια μνήμη της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, περιλάμβανε πολλές πυρηνικές δοκιμές.

Με μια πολιτική στροφή που αποφάσισε ο Νικήτα Χρουστσόφ το 1961, η Σοβιετική Ενωση ξεκίνησε μια περίοδο «ειρηνικής συνύπαρξης». Ωστόσο, αυτή η προσπάθεια εποικοδομητικής συνεργασίας ήταν γεμάτη αντιφάσεις. Το 1956, η Σοβιετική Ενωση είχε ήδη καταπνίξει βίαια μια εξέγερση στην Ουγγαρία. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα της Δυτικής Ευρώπης δικαιολόγησαν τη στρατιωτική επέμβαση στο όνομα της προστασίας του σοσιαλιστικού μπλοκ. Παρόμοια γεγονότα έγιναν στο απόγειο της ειρηνικής συνύπαρξης, το 1968, στην Τσεχοσλοβακία. Αυτή τη φορά οι επικρίσεις της Αριστεράς ήταν πιο έντονες. Η Σοβιετική Ενωση, όμως, δεν υπαναχώρησε. Συνέχισε να δεσμεύει ένα σημαντικό μέρος των οικονομικών της πόρων για στρατιωτικές δαπάνες και αυτό βοήθησε στην ενίσχυση μιας αυταρχικής κουλτούρας στην κοινωνία.
Ενας από τους σημαντικότερους πολέμους της επόμενης δεκαετίας ξεκίνησε με τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν που κράτησε περισσότερα από δέκα χρόνια, προκαλώντας τεράστιο αριθμό θανάτων και δημιουργώντας εκατομμύρια πρόσφυγες.

Σε αυτήν την περίπτωση, το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ήταν πολύ λιγότερο επιφυλακτικό από ό,τι ήταν σε σχέση με προηγούμενες σοβιετικές εισβολές. Ωστόσο, αυτός ο νέος πόλεμος αποκάλυψε ακόμη πιο ξεκάθαρα στη διεθνή κοινή γνώμη τη διαίρεση μεταξύ του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και μιας πολιτικής εναλλακτικής που βασίζεται στην ειρήνη και στην αντίθεση στον μιλιταρισμό.

Στο σύνολό τους, αυτές οι στρατιωτικές επεμβάσεις λειτούργησαν ενάντια σε μια γενική μείωση των εξοπλισμών και χρησίμευσαν στην απαξίωση του σοσιαλισμού. Η Σοβιετική Ενωση θεωρούνταν ολοένα και περισσότερο ως μια αυτοκρατορική δύναμη που ενεργούσε με τρόπους όχι διαφορετικούς από αυτούς των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες, από την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, υποστήριζαν τα πραξικοπήματα και βοήθησαν στην ανατροπή δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων σε περισσότερες από είκοσι χώρες σε όλο τον κόσμο.

Ο Μαρξ δεν ανέπτυξε σε κανένα από τα κείμενά του μια συνεκτική θεωρία του πολέμου, ούτε πρότεινε κατευθυντήριες γραμμές για τη σωστή στάση που πρέπει να τηρηθεί απέναντί του. Ωστόσο, όταν επέλεξε ανάμεσα σε αντίπαλα στρατόπεδα, η μόνη του σταθερά ήταν η αντίθεσή του στην τσαρική Ρωσία, την οποία έβλεπε ως το φυλάκιο της αντεπανάστασης και ένα από τα κύρια εμπόδια στη χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

Στις «Αποκαλύψεις για τη Διπλωματική Ιστορία του 18ου αιώνα», ένα βιβλίο που εκδόθηκε από τον Μαρξ το 1857 αλλά δεν μεταφράστηκε ποτέ στη Σοβιετική Ενωση, μιλώντας για τον Ιβάν Γ΄, τον επιθετικό Μοσχοβίτη μονάρχη του 15ου αιώνα, που ένωσε τη Ρωσία και έβαλε τα θεμέλια για την αυτοκρατορία της, έγραφε: «Απλώς χρειάζεται να αντικαταστήσει κανείς μια σειρά ονομάτων και ημερομηνιών με άλλες και γίνεται σαφές ότι οι πολιτικές του Ιβάν Γ΄ και της Ρωσίας σήμερα δεν είναι απλώς παρόμοιες, αλλά ταυτόσημες». Δυστυχώς, αυτές οι παρατηρήσεις φαίνονται σαν να γράφτηκαν για σήμερα, σε σχέση με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Οι πόλεμοι μεταδίδουν μια ιδεολογία βίας, συχνά σε συνδυασμό με τα εθνικιστικά αισθήματα που διέλυσαν το εργατικό κίνημα. Οι πόλεμοι αυξάνουν τη δύναμη των αυταρχικών θεσμών, διογκώνουν τον στρατιωτικό, γραφειοκρατικό και αστυνομικό μηχανισμό. Οδηγούν στην εξάλειψη της κοινωνίας μπροστά στην κρατική γραφειοκρατία. Στις «Σκέψεις για τον πόλεμο» (1933), η φιλόσοφος Σιμόν Βέιλ (1909-1943) υποστήριξε ότι «ανεξάρτητα από το όνομα που μπορεί να πάρει –φασισμός, δημοκρατία ή δικτατορία του προλεταριάτου– ο κύριος εχθρός παραμένει ο διοικητικός, αστυνομικός και στρατιωτικός μηχανισμός· όχι ο εχθρός πέρα από τα σύνορα, ο οποίος είναι εχθρός μας μόνο στο βαθμό που είναι εχθρός των αδελφών μας, αλλά αυτός που ισχυρίζεται ότι είναι ο υπερασπιστής μας ενώ μας κάνει σκλάβους του».

Αυτό είναι ένα δραματικό μάθημα που η Αριστερά δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσει.

* καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο York (Τορόντο-Καναδάς), τακτικού συνεργάτη της «Εφ.Συν.»

Categories
Journalism

Ο εφικτός εναλλακτικός δρόμος της Παρισινής Κομμούνας

… των Θέσεων η Συντακτική Επιτροπή, με το Editorial που τιτλοφορείται Σύγκρουση!, σχολιάζει το νέο τοπίο που διαμορφώνεται από τις εξελίξεις του τελευταίου τριμήνου: την ψήφιση του νέου (αντ)εργατικού νόμου, τις μαζικές κινητοποιήσεις για την ακύρωσή του, τα φληναφήματα περί «ανάπτυξης για όλους» ή «συμπεριληπτικής ανάπτυξης» από κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση, τη στρατηγική «ενότητας της Κεντροαριστεράς» του ΣΥΡΙΖΑ, τους «πολιτικούς κινδύνους» στα κράτη του αναπτυγμένου καπιταλισμού και την τομή πολιτικής στις ΗΠΑ, την εμβάθυνση των αντιμεταναστευτικών μέτρων στην Ελλάδα με τη συναίνεση της ΕΕ…

Ακολουθεί το κείμενο του Βασίλη Ασημακόπουλου, Η ελληνική εργατική νομοθεσία: Από τη θεσμοποίηση της συλλογικής εργατικής ταυτότητας στον εργαζόμενο ως απομονωμένο άτομο, το οποίο εστιάζει στο πρόσφατο ψευδεπίγραφο νομοθέτημα «Για την προστασία της εργασίας», αναλύοντας πώς αυτό εγγράφει έναν διαμορφωμένο πολιτικο-κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων και μια ευρωπαϊκή τάση, φιλοδοξώντας να συγκροτήσει ένα νέο «εργασιακό παράδειγμα». Αναφορά γίνεται επίσης στις δύο προηγούμενες στιγμές «εργασιακών παραδειγμάτων», επί κυβερνήσεων Ελευθερίου Βενιζέλου και Ανδρέα Παπανδρέου.

Στη συνέχεια της ύλης του τεύχους, ο Marcello Musto, Ο εφικτός εναλλακτικός δρόμος της Παρισινής Κομμούνας, αποτιμά την κληρονομιά της επαναστατικής εκείνης διαδικασίας, με αφορμή την 150η επέτειο από το ξέσπασμά της.

Έπονται τρία σημαντικά θεωρητικά κείμενα: η μελέτη του César Mortari Barreira, Όψεις της κοινωνικο-νομικής αναπαραγωγής στον χρηματιστικοποιημένο καπιταλισμό, το άρθρο του Πάνου Ραμαντάνη , Η σχεσιακή οπτική της εξουσίας. Μια κριτική αντιπαράθεση των θεωρητικών προσεγγίσεων του Μισέλ Φουκώ και του Νίκου Πουλαντζά, με φόντο μια επίμαχη έννοια, και η ανάλυση των Γιώργου Οικονομάκη και Γιάννη Ζησιμόπουλου, Η ταξική διάκριση εργατικής τάξης και δημοσίων υπαλλήλων.

Η ύλη του τεύχους ολοκληρώνεται με τη βιβλιοκριτική του Χρήστου Λάσκου, με τίτλο Μια ολοκληρωμένη μαρξιστική ανάλυση της Ελληνικής Επανάστασης, για το βιβλίο του Γιάννη Μηλιού, 1821 – Ιχνηλατώντας το Έθνος, το Κράτος και τη Μεγάλη Ιδέα .

 

Categories
Journal Articles

Για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ

Tον Αύγουστο του 1893, όταν το Προεδρείο προσκάλεσε τη Ρόζα Λούξεμπουργκ να μιλήσει σε μια σύνοδο του Συνεδρίου της Ζυρίχης της Δεύτερης Διεθνούς, η Ρόζα βάδισε με θάρρος ανάμεσα στο πλήθος των εκλεγμένων αντιπροσώπων και των ακτιβιστών που συνωθούνταν στην κεντρική αίθουσα.

Ήταν μια από τις λίγες παρούσες γυναίκες, στο άνθος της νεότητάς της, λεπτοκαμωμένη, και με μια παραμόρφωση του ισχίου που την υποχρέωνε να κουτσαίνει ήδη από την ηλικία των πέντε ετών. H πρώτη εντύπωση που έδωσε σε όσους την έβλεπαν για πρώτη φορά ήταν αυτή ενός πραγματικά αδύναμου πλάσματος. Όμως, στη συνέχεια, καθώς μιλούσε όρθια σε μια καρέκλα ώστε να ακούγεται καλύτερα, γοήτευσε πολύ γρήγορα όλο το ακροατήριο με τη δεξιότητα της σκέψης και την πρωτοτυπία των θέσεών της.

Το πολωνικό εθνικό ζήτημα
Κατά την άποψή της, το κεντρικό αίτημα του πολωνικού εργατικού κινήματος δεν θα έπρεπε να είναι ένα ανεξάρτητο πολωνικό κράτος, όπως υποστήριζαν όλοι πριν απ’ αυτήν. H Πολωνία βρισκόταν ακόμα υπό τριμερή κυριαρχία, μοιρασμένη μεταξύ της Γερμανικής, της Αυστρο-ουγγρικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Η επανένωσή της φαινόταν δύσκολο εγχείρημα και οι εργάτες θα έπρεπε να κατευθύνουν τις φιλοδοξίες τους σε στόχους που θα γεννούσαν πρακτικούς αγώνες στο όνομα συγκεκριμένων αναγκών.

Κινούμενη σε μια γραμμή επιχειρηματολογίας που θα ανέπτυσσε στα χρόνια που θα ακολουθούσαν, επιτέθηκε σ’ αυτούς που εστίαζαν στα εθνικά θέματα και προειδοποίησε για τον κίνδυνο να χρησιμοποιηθεί η ρητορική του πατριωτισμού προκειμένου να υποτιμηθεί η ταξική πάλη και να απωθηθεί το κοινωνικό ζήτημα από το προσκήνιο. Δεν υπήρχε κανένας λόγος σε όλες τις μορφές καταπίεσης που υφίστατο το προλεταριάτο να προσθέσουμε την
«υπαγωγή στην πολωνική εθνικότητα». Για την αποφυγή αυτής της παγίδας, η Λούξεμπουργκ έθεσε ως στόχο την ανάπτυξη αυτοδιοικούμενων περιοχών, και την ενίσχυση της πολιτιστικής αυτονομίας, η οποία μετά την εδραίωση ενός σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής θα λειτουργούσε ως ανάχωμα απέναντι σε κάθε αναβίωση σωβινισμού και νέων μορφών διακρίσεων. H στόχευση αυτών των συλλογισμών ήταν η διάκριση μεταξύ του εθνικού ζητήματος και αυτού του εθνικού κράτους.

Κόντρα στο ρεύμα
Η παρέμβαση στο Συνέδριο της Ζυρίχης σηματοδότησε τη συνολική διανοητική βιογραφία μιας γυναίκας που γενικά αναγνωρίζεούται ως μια από τις σημαντικότερες εκπροσώπους του σοσιαλισμού του 20 αιώνα. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, που γεννήθηκε πριν από 150 χρόνια, στις 5 Μαρτίου του 1871 στο Zamość της υπό τσαρική κατοχή Πολωνίας, έζησε ολόκληρη τη ζωή της στα άκρα, αναμετρούμενη με διάφορες αντιξοότητες, και κολυμπώντας πάντα κόντρα στο ρεύμα. Εβραϊκής καταγωγής, υποφέροντας από μια σωματική αναπηρία από μικρή ηλικία, μετοίκισε στη Γερμανία σε ηλικία 27 ετών και κατόρθωσε να αποκτήσει εκεί τη γερμανική υπηκοότητα μέσω ενός εικονικού γάμου. Καθώς ήταν ασυμβίβαστα υπέρ της ειρήνης με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, φυλακίστηκε αρκετές φορές για τις ιδέες της. Υπήρξε παθιασμένη αντίπαλος του ιμπεριαλισμού στη διάρκεια μιας νέας και βίαιης αποικιακής επέκτασης. Αγωνίστηκε εναντίον της θανατικής ποινής στην καρδιά της βαρβαρότητας. Και, ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι ήταν μια γυναίκα που έζησε σε κόσμους που κατοικούνταν σχεδόν αποκλειστικά από άντρες. Συχνά ήταν η μοναδική γυναικεία παρουσία τόσο στο Συνέδριο του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης, όπου απέκτησε ένα διδακτορικό τίτλο το 1897 με μια διατριβή για τη Βιομηχανική Ανάπτυξη της Πολωνίας, όσο και στην ηγεσία της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας. Το Κόμμα την όρισε ως την πρώτη γυναίκα που δίδαξε στην κομματική σχολή κεντρικών στελεχών – εργασία στην οποία απασχολήθηκε από το 1907 ως το 1914, ενώ στο ίδιο διάστημα δημοσίευσε τη Συσσώρευση του κεφαλαίου (1913) και εργάστηκε πάνω σ’ ένα ανολοκλήρωτο σχέδιο μιας Εισαγωγής στην Πολιτική Οικονομία (1925).

Οι δυσκολίες αυτές συμπληρώθηκαν από το ανεξάρτητο πνεύμα της και την αυτονομία της – ένα προτέρημα που συχνά οδηγεί σε δυσκολίες, ακόμα και σε αριστερά κόμματα. Δίνοντας δείγματα μιας ζωηρής ευστροφίας, είχε την ικανότητα να αναπτύσσει νέες ιδέες και να τις υπερασπίζεται με παρρησία, και μάλιστα με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια, μπροστά σε μορφές όπως ο Αύγουστος Μπέμπελ και ο Καρλ Κάουτσκι (o οποίος είχε το καθοριστικό πλεονέκτημα της άμεσης επαφής με τον Ένγκελς). Στόχος της δεν ήταν να επαναλαμβάνει κάθε φορά τα λόγια του Μαρξ, αλλά να τα ερμηνεύσει ιστορικά, και να τα αναπτύσσει περαιτέρω, όταν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο. Γι’ αυτήν, η ελευθερία να διατυπώνει την άποψή της και να εκφράζει τις κριτικές της θέσεις στο εσωτερικό του κόμματος ήταν ένα αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα. Το κόμμα όφειλε να είναι ένας χώρος όπου θα μπορούσαν να συνυπάρξουν διαφορετικές απόψεις, στον βαθμό που τα μέλη του συμμερίζονταν τις θεμελιώδεις αρχές του.

Κόμμα, απεργία, επανάσταση
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ξεπέρασε με επιτυχία τα πάμπολλα εμπόδια που αντιμετώπισε, και στη διάρκεια της σφοδρής αντιπαράθεσης μετά τη ρεφορμιστική στροφή του Έντουαρντ Μπερνστάιν αναδείχτηκε σε μια αναγνωρίσι- μη μορφή της πιο εξέχουσας οργάνωσης του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος. Ενώ ο Μπερνστάιν στο περίφημο κείμενό του Οι προϋποθέσεις του σοσιαλισμού και τα καθήκοντα της Σοσιαλδημοκρατίας (1897-99) είχε καλέσει το κόμμα να κόψει τις γέφυρες με το παρελθόν του και να μεταστραφεί σε μια δύναμη σταδιακών αλλαγών, η Λούξεμπουργκ στο Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση; (1898-99) επέμενε ότι στη διάρκεια κάθε ιστορικής περιόδου «το έργο των μεταρρυθμίσεων συνεχίζεται μόνο στην  κατεύθυνση  που  ορίστηκε  από  την ώθηση της  τελευταίας  επανάστασης». Αυτοί  που  επιδιώκουν  «στο  κοτέτσι του αστικού κοινοβουλευτισμού» τις αλλαγές που θα καθιστούσε εφικτές η επαναστατική κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, δεν επιλέγουν «έναν πιο ήσυχο, ασφαλέστερο και βραδύτερο δρόμο για τον ίδιο στόχο», αλλά μάλλον
«ένα διαφορετικό στόχο». Έχουν αποδεχτεί τον αστικό κόσμο και την ιδεολογία του.

Το ζήτημα δεν ήταν η βελτίωση του υπάρχοντος κοινωνικού καθεστώτος, αλλά η οικοδόμηση ενός τελείως διαφορετικού. Ο ρόλος των εργατικών συν- δικάτων – τα οποία μπορούσαν να αποσπάσουν από τα αφεντικά μόνο κά- ποιες ευνοϊκότερες συνθήκες στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής – και η Ρώσικη Επανάσταση του 1905 αποτέλεσε το έναυσμα για κάποιες σκέψεις σχετικά με τα πιθανά υποκείμενα και τις δράσεις που θα μπορούσαν να παραγάγουν ένα ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Στο βιβλίο Μαζική απεργία, κόμμα και Συνδικάτα (1906), που ανέλυε τα κύρια γεγονότα σε μεγάλες εκτάσεις της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, η Λούξεμπουργκ υπογράμμισε τον κρίσιμο ρόλο των ευρύτατων και σε μεγάλο βαθμό ανοργάνωτων στρωμάτων του προλεταριάτου. Στην οπτική της, οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της ιστορίας ήταν οι μάζες. Στη Ρωσία, «το στοιχείο του αυθορμητισμού» – μια έννοια που οδήγησε πολλούς στο να την κατηγορήσουν ότι υπερεκτίμησε την ταξική συνείδηση των μαζών – ήταν κρίσιμο και κατά συνέπεια, ο ρόλος του κόμματος δεν θα έπρεπε να είναι να προετοιμάσει τη μαζική απεργία, αλλά «να τοποθετηθεί επικεφαλής του κινήματος συνολικά».

Για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, η μαζική απεργία ήταν «o ζωντανός σφυγμός της επανάστασης», και ταυτόχρονα, «o ισχυρότερος κινητήριος τροχός της». Ήταν ο πραγματικός «τρόπος κίνησης των προλεταριακών μαζών, η εκπληκτική μορφή του προλεταριακού αγώνα στην επανάσταση». Δεν ήταν μια απλή απομονωμένη δράση αλλά η σύνοψη μιας μακράς περιόδου ταξικών αγώνων. Επιπλέον, δεν θα έπρεπε να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι «στη δίνη της επαναστατικής περιόδου», το προλεταριάτο μετασχηματιζόταν κατά ένα τέτοιο τρόπο ώστε ακόμα και το υψηλότερο αγαθό, η ζωή – για να μην μιλήσουμε για την υλική ευημερία – είχε μικρή αξία σε σύγκριση με τα ιδεώδη του αγώνα». Οι μαζικές απεργίες της Ρωσίας έδειξαν πώς σε μια τέτοια περίοδο, η «αδιάκοπη αμφίδρομη δράση των πολιτικών και οικονομικών αγώνων» ήταν τέτοια ώστε το πέρασμα από τη μια μορφή αγώνων στην άλλη ήταν άμεσα εφικτό.

Κομμουνισμός σημαίνει ελευθερία και δημοκρατία
Σχετικά με το ζήτημα των οργανωτικών μορφών, και ειδικότερα, τον ρόλο του κόμματος, η Λούξεμπουργκ ενεπλάκη σε μια άλλη έντονη αντιπαράθεση εκείνη την εποχή, αυτή τη φορά, με τον Λένιν. Στο έργο του Ένα βήμα μπροστά, δύο βήματα πίσω (1904), ο ηγέτης των μπολσεβίκων υπερασπίστηκε τις θέσεις του Δευτέρου Συνεδρίου του Ρώσικου Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Kόμματος, προτάσσοντας μια αντίληψη του κόμματος ως ενός συμπαγούς πυρήνα επαγγελματιών επαναστατών, μιας πρωτοπορίας που έχει  ως καθήκον να καθοδηγεί τις μάζες. Από την άλλη πλευρά, η Λούξεμπουργκ στο Οργανωτικά ζητήματα της Ρωσικής Σοσιαλδημοκρατίας (1904), υποστήριξε ότι ένα εξαιρετικά συγκεντρωτικό κόμμα δημιουργούσε μια πολύ επικίνδυνη δυναμική «τυφλής υπακοής στην κεντρική εξουσία». To κόμμα δεν θα πρέπει να καταπνίγει,  αλλά  αντίθετα,  να  αναπτύσσει την εμπλοκή της κοινωνίας, ώστε να εξασφαλίζεται «η σωστή ιστορική αξιολόγηση των μορφών πάλης». Ο Μαρξ έγραψε κάποτε ότι «ένα βήμα πραγματικού κινήματος είναι σημαντικότερο από δεκάδες  προγράμματα». Και η Λούξεμπουργκ προεξέτεινε αυτή τη ρήση στον ισχυρισμό ότι «τα λάθη που διαπράττει ένα πραγματικά επαναστατικό εργατικό κίνημα είναι απείρως πιο γόνιμα  και  πολύτιμα από το αλάθητο της καλύτερης από όλες τις πιθανές κεντρικές επιτροπές».

H σύγκρουση αυτή απέκτησε ακόμα μεγαλύτερη σημασία μετά τη σοβιετική επανάσταση του 1917, στην οποία η Λούξεμπουργκ παρείχε την άνευ όρων υποστήριξή της. Ανήσυχη από τα γεγονότα που εξελίσσονταν στη Ρωσία (αρχίζοντας από τους τρόπους αντιμετώπισης της αγροτικής μεταρρύθμισης), ήταν η πρώτη από το κομμουνιστικό στρατόπεδο που παρατήρησε ότι «μια παρατεταμένη κατάσταση συναγερμού» θα ασκούσε μια «εκφυλιστική επιρροή στην κοινωνία». Στο δημοσιευμένο μετά θάνατον κείμενό της Η Ρώσικη Επανάσταση (1922 [1918]), υπογράμμιζε ότι η ιστορική αποστολή του προλεταριάτου, με την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, ήταν «η δημιουργία μιας σοσιαλιστικής δημοκρατίας που θα αντικαθιστούσε την αστική δημο- κρατία – και όχι η κατάργηση της δημοκρατίας συνολικά». Ο κομμουνισμός σήμαινε «την πιο ενεργή, απεριόριστη συμμετοχή των λαϊκών μαζών, την απεριόριστη δημοκρατία», που δεν προσβλέπει στην καθοδήγησή της από τους αλάθητους ηγέτες. Οι πραγματικά διαφορετικοί πολιτικοί και κοινωνικοί ορίζοντες θα ανοίγονταν μέσω μιας τέτοιας σύνθετης διαδικασίας αυτού του τύπου, και όχι μέσω του περιορισμού της ελευθερίας «μόνο στους υποστηρικτές της Κυβέρνησης, μόνο στα μέλη ενός κόμματος».

H Λούξεμπουργκ ήταν απόλυτα πεπεισμένη ότι «ο σοσιαλισμός από τη φύση του, δεν μπορεί να εκχωρηθεί από τα πάνω», θα πρέπει να επεκτείνει τη δημοκρατία, και όχι να τη συρρικνώσει. Έγραφε ότι «το αρνητικό, τo τσάκισμα μπορεί να είναι αντικείμενο ενός διατάγματος. Αυτό όμως δεν ισχύει για το θετικό, το χτίσιμο». Γι’ αυτές τις «νέες περιοχές», μόνο «η εμπειρία» θα «ήταν σε θέση να διορθώνει και να ανοίγει νέους δρόμους». Η Ένωση των Σπαρτακιστών, που ιδρύθηκε το 1914 μετά από μια διάσπαση του SPD και που αργότερα εξελίχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας (KPD), δήλωνε ρητά ότι δεν θα αναλάβει «ποτέ την κυβερνητική εξουσία παρά μόνον αποκρινόμενη στη σαφή και αναμφισβήτητη θέληση της μεγάλης πλειοψηφίας των προλεταριακών μαζών όλης της Γερμανίας».

Παρ’ όλον ότι έκαναν αντίθετες πολιτικές επιλογές, τόσο οι Σοσιαλδημοκράτες, όσο και οι Μπολσεβίκοι λαθεμένα αντιλαμβάνονταν τρόπο τη δημοκρατία και την επανάσταση ως δυο εναλλακτικές διαδικασίες. Αντίθετα, για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο πυρήνας της πολιτικής θεωρίας ήταν μια αξεδιάλυτη ενότητα αυτών των δυο. Η παρακαταθήκη της αφυδατώθηκε και από τις δυο πλευρές: Οι σοσιαλδημοκράτες, συνένοχοι στη στυγνή δολοφονία της σε ηλικία 47 ετών, από τα χέρια δεξιών παραστρατιωτικών, την πολέμησαν ανεπιφύλακτα όλα αυτά τα χρόνια, για τους επαναστατικούς τόνους της σκέψης της, ενώ οι σταλινικοί απέφυγαν με κάθε τρόπο να διαδώσουν τις ιδέες της, εξ αιτίας του κριτικού και ασυμβίβαστου χαρακτήρα τους.

Κατά του μιλιταρισμού, του πολέμου και του ιμπεριαλισμού
To άλλο κρίσιμο σημείο των πολιτικών πεποιθήσεων και του ακτιβισμού της Λούξεμπουργκ ήταν η διπλή της αντίθεση απέναντι στον πόλεμο και οι κινητοποιήσεις της κατά του μιλιταρισμού. Εδώ αποδείχτηκε ικανή να επικαιροποιήσει τη θεωρητική προσέγγιση της Αριστεράς, και να κερδίσει την υπο-στήριξη κάποιων οξυδερκών αποφάσεων των Συνεδρίων της Δεύτερης Διεθνούς, οι οποίες, παρ’ ότι απαξιωμένες, αποτελούσαν ένα αγκάθι στα πλευρά των υποστηρικτών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Σύμφωνα με την ανάλυσή της, η λειτουργία των στρατών, η ατέρμων ανανέωση του εξοπλι- σμού τους και η επαναλαμβανόμενη έκρηξη πολέμων δεν θα έπρεπε να κα- τανοούνται μόνο με τους κλασικούς όρους της πολιτικής σκέψης του δέκατου ένατου αιώνα. Αντίθετα, συνδέονται στενά με τις δυνάμεις που επιδιώκουν την καταστολή των εργατικών αγώνων και χρησιμοποιούνται ως χρήσιμα εργαλεία από τα αντιδραστικά συμφέροντα με σκοπό να διαιρέσουν την εργατική τάξη.

Εκτός αυτού, αντιστοιχούσαν σ’ ένα συγκεκριμένο οικονομικό στόχο της εποχής. Ο καπιταλισμός χρειαζόταν τον ιμπεριαλισμό και τον πό- λεμο, ακόμα και σε ειρηνικές εποχές, προκειμένου να αυξήσει την παραγωγή, όπως επίσης και για να κατακτήσει τις νέες αγορές που πρωτοεμφανίζονταν στην αποικιακή περιφέρεια έξω από την Ευρώπη. Όπως έγραψε στη Συσσώρευση του κεφαλαίου, «η πολιτική βία δεν είναι τίποτα άλλο από ένα όχημα για την οικονομική διαδικασία» – μια κρίση που συνοδεύτηκε από μια από τις πιο αμφιλεγόμενες θέσεις του βιβλίου, σύμφωνα με την οποία η ανα- νέωση των εξοπλισμών ήταν απαραίτητη για την παραγωγική επέκταση του καπιταλισμού.

H εικόνα αυτή απείχε πολύ από τα αισιόδοξα ρεφορμιστικά σενάρια, και για να τη συνοψίσει, η Λούξεμπουργκ χρησιμοποίησε μια διατύπωση που θα αντηχούσε ευρέως στη διάρκεια του εικοστού αιώνα: «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Εξήγησε ότι ο δεύτερος όρος θα μπορούσε να αποφευχθεί μόνο μέσω της συνειδητοποιημένης μαζικής πάλης, και εφ’ όσον ο αντιμιλιταρι- σμός απαιτούσε ένα υψηλό επίπεδο πολιτικής συνείδησης,  ήταν  μια  από τους μεγαλύτερους υπέρμαχους της γενικής απεργίας κατά του πολέμου – ένα όπλο που πολλοί άλλοι, του Μαρξ συμπεριλαμβανομένου, υποτίμησαν. Υποστήριξε ότι απέναντι στα νέα πολεμικά σενάρια θα έπρεπε να αντιταχθεί το ζήτημα της εθνικής άμυνας και ότι το σύνθημα «πόλεμος στον πόλεμο!» θα έπρεπε να καταστεί «ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής της εργατικής τάξης». Όπως έγραψε στην Κρίση της Σοσιαλδημοκρατίας (1916), γνωστή επίσης ως The Junius Pamphlet, η Δεύτερη Διεθνής κατέρρευσε γιατί απέτυχε «να οργανώσει μια κοινή τακτική και δράση του προλεταριάτου σε όλες τις χώρες». Από τότε και στο εξής, ο «κύριος στόχος» του προλεταριάτου θα έπρεπε επο- μένως να είναι «ο αγώνας κατά του ιμπεριαλισμού και η αποτροπή των πολέμων σε καιρούς ειρήνης όπως και σε καιρούς πολέμου».

Χωρίς να χάσει την τρυφερότητά της
Ένας πολίτης του κόσμου με το όραμα «αυτού που έρχεται», η Ρόζα Λούξεμπουργκ έλεγε ότι αισθανόταν σαν στο σπίτι της «παντού στον κόσμο, όπου υπάρχουν σύννεφα και πουλιά, και ανθρώπινα δάκρυα». Παθιαζόταν με τη βοτανική και αγαπούσε τα ζώα, και όπως μπορούμε να δούμε από τις επιστολές της, ήταν μια γυναίκα με ευαισθησίες, που τα είχε καλά με τον εαυτό της, παρά τις πικρές εμπειρίες που της επιφύλαξε η ζωή της. Για τη συνιδρύτρια της Ένωσης των Σπαρτακιστών, η πάλη των τάξεων δεν ήταν απλά ένα ζήτημα αύξησης των μισθών. Δεν φιλοδόξησε ποτέ να είναι μια απλή επίγονος και ο σοσιαλισμός της δεν ήταν ποτέ οικονομιστικός. Βουτηγμένη στα δράματα της εποχής της, επιδίωξε να επικαιροποιήσει τον μαρξισμό, χωρίς να θέσει υπό αμφισβήτηση τα θεμέλιά του. Οι προσπάθειές της σ’ αυτή την κατεύθυνση αποτελούν μια σταθερή προειδοποίηση για την Αριστερά ότι δεν θα πρέπει να περιορίσει την πολιτική της δραστηριότητα σε ήπια καταπραϋντικά, παραιτούμενη από την προσπάθεια να αλλάξει την υπάρχουσα κατά- σταση πραγμάτων. Ο τρόπος που έζησε, το γεγονός ότι κατόρθωσε να παντρέψει τη θεωρητική επεξεργασία με την κοινωνική δράση, προσφέρουν ένα εξαιρετικό διαχρονικό μάθημα στη νέα γενιά των αγωνιστών που επέλεξαν να συνεχίσουν τους αγώνες στους οποίους αυτή είχε δώσει.

Categories
Journalism

Πορεία κόντρα στο ρεύμα

Συμπληρώθηκαν φέτος 150 χρόνια από τη γέννηση της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Στην προσωπικότητα και στη δράση της αναφέρεται το ακόλουθο άρθρο του Μαρτσέλο Μούστο, καθηγητή Πολιτικής Θεωρίας και Κοινωνιολογίας στο York University του Τορόντο.

Οταν, τον Αύγουστο του 1893, στο συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς στη Ζυρίχη, από το προεδρείο του σώματος αναφέρθηκε το όνομά της, η Ρόζα Λούξεμπουργκ άνοιξε χωρίς χρονοτριβή ένα διάδρομο μεταξύ του κοινού των αντιπροσώπων και των αγωνιστών, που βρίσκονταν στην κατάμεστη αίθουσα. Ηταν ακόμη νεότατη, με μικροσκοπική κορμοστασιά, και με μια παραμόρφωση στον γοφό, που την υποχρέωνε να κουτσαίνει ήδη από την ηλικία των πέντε ετών.

Στους παρόντες, η εμφάνισή της θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι βρίσκονταν μπροστά σε ένα ευάλωτο πρόσωπο. Τους κατέπληξε όμως όλους όταν, αφού ανέβηκε σε μια καρέκλα για να ακούγεται καλύτερα, κατόρθωσε να τραβήξει την προσοχή ολόκληρου του ακροατηρίου, που εντυπωσιάστηκε από τη ρητορική της δεινότητα και από την πρωτοτυπία των θέσεών της. […] Γεννημένη στις 5 Μαρτίου 1871, στην κατεχόμενη από την τσαρική Ρωσία Πολωνία, η Ρόζα Λούξεμπουργκ διέθεσε την ύπαρξή της στον αγώνα με τρόπο οριακό, παλεύοντας ενάντια σε πολυάριθμες αντιξοότητες, βαδίζοντας πάντοτε κόντρα στο ρεύμα και πληρώνοντας η ίδια προσωπικά το τίμημα. Πέθανε στις 15 Ιανουαρίου 1919, δολοφονημένη από παρακρατικούς της Δεξιάς.

Με εβραϊκές ρίζες, στην ηλικία των 26 ετών εγκαταστάθηκε στη Γερμανία. Πεισμένη ειρηνίστρια στον καιρό του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, φυλακίστηκε κάμποσες φορές για τις ιδέες της. Ηταν φλογερή εχθρός του ιμπεριαλισμού σε μια περίοδο νέας και βίαιης αποικιακής του εξάπλωσης. Υπήρξε κυρίως μια γυναίκα και έζησε σε κόσμους που κατοικούνταν σχεδόν αποκλειστικά από άνδρες. Ηταν συχνά η μοναδική γυναικεία παρουσία τόσο στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, όπου πήρε τον διδακτορικό της τίτλο το 1897, όσο και μεταξύ των ηγετών του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, όπου θα γίνει η πρώτη γυναίκα που θα διδάξει στην κεντρική σχολή εκπαίδευσης των στελεχών. Σε αυτές τις δυσκολίες θα προστεθούν το ανεξάρτητο πνεύμα της και η αυτονομία της –μια αρετή που συχνά τιμωρούνταν ακόμη και στα κόμματα της Αριστεράς. Η Λούξεμπουργκ είχε την ικανότητα να επεξεργάζεται νέες ιδέες και να τις υπερασπίζεται με σθένος ενώπιον προσωπικοτήτων μεγάλου διαμετρήματος, όπως ο Μπέμπελ ή ο Κάουτσκι, που είχαν το προνόμιο να διαμορφώσουν τη σκέψη τους μέσω της άμεσης επαφής με τον Ενγκελς.

Σκοπός της δεν ήταν να επαναλαμβάνει τα λόγια του Μαρξ, αλλά να τα ερμηνεύει ιστορικά. Κατόρθωσε να ξεπεράσει τα πολλά εμπόδια που συνάντησε και, στην περίοδο της ρεφορμιστικής στροφής του Εντουαρντ Μπερνστάιν και της ζωηρής συζήτησης που ακολούθησε, έγινε γνωστή στην κυριότερη οργάνωση του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος. Ενώ με το περίφημο έργο του «Οι προϋποθέσεις του σοσιαλισμού και τα καθήκοντα της σοσιαλδημοκρατίας» ο Μπερνστάιν καλούσε το κόμμα να κόψει τις γέφυρες με το παρελθόν και να μετατραπεί σε μια μεταρρυθμιστική δύναμη, με το κείμενό της «Μεταρρύθμιση ή επανάσταση;» η Λούξεμπουργκ απάντησε αποφασιστικά ότι, σε κάθε ιστορική περίοδο, «η προσπάθεια για μεταρρυθμίσεις γίνεται μόνο στην κατεύθυνση που υπαγορεύει η τελευταία επανάσταση». Οσοι θεωρούσαν ότι με τον αστικό κοινοβουλευτισμό θα μπορούσαν να πετύχουν τις ίδιες αλλαγές, που καθιστά δυνατές η επαναστατική κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, δεν είχαν επιλέξει μια «πιο ήρεμη, γαλήνια και αργή οδό προς τον ίδιο σκοπό, αλλά έναν διαφορετικό σκοπό».

Σύμφωνα με τη Λούξεμπουργκ, ο σοσιαλισμός θα έπρεπε να επεκτείνει τη δημοκρατία και όχι να την περιορίζει. Ετσι, το 1904, πρωταγωνίστησε σε μιαν άλλη σκληρή σύγκρουση, αυτή τη φορά με τον Λένιν, για τις μορφές πολιτικής οργάνωσης. Ο μπολσεβίκος ηγέτης αντιλαμβανόταν το κόμμα ως ένα συμπαγή πυρήνα επαγγελματιών επαναστατών, ως μια πρωτοπορία που όφειλε να καθοδηγεί τις μάζες. Η Λούξεμπουργκ αντέτεινε ότι ένα εξαιρετικά συγκεντρωτικό κόμμα γεννούσε μιαν επικίνδυνη δυναμική: «την τυφλή υπακοή των αγωνιστών στην κεντρική ηγεσία».

Το κόμμα όφειλε να αναπτύσσει την κοινωνική συμμετοχή και όχι να την καταπνίγει. Ο Μαρξ είχε γράψει ότι «κάθε βήμα του πραγματικού κινήματος ήταν πιο σημαντικό από μια ντουζίνα προγράμματα». Η Λούξεμπουργκ προέκτεινε αυτό το αξίωμα και υποστήριζε ότι «τα εσφαλμένα βήματα που πραγματοποιεί ένα υπαρκτό εργατικό κίνημα είναι, στο ιστορικό πεδίο, ασύγκριτα γονιμότερα και πολυτιμότερα από το αλάθητο της καλύτερης Κεντρικής Επιτροπής».

Αυτή η πολεμική απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά τη σοβιετική επανάσταση, στην οποία η Λούξεμπουργκ προσέφερε αμέριστη στήριξη. Ανήσυχη για την πορεία των γεγονότων στη Ρωσία (με αφετηρία τους τρόπους με τους οποίους άρχισαν να αντιμετωπίζουν τη γεωργική μεταρρύθμιση), η Λούξεμπουργκ ήταν η πρώτη στο κομμουνιστικό στρατόπεδο που παρατήρησε ότι ένα «καθεστώς παρατεταμένης κατάστασης πολιορκίας» θα ασκούσε «μιαν εκφυλιστική επίδραση στην κοινωνία». Τόνισε ξανά ότι η ιστορική αποστολή του «προλεταριάτου που έφτασε στην εξουσία» ήταν «να δημιουργήσει μια σοσιαλιστική δημοκρατία στη θέση της αστικής δημοκρατίας και όχι να καταστρέψει κάθε μορφή δημοκρατίας». Γι’ αυτήν κομμουνισμός σήμαινε μια «πιο ενεργητική και ελεύθερη συμμετοχή των λαϊκών μαζών σε μια δημοκρατία χωρίς όρια». Ενας αληθινά διαφορετικός κοινωνικός και πολιτικός ορίζοντας θα ανοιγόταν μόνο μέσα από αυτή την περίπλοκη διαδικασία και όχι αν η άσκηση της ελευθερίας επιφυλασσόταν «μόνο στους οπαδούς της κυβέρνησης και στα μέλη ενός μοναδικού κόμματος».

Παρόλο που εφάρμοζαν αντιτιθέμενες πολιτικές επιλογές, σοσιαλδημοκράτες και μπολσεβίκοι είχαν, και οι μεν και οι δε, αντιληφθεί εσφαλμένα τη δημοκρατία και την επανάσταση σαν δυο εναλλακτικές μεταξύ τους διαδικασίες. Αντίθετα, ο πυρήνας της πολιτικής θεωρίας της Λούξεμπουργκ επικεντρωνόταν στην ακατάλυτη ενότητά τους. Το άλλο θεμέλιο της στράτευσής της ήταν το διπλό μέτωπο: αντίθεση στον πόλεμο και αντιμιλιταριστική κινητοποίηση.

Σε αυτά τα θέματα η Λούξεμπουργκ εκσυγχρόνισε τις θεωρητικές αποσκευές της Αριστεράς και συνέβαλε στο να εγκριθούν διορατικές αποφάσεις στα συνέδρια της Δεύτερης Διεθνούς. Ο ρόλος των στρατών, ο συνεχής επανεξοπλισμός και η επανάληψη των πολέμων δεν έπρεπε να αναλύονται μόνο με τις έννοιες του 19ου αιώνα. Επρόκειτο για εργαλεία που υπηρετούσαν τα συμφέροντα των αντιδραστικών δυνάμεων και που παρήγαγαν διαιρέσεις στο προλεταριάτο, αλλά αυτά ανταποκρίνονταν και σε μια συγκεκριμένη σκοπιμότητα.

Ο καπιταλισμός χρειαζόταν τον πόλεμο, ακόμη και σε εποχή ειρήνης, για να αυξάνει την παραγωγή καθώς και για να κατακτά νέες αγορές στις εξω-ευρωπαϊκές αποικιακές περιφέρειες. Η μάχη εναντίον αυτής της βαρβαρότητας θα μπορούσε να κερδηθεί μόνο χάρη στη συνειδητή πάλη των μαζών και, καθώς η αντίθεση στον μιλιταρισμό απαιτούσε μιαν ισχυρή πολιτική συνείδηση, η Λούξεμπουργκ ήταν μεταξύ των πιο πεισμένων υποστηρικτών της γενικής απεργίας εναντίον του πολέμου. Για την ιδρύτρια της Ενωσης του Σπάρτακου η ταξική πάλη δεν εξαντλούνταν με την αύξηση του μισθού. Η Λούξεμπουργκ δεν ήθελε να είναι μια απλή επίγονος και ο σοσιαλισμός της δεν ήταν ποτέ οικονομίστικος. Βυθισμένη μέσα στα δράματα του καιρού της, προσπάθησε να ανανεώσει τον μαρξισμό χωρίς να αμφισβητήσει τα θεμέλιά του και η προσπάθειά της μιλάει ακόμη και σήμερα στις νέες γενιές.

Categories
Journalism

Ενας επαναστάτης «στρατηγός»

Συμπληρώθηκαν φέτος 200 χρόνια από τη γέννηση του Φρίντριχ Ενγκελς (1820-1895). Στη ζωή και στο έργο του Ενγκελς αναφέρεται το ακόλουθο άρθρο του Ιταλού Μαρτσέλο Μούστο, αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Θεωρίας και Κοινωνιολογίας στο York University του Τορόντο.

Ο Φρίντριχ Ενγκελς κατανόησε την κομβική σημασία της πολιτικής οικονομίας πριν από τον Μαρξ. Οταν οι δυο τους γνωρίστηκαν, ο Ενγκελς είχε ήδη δημοσιεύσει πολύ περισσότερα σχετικά άρθρα από τον φίλο του, που προοριζόταν να γίνει διάσημος σε αυτό το επιστημονικό πεδίο.

Γεννημένος στη Γερμανία, στις 28 Νοεμβρίου 1820, ήταν ένας φέρελπις νέος, στον οποίο ο βιομήχανος υφαντουργίας πατέρας του είχε αρνηθεί τη δυνατότητα να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο, για να τον κατευθύνει στο δικό του επάγγελμα. Μορφώθηκε μόνος του χάρη σε μια ακόρεστη δίψα για γνώση και, για να αποφύγει τις συγκρούσεις με μια συντηρητική και πολύ θρησκευόμενη οικογένεια, υπέγραφε τα κείμενά του με ψευδώνυμο.

Εγινε άθεος και τα δύο χρόνια που πέρασε στην Αγγλία, όταν στα είκοσι δύο του τον έστειλαν να εργαστεί στο Μάντσεστερ, στο κλωστοϋφαντουργείο Ερμεν και Ενγκελς, υπήρξαν αποφασιστικά για την ωρίμανση των πολιτικών του πεποιθήσεων.

Τότε ήταν που παρατήρησε ο ίδιος τις επιπτώσεις της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του προλεταριάτου και του ανταγωνισμού μεταξύ των ατόμων. Ηρθε σε επαφή με το δημοκρατικό κίνημα των Χαρτιστών και ερωτεύτηκε μια Ιρλανδή εργάτρια, τη Μέρι Μπερνς.

Λαμπρός δημοσιογράφος, δημοσίευε στη Γερμανία αναφορές για τους αγγλικούς εργατικούς αγώνες και έγραφε στον αγγλόφωνο Τύπο για τις κοινωνικές προόδους στην ηπειρωτική Ευρώπη.

Το 1845 δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο: «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία». Υπογράμμιζε ότι αυτό βασίζεται σε «άμεσες παρατηρήσεις και αυθεντικές πηγές» και ότι είχε σκοπό «μια αναπόδραστη αναγκαιότητα για να δοθούν στέρεα θεμέλια στις σοσιαλιστικές θεωρίες»: την πραγματική γνώση των συνθηκών εργασίας και ζωής των προλετάριων.

Στις εισαγωγικές σελίδες του βιβλίου του υποστήριζε ότι η συγγραφή αυτού του έργου τον είχε βοηθήσει να «κατανοήσει την πραγματικότητα της ζωής». Την ίδια χρονιά, μετά τη δημοσίευση της «Αγίας οικογένειας», του πρώτου έργου που έγραψε μαζί με τον Μαρξ, ο Ενγκελς πήγε στην Αγγλία με τον φίλο του, στον οποίο κατάφερε να δείξει όσα είχε δει και κατανοήσει πριν από αυτόν.

Ο Μαρξ εγκατέλειψε την κριτική της μετα-εγελιανής φιλοσοφίας, για να ξεκινήσει το μακρύ ταξίδι που, το 1867, θα ολοκληρωνόταν με τη δημοσίευση του «Κεφαλαίου». Οι δυο φίλοι έγραψαν το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» (1848) και συμμετείχαν στα κινήματα της διετίας 1848-1849 στη Γερμανία, που τερματίστηκαν με τη νίκη της αντίδρασης.

Το 1849 ο Ενγκελς επέστρεψε στην Αγγλία και, όπως και ο Μαρξ, παρέμεινε εκεί μέχρι τον θάνατό του. Εγινε το «δεύτερο βιολί», όπως ο ίδιος χαρακτήριζε τον εαυτό του, και, για να βοηθάει και να υποστηρίζει τον φίλο του, δέχθηκε να διευθύνει το εργοστάσιο του πατέρα του στο Μάντσεστερ μέχρι το 1870.

Το 1850 δημοσίευσε το έργο «Ο πόλεμος των χωρικών στη Γερμανία», μια ιστορία των εξεγέρσεων που έγιναν τη διετία 1524-1525. Συνέταξε εξάλλου σχεδόν τα μισά από τα 500 άρθρα που υπέγραφε ο Μαρξ για την εφημερίδα New York Tribune, μεταξύ του 1851 και του 1862, αφηγούμενος στο αμερικανικό κοινό τους πολέμους εκείνης της δεκαετίας στην Ευρώπη.

Συχνά κατόρθωνε να προδιαγράφει ορισμένες εξελίξεις και να προβλέπει τις πολεμικές στρατηγικές που χρησιμοποιούσαν τα αντιμαχόμενα μέρη. Αυτό του προσέδωσε το παρωνύμιο με το οποίο ήταν γνωστός σε όλους τους κομματικούς συντρόφους: «ο στρατηγός».

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Ενγκελς πραγματοποίησε τις κυριότερες θεωρητικές του συμβολές, εκθέτοντας τις ιδέες του και μέσα από περιστασιακά γραπτά, για να αντικρούσει τις θέσεις πολιτικών αντιπάλων στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος ή για να διευκρινίσει τις απόψεις του σε θεωρητικές διαμάχες.

Το «Αντι-Ντίρινγκ», που δημοσιεύτηκε το 1878, έγινε έργο αναφοράς για τη διαμόρφωση της μαρξιστικής θεωρίας. Παρ’ όλο που πρέπει να διακρίνουμε την εκλαΐκευση που πραγματοποίησε ο Ενγκελς, σε ανοιχτή πολεμική με τις θεωρητικές διαστρεβλώσεις που κυκλοφορούσαν τότε, από τις εκλαϊκευτικές προσπάθειες που έκανε η μεταγενέστερη γενιά της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, η προσφυγή του στις φυσικές επιστήμες άνοιξε τον δρόμο σε μια εξελικτική αντίληψη των κοινωνικών φαινομένων, η οποία υποβάθμιζε την πολυεδρική ανάλυση του Μαρξ.

«Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη», μια αναδιατύπωση τριών κεφαλαίων του «Αντι-Ντίρινγκ» με σκοπό τη μαζική τους διάδοση, είχε ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία από το αρχικό κείμενο. Παρά τις αρετές αυτού του γραπτού, που κυκλοφόρησε σχεδόν όσο και το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», οι ορισμοί της «επιστήμης» και του «επιστημονικού σοσιαλισμού», που πρότεινε ο Ενγκελς, μπορούν να θεωρηθούν ως ένα παράδειγμα επιστημολογικού αυταρχισμού και χρησιμοποιήθηκαν έπειτα από τη μαρξιστική-λενινιστική εκδοχή της θεωρίας, προκειμένου να αποκλείσουν κάθε κριτική συζήτηση για τις θέσεις των «θεμελιωτών του κομμουνισμού».

«Η διαλεκτική της φύσης», ένα πρόγραμμα έρευνας που παρέμεινε αποσπασματικό, για το οποίο ο Ενγκελς εργάστηκε με πολλές διακοπές από το 1873 ώς το 1883, υπήρξε αντικείμενο μεγάλης πολεμικής.

Σύμφωνα με ορισμένους πρόκειται για τον ακρογωνιαίο λίθο του μαρξισμού, ενώ σύμφωνα με άλλους πρόκειται για το γραπτό που ευθύνεται για τη γέννηση του σοβιετικού δογματισμού. Μολονότι η διαλεκτική μέθοδος που χρησιμοποίησε ο Ενγκελς σίγουρα απλούστευε και υποβάθμιζε τη θεωρητική και μεθοδολογική πολυπλοκότητα του Μαρξ, δεν είναι σωστό ωστόσο -όπως επιφανειακά και άδικα παρατηρήθηκε στο παρελθόν- να τον θεωρήσουμε υπεύθυνο για όλα όσα δεν αρέσουν από τα γραπτά του φίλου του και να φορτώσουμε μόνο στις δικές του πλάτες τις αιτίες των θεωρητικών λαθών και των πολιτικών ηττών.

Το 1884 ο Ενγκελς δημοσίευσε το έργο «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», μια ανάλυση των ανθρωπολογικών μελετών που διεξήγαγε ο Αμερικανός Λιούις Μόργκαν.

Στη διάρκεια των δώδεκα ετών που έζησε μετά τον θάνατο του Μαρξ, αφιερώθηκε στη δημοσίευση της πνευματικής κληρονομιάς του και στην καθοδήγηση του διεθνούς εργατικού κινήματος. Και κατόρθωσε όχι μόνο να εκδώσει τα χειρόγραφα του δεύτερου και τρίτου τόμου του «Κεφαλαίου», αλλά και να επιμεληθεί διάφορες επανεκδόσεις των ήδη γνωστών έργων του Μαρξ. Στη νέα εισαγωγή ενός από αυτά («Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία, 1848-1850»), που έγραψε λίγους μήνες πριν πεθάνει, ο Ενγκελς επεξεργάστηκε μια θεωρία της επανάστασης που εναρμονιζόταν με το νέο ευρωπαϊκό σενάριο.

Το προλεταριάτο είχε γίνει πλειοψηφία και η κατάληψη της εξουσίας μέσω της εκλογικής οδού, χάρη στην καθολική ψήφο, θα του επέτρεπε να υπερασπιστεί ταυτόχρονα την επανάσταση και τη νομιμότητα. Αυτό δεν σήμαινε ότι η «πάλη στους δρόμους» δεν έπαιζε πλέον κανέναν ρόλο. Σήμαινε ότι η επανάσταση δεν μπορούσε να γίνεται νοητή χωρίς την ενεργητική συμμετοχή των μαζών και ότι αυτό απαιτούσε «μακρά και υπομονετική εργασία».

Διαβάζοντας τον Ενγκελς και παρατηρώντας την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα ο καπιταλισμός, μας γεννιέται η επιθυμία να ξαναρχίσουμε αυτή την εργασία.

Categories
Journalism

Διαβάστε τον Καρλ Μαρξ! Μη διαβάσετε γι’ αυτόν, διαβάστε τον ίδιο

Σήμερα συμπληρώνονται 200 χρόνια από τη γέννηση του Καρλ Μαρξ. Με αυτή την αφορμή, ο καθηγητής Μαρτσέλο Μούστο συνομίλησε με τον Ιμάνουελ Βαλερστάιν**, έναν από τους κορυφαίους μελετητές του έργου του Μαρξ. Το κείμενο αυτό που δημοσιεύει για την Ελλάδα η «Εφ.Συν.» έχει μεταφραστεί και σε άλλες επτά γλώσσες, για να διαβαστεί σε όλο τον κόσμο.

Για τρεις δεκαετίες, οι πολιτικές και η ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού έχουν επικρατήσει σε όλο τον κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, οι οικονομικές κρίσεις του 2008, οι βαθιές ανισότητες που υπάρχουν στην κοινωνία μας -ιδίως μεταξύ Βορρά και Νότου- και τα δραματικά περιβαλλοντικά ζητήματα της εποχής μας έχουν προτρέψει αρκετούς ερευνητές, οικονομικούς αναλυτές και πολιτικούς να ανοίξουν εκ νέου τη συζήτηση για το μέλλον του καπιταλισμού και την ανάγκη για μια εναλλακτική λύση.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, σήμερα, σχεδόν παντού στον κόσμο, με την ευκαιρία της διακοσιοστής επετείου από τη γέννηση του Μαρξ, υπάρχει μια «αναγέννηση του Μαρξ»: μια επιστροφή σε έναν συγγραφέα ο οποίος συνδέθηκε εσφαλμένα στο παρελθόν με τον δογματισμό του μαρξισμού-λενινισμού και απορρίφθηκε βιαστικά μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου.

Η επιστροφή στον Μαρξ είναι ακόμα απαραίτητη για την κατανόηση της λογικής και της δυναμικής του καπιταλισμού.

Το έργο του είναι επίσης ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο που παρέχει επιστημονική έρευνα για τους λόγους που απέτυχαν προηγούμενα κοινωνικοοικονομικά πειράματα να αντικατασταθεί ο καπιταλισμός από έναν άλλο τρόπο παραγωγής.

Μια εξήγηση αυτών των αποτυχιών είναι κρίσιμη για τη σύγχρονη αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων.

● Καθηγητή Βαλερστάιν, 30 χρόνια μετά το τέλος του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», εξακολουθούν να υπάρχουν δημοσιεύσεις, συζητήσεις και συνέδρια σε όλο τον κόσμο σχετικά με την ικανότητα του Καρλ Μαρξ να εξηγεί το παρόν. Σας εκπλήσσει αυτό το γεγονός; Ή μήπως πιστεύετε ότι οι ιδέες του Μαρξ θα εξακολουθήσουν να έχουν σημασία για όσους αναζητούν μια εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό;

Υπάρχει μια παλιά ιστορία για τον Μαρξ: τον πετάτε έξω από την εξώπορτα και εκείνος ξαναμπαίνει από το παράθυρο. Αυτό συνέβη και πάλι.

Ο Μαρξ είναι σημαντικός επειδή πρέπει να ασχοληθούμε με θέματα για τα οποία έχει ακόμα πολλά να πει και επειδή αυτό που είπε είναι διαφορετικό από αυτό που οι περισσότεροι συγγραφείς υποστήριξαν για τον καπιταλισμό.

Πολλοί αρθρογράφοι και πανεπιστημιακοί -όχι μόνον εγώ- βρίσκουν τον Μαρξ εξαιρετικά χρήσιμο και σήμερα η δημοτικότητά του αυξάνεται, σε πείσμα όσων είχαν προβλεφθεί το 1989.

● Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου απελευθέρωσε τον Μαρξ από τις αλυσίδες μιας ιδεολογίας που δεν είχε καμία σχέση με την αντίληψή του για την κοινωνία. Το πολιτικό τοπίο μετά την καταστροφή της Σοβιετικής Ενωσης βοήθησε να απελευθερωθεί ο Μαρξ από τον ρόλο του επικεφαλής ενός κρατικού μηχανισμού. Ποια είναι η ερμηνεία του κόσμου από τον Μαρξ που συνεχίζει να συγκεντρώνει την προσοχή;

Πιστεύω ότι όταν οι άνθρωποι συνοψίζουν την ερμηνεία του κόσμου από τον Μαρξ σε μια έννοια, σκέφτονται την «ταξική πάλη». Οταν διαβάζω τον Μαρξ υπό το φως των σημερινών θεμάτων, για μένα η ταξική πάλη σημαίνει τον απαραίτητο αγώνα αυτού που αποκαλώ Παγκόσμια Αριστερά -που πιστεύω ότι προσπαθεί να αντιπροσωπεύσει το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού με κριτήριο το εισόδημα- ενάντια στην Παγκόσμια Δεξιά – που αντιπροσωπεύει ίσως το 1% του πληθυσμού. Ο αγώνας είναι για το υπόλοιπο 19%. Το ζήτημα είναι πώς θα τους οδηγήσει η μια πλευρά να έρθουν μαζί της, αντί να στραφούν στην άλλη πλευρά.

Ζούμε σε μια εποχή δομικής κρίσης του παγκόσμιου συστήματος. Το υπάρχον καπιταλιστικό σύστημα δεν μπορεί να επιβιώσει, αλλά κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα τι θα το αντικαταστήσει.

Είμαι πεπεισμένος ότι υπάρχουν δύο πιθανότητες: η μία είναι αυτό που αποκαλώ «Πνεύμα του Νταβός». Ο στόχος του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός είναι να εγκαθιδρύσει ένα σύστημα που να διατηρεί τα χειρότερα χαρακτηριστικά του καπιταλισμού: την κοινωνική ιεραρχία, την εκμετάλλευση και, πάνω απ’ όλα, την πόλωση του πλούτου.

Η εναλλακτική λύση είναι ένα σύστημα που πρέπει να είναι πιο δημοκρατικό και πιο ισότιμο. Η ταξική πάλη είναι η θεμελιώδης προσπάθεια να επηρεαστεί το μέλλον αυτού που θα αντικαταστήσει τον καπιταλισμό.

● Ο προβληματισμός σας για τη μεσαία τάξη μού θυμίζει την ιδέα της ηγεμονίας του Αντόνιο Γκράμσι, αλλά νομίζω ότι το θέμα είναι επίσης να κατανοήσουμε πώς να κινητοποιήσουμε το πλήθος των ανθρώπων, το 80% που αναφέρατε, να συμμετάσχει στην πολιτική. Αυτό είναι ιδιαίτερα επείγον στον λεγόμενο «Παγκόσμιο Νότο», όπου συγκεντρώνεται η πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού και όπου, τις τελευταίες δεκαετίες, παρά τη δραστική αύξηση των ανισοτήτων που παράγει ο καπιταλισμός, τα προοδευτικά κινήματα έχουν γίνει πολύ πιο αδύναμα απ’ ό,τι πριν. Στις περιοχές αυτές, η αντίθεση στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση διοχετεύεται συχνά στην υποστήριξη των θρησκευτικών φονταμενταλισμών και των ξενοφοβικών κομμάτων. Βλέπουμε όλο και περισσότερο αυτό το φαινόμενο και στην Ευρώπη.

Το ερώτημα είναι το εξής: Μήπως ο Μαρξ μας βοηθά να καταλάβουμε αυτό το νέο σενάριο; Πρόσφατα δημοσιευμένες μελέτες έχουν προσφέρει νέες ερμηνείες του Μαρξ που θα μπορούσαν να συμβάλουν στο άνοιγμα άλλων «παραθύρων» στο μέλλον, για να χρησιμοποιήσω τη διατύπωσή σας. Αποκαλύπτουν έναν συγγραφέα ο οποίος επέκτεινε την εξέταση των αντιφάσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας πέρα από τη σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας σε άλλους τομείς.

Στην πραγματικότητα, ο Μαρξ αφιέρωσε πολύ από τον χρόνο του στη μελέτη των μη ευρωπαϊκών κοινωνιών και στον καταστροφικό ρόλο της αποικιοκρατίας στην περιφέρεια του καπιταλισμού.

Συνεπώς, σε αντίθεση με τις ερμηνείες που ταυτίζουν την αντίληψη του Μαρξ για τον σοσιαλισμό με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, οι οικολογικές ανησυχίες έχουν πρωταρχική θέση στο έργο του.

● Τέλος, ο Μαρξ ενδιαφέρθηκε ευρέως για διάφορα άλλα θέματα που οι ακαδημαϊκοί συχνά αγνοούν όταν μιλούν γι’ αυτόν. Ανάμεσά τους υπάρχουν το δυναμικό της τεχνολογίας, η κριτική του εθνικισμού, η αναζήτηση συλλογικών μορφών ιδιοκτησίας ανεξέλεγκτων από το κράτος και η ανάγκη για ατομική ελευθερία στη σύγχρονη κοινωνία: όλα τα θεμελιώδη ζητήματα της εποχής μας. Αλλά πέρα από αυτά τα νέα πρόσωπα του Μαρξ -τα οποία υποδηλώνουν ότι το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τη σκέψη του είναι ένα φαινόμενο που προορίζεται να συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια- θα μπορούσατε να αναφέρετε τρεις από τις πιο αναγνωρισμένες ιδέες του Μαρξ που πιστεύετε ότι αξίζει να επανεξεταστούν σήμερα;

Πρώτα απ’ όλα, ο Μαρξ μας εξήγησε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον ότι ο καπιταλισμός δεν είναι ο φυσικός τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας.

Στην «Αθλιότητα της Φιλοσοφίας», που δημοσιεύτηκε όταν ήταν μόλις 29 ετών, χλεύασε ήδη τους εκπροσώπους της αστικής πολιτικής οικονομίας, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι οι καπιταλιστικές σχέσεις «είναι φυσικοί νόμοι ανεξάρτητοι από την επιρροή του χρόνου».

Ο Μαρξ έγραψε ότι γι’ αυτούς «υπήρξε ιστορία, αφού στους θεσμούς της φεουδαρχίας βρίσκουμε αρκετά διαφορετικές παραγωγικές σχέσεις από εκείνες της αστικής κοινωνίας», αλλά ότι δεν εφάρμοσαν την ιστορία στον τρόπο παραγωγής που υποστήριζαν και παρουσίαζαν τον καπιταλισμό «ως φυσικό και αιώνιο».

Στο βιβλίο μου «Ιστορικός καπιταλισμός» προσπάθησα να εξηγήσω ότι ο καπιταλισμός είναι αυτό που συνέβη ιστορικά, σε αντίθεση με κάποια αόριστη και ασαφή ιδέα που υιοθετήθηκε από πολλούς πολιτικούς οικονομολόγους του συρμού. Υποστήριξα αρκετές φορές ότι δεν υπάρχει καπιταλισμός που δεν είναι ιστορικός καπιταλισμός. Είναι τόσο απλό για μένα και το οφείλουμε κυρίως στον Μαρξ.

Δεύτερον, θέλω να τονίσω τη σημασία της έννοιας της «πρωταρχικής συσσώρευσης», που σημαίνει ότι το θεμέλιο του καπιταλισμού ήταν η εκδίωξη της αγροτιάς από τη γη. Ο Μαρξ κατάλαβε πολύ καλά ότι αυτό ήταν η βασική διαδικασία που οδηγούσε στην κυριαρχία της αστικής τάξης. Αυτό συνέβη στην αρχή του καπιταλισμού και εξακολουθεί να συμβαίνει και σήμερα.

Τέλος, θα ήθελα να προτείνω να σκεφτούμε περισσότερο το θέμα «ιδιωτική ιδιοκτησία και κομμουνισμός». Στο σύστημα που εγκαθιδρύθηκε στη Σοβιετική Ενωση -ιδιαίτερα υπό τον Στάλιν- το κράτος κατείχε την ιδιοκτησία, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι οι άνθρωποι δεν υφίσταντο εκμετάλλευση ή καταπίεση. Την υφίσταντο.

Η συζήτηση για τον σοσιαλισμό σε μια χώρα, όπως έκανε ο Στάλιν, ήταν κάτι που δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό κανενός, συμπεριλαμβανομένου του Μαρξ, πριν από αυτή την περίοδο. Η δημόσια ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής είναι μία δυνατότητα. Μπορούν επίσης να ανήκουν σε συνεταιρισμούς. Πρέπει όμως να γνωρίζουμε ποιος παράγει και ποιος λαμβάνει την υπεραξία, αν θέλουμε να δημιουργήσουμε μια καλύτερη κοινωνία.

Αυτό πρέπει να αναδιοργανωθεί εντελώς σε σύγκριση με τον καπιταλισμό. Είναι το βασικό ερώτημα για μένα.

● Το έτος 2018 συμπληρώθηκαν 200 χρόνια από τη γέννηση του Μαρξ και νέα βιβλία και ταινίες έχουν αφιερωθεί στη ζωή του. Υπάρχει μια περίοδος της βιογραφίας του που θεωρείτε πιο ενδιαφέρουσα;

Ο Μαρξ είχε μια πολύ δύσκολη ζωή. Αντιμετώπισε σοβαρή προσωπική φτώχεια και υπήρξε τυχερός επειδή είχε έναν σύντροφο όπως ο Φρίντριχ Ενγκελς που τον βοήθησε να επιβιώσει.

Ο Μαρξ δεν είχε επίσης εύκολη ζωή συναισθηματικά και η εμμονή του να προσπαθήσει να κάνει αυτό που σκέφτηκε ως έργο της ζωής του -να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο καπιταλισμός- ήταν αξιοθαύμαστη. Αυτό το είδε ο ίδιος να συμβαίνει.

Ο Μαρξ δεν ήθελε να εξηγήσει την αρχαιότητα ούτε να καθορίσει ποια μορφή θα έχει ο σοσιαλισμός στο μέλλον. Δεν ήταν αυτά τα καθήκοντα που έθεσε στον εαυτό του. Ηθελε να κατανοήσει τον καπιταλιστικό κόσμο στον οποίο ζούσε.

● Σ’ όλη του τη ζωή, ο Μαρξ δεν υπήρξε απλώς ένας μελετητής που ήταν απομονωμένος μέσα στα βιβλία του Βρετανικού Μουσείου του Λονδίνου, αλλά πάντα ένας μαχητικός επαναστάτης που συμμετείχε στους αγώνες της εποχής του. Λόγω της πολιτικής του δράσης εκδιώχτηκε από τη Γαλλία, το Βέλγιο και τη Γερμανία στα νεανικά του χρόνια. Αναγκάστηκε επίσης να αυτοεξοριστεί στην Αγγλία όταν νικήθηκαν οι επαναστάσεις του 1848. Ενίσχυε εφημερίδες και περιοδικά και υποστήριζε πάντα τις εργατικές κινήσεις με κάθε δυνατό τρόπο. Αργότερα, από το 1864 έως το 1872, έγινε ο ηγέτης της Διεθνούς Ενωσης Εργαζομένων, της πρώτης διεθνούς οργάνωσης της εργατικής τάξης, και το 1871 υπερασπίστηκε την Κομμούνα του Παρισιού, το πρώτο σοσιαλιστικό πείραμα στην ιστορία.

Ναι, είναι αλήθεια. Είναι απαραίτητο να θυμόμαστε τη μαχητικότητα του Μαρξ. Οπως πρόσφατα τονίσατε στον τόμο «Workers Unite!», είχε έναν ξεχωριστό ρόλο στη Διεθνή, μια οργάνωση ανθρώπων που ήταν μακριά ο ένας από τον άλλο, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν μηχανισμοί εύκολης επικοινωνίας.

Η πολιτική δραστηριότητα του Μαρξ περιελάμβανε και τη δημοσιογραφία. Το έκανε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ως τρόπο επικοινωνίας με ένα ευρύτερο κοινό. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος για να κερδίσει χρήματα, αλλά θεωρούσε την αρθρογραφία του πολιτική δραστηριότητα. Δεν είχε γι’ αυτόν κανένα νόημα να είναι ουδέτερος. Ηταν πάντα ένας στρατευμένος δημοσιογράφος.

● Το 2017, με την ευκαιρία της 100ής επετείου της Ρωσικής Επανάστασης, ορισμένοι μελετητές επέστρεψαν στην αντίθεση ανάμεσα στον Μαρξ και ορισμένους από τους αυτοαποκαλούμενους οπαδούς του που βρέθηκαν στην εξουσία κατά τον 20ό αιώνα. Ποια είναι η κύρια διαφορά τους με τον Μαρξ;

Τα γραπτά του Μαρξ είναι διαφωτιστικά και το περιεχόμενό τους είναι πολύ πιο εκλεπτυσμένο και ποικιλόμορφο από τις απλοϊκές ερμηνείες των ιδεών του. Είναι πάντα καλό να θυμάστε το γνωστό ανέκδοτο, σύμφωνα με το οποίο ο Μαρξ είπε «Αν αυτό είναι μαρξισμός, το μόνο που είναι βέβαιο είναι ότι εγώ δεν είμαι μαρξιστής».

Ο Μαρξ ήταν πάντα έτοιμος να ασχοληθεί με την πραγματικότητα του κόσμου, αντίθετα με πολλούς άλλους που επέβαλαν δογματικά τις απόψεις τους.

Ο Μαρξ άλλαζε συχνά τις απόψεις του. Βρισκόταν συνεχώς σε αναζήτηση λύσεων για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο κόσμος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εξακολουθεί να είναι ένας πολύ βοηθητικός και χρήσιμος οδηγός.

● Εν κατακλείδι, τι θα θέλατε να πείτε στη νεότερη γενιά που δεν έχει ακόμη συναντήσει τον Μαρξ;

Το πρώτο πράγμα που έχω να πω στους νέους είναι ότι πρέπει να τον διαβάσουν. Μη διαβάσετε γι’ αυτόν, διαβάστε τον ίδιο τον Μαρξ. Λίγοι άνθρωποι -σε σύγκριση με τους πολλούς που μιλούν γι’ αυτόν- διαβάζουν στην πραγματικότητα τον Μαρξ. Αυτό ισχύει και για τον Ανταμ Σμιθ.

Γενικά οι περισσότεροι διαβάζουν μόνο μέσω άλλων γι’ αυτούς τους κλασικούς συγγραφείς. Οι άνθρωποι μαθαίνουν γι’ αυτούς μέσω της σύνοψης που έχουν κάνει άλλοι. Θέλουν να εξοικονομήσουν χρόνο, αλλά, στην πραγματικότητα, αυτό είναι χάσιμο χρόνου!

Ολοι πρέπει να διαβάσουμε ενδιαφέροντες ανθρώπους και ο Μαρξ είναι ο πιο ενδιαφέρων μελετητής του 19ου και του 20ού αιώνα. Δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό. Κανείς δεν τον φτάνει στον αριθμό των πραγμάτων που έγραψε, ούτε στην ποιότητα της ανάλυσής του.

Ετσι, το μήνυμά μου προς τη νέα γενιά είναι ότι αξίζει να ανακαλύψετε τον Μαρξ, αλλά πρέπει να διαβάσετε, να διαβάσετε, να διαβάσετε τον ίδιο. Διαβάστε τον Καρλ Μαρξ!

*Ο Μαρτσέλο Μούστο είναι αναπληρωτής καθηγητής της Κοινωνιολογικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο της Υόρκης στο Τορόντο. Εχει συγγράψει και επεξεργαστεί αρκετά βιβλία για τον Μαρξ.
**Ο Ιμάνουελ Βαλερστάιν, κορυφαίος ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Γιέιλ, έχει μελετήσει πολλά χρόνια τον Μαρξ και έχει συγγράψει περισσότερα από 30 βιβλία που έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες.

Categories
Journalism

Ο δημοσιογράφος Καρλ Μαρξ και οι τεχνοκράτες

Ο Μαρξ, ο οποίος ξανάρχισε να διαβάζεται εδώ και μερικά χρόνια και να συζητείται στο διεθνή τύπο, λόγω της ανάλυσης και της πρόβλεψης του κυκλικού και δομικού χαρακτήρα των καπιταλιστικών κρίσεων, θα έπρεπε να ξαναδιαβαστεί σήμερα στην Ελλάδα και στην Ιταλία για έναν ακόμα λόγο: λόγω της επανεμφάνισης της «κυβέρνησης τεχνοκρατών».

Με την ιδιότητα του δημοσιογράφου της New York Tribune, μιας από τις πιο διαδεδομένες εφημερίδες του καιρού του, ο Μαρξ παρατήρησε τα πολιτικά γεγονότα που οδήγησαν, στην Αγγλία του 1852, στη γέννηση της πρώτης «κυβέρνησης τεχνοκρατών» στην ιστορία, της κυβέρνησης Άμπερντιν (Δεκέμβριος 1852 – Ιανουάριος 1855).

Η ανάλυση του Μαρξ ξεχωρίζει για την οξυδέρκεια και το σαρκασμό της. Ενώ οι Times υμνούν την εξέλιξη σαν ένα σημάδι εισόδου «στην πολιτική χιλιετία, σε μια εποχή όπου το κομματικό πνεύμα μοιραία θα χαθεί και μόνο η ιδιοφυία, η εμπειρία, η φιλοπονία και ο πατριωτισμός θα δίνουν δικαίωμα σε δημόσια αξιώματα», ενώ επικαλούνται γι’ αυτή την κυβέρνηση τη στήριξη των «ανθρώπων κάθε τάσης», εφόσον «οι αρχές τους απαιτούσαν τη γενική συναίνεση και στήριξη», ο Μαρξ περιγελά την κατάσταση στο άρθρο του Μια θνησιγενής κυβέρνηση. Προοπτικές της κυβέρνησης συνασπισμού (Ιανουάριος 1853). Αυτό που οι Times θεωρούσαν τόσο μοντέρνο και συναρπαστικό αποτελούσε για κείνον μια φάρσα. Όταν ο τύπος του Λονδίνου ανακοίνωσε ένα «υπουργείο αποτελούμενο από καινούριους ανθρώπους», ο Μαρξ δήλωσε ότι «ο κόσμος θα εκπλαγεί σίγουρα ελάχιστα όταν μάθει ότι η νέα εποχή της ιστορίας πρόκειται να εγκαινιαστεί από φθαρμένους και υπέργηρους ογδοντάρηδες (…) από γραφειοκράτες που συμμετείχαν σχεδόν σε κάθε κυβέρνηση από τα τέλη του περασμένου αιώνα ως μέλη του υπουργικού συμβουλίου, άτομα διπλά νεκρά, λόγω ηλικίας και φθοράς, που ανακλήθηκαν στη ζωή μόνο τεχνητά».

Μαζί με την κριτική των ατόμων, υπάρχει –φυσικά– η πολύ πιο σημαντική κριτική της πολιτικής. Ο Μαρξ αναρωτιέται λοιπόν: «Μας υπόσχονται την ολοκληρωτική εξαφάνιση της πάλης μεταξύ των κομμάτων ή μάλλον την εξαφάνιση των ίδιων των κομμάτων. Τι θέλουν να πουν οι Times;». Το ερώτημα είναι, δυστυχώς, εξαιρετικά επίκαιρο, σ’ έναν κόσμο όπου η κυριαρχία του κεφαλαίου ξανάγινε άγρια, όπως ακριβώς ήταν στα μέσα του Χίλια Οκτακόσια.

Ο διαχωρισμός μεταξύ «οικονομικού» και «πολιτικού», που διαφοροποιεί τον καπιταλισμό από τους προηγούμενους τρόπους παραγωγής, έφθασε σήμερα στο αποκορύφωμα. Η οικονομία όχι μόνο κυριαρχεί επί της πολιτικής, υπαγορεύοντας πρόγραμμα και αποφάσεις, αλλά είναι τώρα πια τοποθετημένη εκτός των αρμοδιοτήτων της και εκτός του δημοκρατικού ελέγχου, σε τέτοιο βαθμό ώστε η αλλαγή κυβερνήσεων να μην τροποποιεί πια τις κατευθύνσεις της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Στα τελευταία τριάντα χρόνια μεταβιβάσαμε την εξουσία από την πολιτική σφαίρα στην οικονομική, πετύχαμε να μετατρέψουμε πιθανές πολιτικές αποφάσεις σε αδιαφιλονίκητες οικονομικές επιταγές, που κάτω από την ιδεολογική μάσκα του απολίτικου έκρυβαν ένα οικοδόμημα κατ’ εξοχήν πολιτικό, και μάλιστα με εντελώς αντιδραστικό περιεχόμενο. Η μετακίνηση ενός τμήματος της πολιτικής σφαίρας στην οικονομία, ως χωριστό και απαράλλαχτο πλαίσιο, η μεταβίβαση εξουσίας από τα κοινοβούλια στην αγορά, τους θεσμούς της και τις ολιγαρχίες της, συνιστά το πιο σοβαρό κώλυμα για τη δημοκρατία στην εποχή μας. Οι αξιολογήσεις της Standard & Poor’s, οι δείκτες της Wall Street – αυτά τα τεράστια φετίχ της σύγχρονης εποχής – έχουν ισχύ μεγαλύτερη από τη λαϊκή βούληση. Στην καλύτερη περίπτωση, η πολιτική εξουσία μπορεί να επέμβει στην οικονομία (οι κυρίαρχες τάξεις έχουν συχνά ανάγκη να μετριάσουν τις καταστροφές που προκαλούνται από την αναρχία του καπιταλισμού και από τις βίαιες κρίσεις του), χωρίς όμως ποτέ να μπορούν να ξαναθέσουν υπό συζήτηση τους κανόνες και τις βασικές επιλογές.

Προφανής απόδειξη των όσων περιγράψαμε είναι τα γεγονότα που συνέβησαν αυτές τις μέρες στην Ελλάδα και την Ιταλία. Πίσω από την απάτη της «κυβέρνησης τεχνοκρατών» –ή, όπως συνηθιζόταν να λέγεται στην εποχή του Μαρξ, «της κυβέρνησης όλων των ταλέντων»– κρύβεται η αναστολή της πολιτικής (δεν επιτρέπεται να παραχωρηθούν ούτε δημοψηφίσματα, ούτε εκλογές) που πρέπει να εκχωρήσει όλο το έδαφος στην οικονομία. Στο άρθρο Κυβερνητικές Πράξεις (Απρίλιος 1853), ο Μαρξ υποστήριξε ότι «ίσως το καλύτερο πράγμα που μπορεί να πει κανείς για την κυβέρνηση συνασπισμού («τεχνοκρατών») είναι ότι αντιπροσωπεύει την αδυναμία της (πολιτικής) εξουσίας σε μια μεταβατική στιγμή». Οι κυβερνήσεις δεν συζητούν πλέον ποιες οικονομικές κατευθύνσεις πρέπει να υιοθετήσουν, αλλά οι οικονομικές κατευθύνσεις προκαλούν τη δημιουργία των κυβερνήσεων.

Στην Ιταλία τα προγραμματικά σημεία αυτής της κυβέρνησης απαριθμήθηκαν σε μια επιστολή (που θα έπρεπε μάλιστα να μείνει απόρρητη) που απηύθυνε, το περασμένο καλοκαίρι, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην κυβέρνηση Μπερλουσκόνι. Για να «επανέλθει η εμπιστοσύνη» των αγορών πρέπει να προχωρήσουμε ολοταχώς στο δρόμο των «δομικών αλλαγών» (έκφραση που έγινε συνώνυμη κοινωνικής σφαγής), δηλαδή: μείωση των μισθών, αναθεώρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων όσον αφορά τους νόμους που ρυθμίζουν την πρόσληψη και την απόλυση, αύξηση της συντάξιμης ηλικίας και ιδιωτικοποιήσεις σε ευρεία κλίμακα. Οι νέες «κυβερνήσεις τεχνοκρατών», με επικεφαλής ανθρώπους που μεγάλωσαν μέσα στους οικονομικούς θεσμούς που είναι περισσότερο υπεύθυνοι για την κρίση (βλέπε τον διορισμό Παπαδήμου στην Ελλάδα και Μόντι στην Ιταλία) θα ακολουθήσουν αυτό το δρόμο. Φυσικά για το «καλό της χώρας» και για το «μέλλον των επόμενων γενεών», στήνεται στον τοίχο κάθε φωνή εκτός χορωδίας.

Στο σκηνικό αυτό, αν η αριστερά δεν θέλει να εξαφανιστεί, πρέπει να ξαναρχίσει να είναι σε θέση να ερμηνεύει τις πραγματικές αιτίες της σημερινής κρίσης και να έχει το θάρρος να προτείνει και να δοκιμάσει τις αναγκαίες ριζοσπαστικές απαντήσεις εξόδου.

Categories
Journal Articles

ΔΙΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΩΝ GRUNDRISSE ΑΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ. ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ

1. 1858-1953: Εκατό χρόνια μοναξιάς
Τον Μάιο του 1858 ο Μαρξ εγκαταλείπει τα Grundrisse προκειμένου να εξοικονομήσει χρόνο για τη Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Χρησιμοποιεί μέρη των Grundrisse για τη συγγραφή της Συμβολής, όμως στη συνέχεια δεν επανέρχεται σχεδόν ποτέ σ’ αυτά.

Μάλιστα, παρ’ όλον ότι συνήθιζε να επικαλείται προηγούμενες μελέτες του, ακόμα και να μεταφέρει αυτούσια ολόκληρα χωρία τους, με την εξαίρεση των Χειρογράφων του 1861-63 κανένα απ’ αυτά τα προπαρασκευαστικά χειρόγραφα του Κεφαλαίου δεν περιέχει κάποια αναφορά στα Grundrisse. Τα χειρόγραφα αυτά μένουν, μαζί με πολλά άλλα, αναξιοποίητα, καθώς ο Μαρξ απορροφάται πλέον σε πιο ειδικά προβλήματα από αυτά που εξετάζονταν εκεί.

Δεν μπορούμε να είμαστε κατηγορηματικοί με το θέμα, είναι όμως πιθανό ότι ούτε και ο Ένγκελς διάβασε ποτέ τα Grundrisse. Όπως είναι γνωστό, ο Μαρξ κατόρθωσε να ολοκληρώσει μόνο τον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου μέχρι το θάνατό του, και αυτός που συνέλλεξε και ξεχώρισε τα ανολοκλήρωτα χειρόγραφα ήταν ο Ένγκελς. Στην πορεία αυτής της δραστηριότητας, ο Ένγκελς θα πρέπει να εξέτασε δεκάδες πρόχειρα που περιείχαν προκαταρτικά σχεδιάσματα του Κεφαλαίου και είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι καθώς έβαζε σε κάποια σειρά το βουνό από τα χαρτιά, θα ξεφύλλισε τα Grundrisse και θα συμπέρανε ότι πρόκειται για κάποια αρχική εκδοχή του έργου του φίλου του – προγενέστερη ακόμα και της Συμβολής στην Κριτική της Πολιτική Οικονομία του 1859 – και ότι επομένως δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς του. Εκτός αυτού, ο Ένγκελς δεν αναφέρθηκε ποτέ στα Grundrisse, ούτε στους προλόγους των δυο τόμων του Κεφαλαίου που είδε να τυπώνονται, ούτε σε κάποια επιστολή από την εκτεταμένη αλληλογραφία του. Μετά το θάνατο του Ένγκελς, ένα μεγάλο μέρος των πρωτότυπων χειρογράφων του Μαρξ κατατέθηκαν στο αρχείο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (SPD) στο Βερολίνο, όπου και αντιμετωπίστηκαν με την μέγιστη αδιαφορία. Οι πολιτικές συγκρούσεις στο εσωτερικό του κόμματος εμπόδισαν τη δημοσίευση του πολυάριθμου σημαντικού υλικού που είχε αφήσει πίσω του ο Μαρξ. Μάλιστα, οι διαμάχες αυτές οδήγησαν στη διασπορά των χειρογράφων και επί ένα μεγάλο διάστημα ήταν ανέφικτη η πλήρης έκδοση των έργων του. Αλλά και κανείς δεν αναλάμβανε την ευθύνη της σύνταξης ενός καταλόγου του πνευματικού έργου του Μαρξ, με αποτέλεσμα τα Grundrisse να παραμένουν καταχωμένα μαζί με άλλα του κείμενα.

Το μοναδικό απόσπασμα των Grundrisse που είδε το φως σ’ αυτή την περίοδο ήταν η «Εισαγωγή» που δημοσίευσε ο Karl Kautsky το 1903 στο Die Neue Zeit με μια σύντομη σημείωση ότι επρόκειτο για «αποσπασματικό σχεδίασμα» με χρονολογία 23 Αυγούστου 1857. Υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για την εισαγωγή στο πρωτεύον έργο του Μαρξ, ο Kautsky της έδωσε τον τίτλο Einleitung. Zu einer Kritik der politischen Ökonomie (Εισαγωγή σε μια κριτική της Πολιτικής Οικονομίας) και επέμεινε ότι «παρά τον αποσπασματικό της χαρακτήρα» προσέφερε μια πληθώρα νέων οπτικών» (Marx 1903: 710, n.1). Πράγματι το κείμενο συγκέντρωσε σημαντικό ενδιαφέρον: οι πρώτες μεταφράσεις σε άλλες γλώσσες ήταν η γαλλική (1903) και η αγγλική (1904) και πολύ σύντομα έγινε ευρέως γνωστό όταν ο Kautsky το δημοσίευσε το 1907 ως «Παράρτημα» της Συμβολής στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Ακολούθησαν όλο και περισσότερες μεταφράσεις, και μεταξύ αυτών η ρωσική (1922), η ιαπωνική (1924), η ελληνική (1927), και η κινεζική (1930) – μέχρις ότου αναδείχτηκε σε ένα από τα πλέον σχολιασμένα κείμενα στο σύνολο της θεωρητικής παραγωγής του Μαρξ.

Ωστόσο, ενώ η τύχη χαμογέλασε στην «Εισαγωγή», τα Grundrisse παρέμεναν άγνωστα επί πολλά χρόνια. Δύσκολα μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο Kautsky δεν ανακάλυψε το συνολικό χειρόγραφο μαζί με την «Εισαγωγή», ωστόσο δεν ανέφερε ποτέ τίποτα σχετικό. Και λίγο αργότερα, όταν αποφάσισε να δημοσιεύσει, μεταξύ 1905 και 1910, κάποια άγνωστα μέχρι τότε γραπτά του Μαρξ, εστίασε τον ενδιαφέρον του σε μια συλλογή υλικού από το 1861-3, στην οποία έδωσε τον τίτλο Θεωρίες για την Υπεραξία.

Η ανακάλυψη των Grundrisse ήρθε το 1923, χάρη στον David Ryazanov, διευθυντή του Ινστιντούτου Μαρξ – Ένγκελς (ΜΕΙ) στη Μόσχα, και οργανωτή του Marx Engels Gesamtausgabe (MEGA), των Απάντων των Μαρξ και Ένγκελς. Μετά από μια εξέταση της Nachlass («πνευματικής κληρονομιάς») στο Βερολίνο, ο Ryazanov αποκάλυψε την ύπαρξη των Grundrisse σε μια αναφορά του στη Σοσιαλιστική Ακαδημία της Μόσχας σχετικά με την πνευματική κληρονομιά των Μαρξ και Ένγκελς:

«Ανάμεσα στα χαρτιά του Μαρξ βρήκα άλλα οκτώ χειρόγραφα οικονομικών μελετών […] Τα χειρόγραφα αυτά μπορούν να χρονολογηθούν γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1850, και περιλαμβάνουν το πρώτο σχεδίασμα του έργου του Μαρξ [ Das Kapital], ο τίτλος του οποίου δεν είχε οριστικοποιηθεί εκείνη την εποχή. [Ακόμα] περιλαμβάνει την πρώτη εκδοχή τηςΣυμβολής στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» [1] (Ryazanov 1925: 393-4).

«Σε κάποιο από αυτά τα τετράδια», συνεχίζει ο Ryazanov, «ο Kautsky βρήκε την “Εισαγωγή” στη Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας – και θεωρεί ότι τα προπαρασκευαστικά χειρόγραφα για το Κεφάλαιο είναι “εξαιρετικού ενδιαφέροντος για όσα έχουν να μας πουν σχετικά με την ιστορία της πνευματικής ανάπτυξης του Μαρξ και τη χαρακτηριστική του μέθοδο εργασίας και έρευνας”» (Ryazanov 1925: 394).

Μετά από μια συμφωνία για δημοσίευση της MEGA μεταξύ του ΜΕΙ, του Ινστιτούτου Κοινωνικής Έρευνας της Φρανκφούρτης και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (που εξακολουθούσε να έχει την επιμέλεια των Marx-Engels Nachlass) τα Grundrisse φωτογραφήθηκαν μαζί με πολλά άλλα αδημοσίευτα γραπτά και άρχισαν να μελετώνται από ειδήμονες στη Μόσχα. Μεταξύ 1925 και 1927, ο Pavel Veller από το ΜΕΙ συνέταξε έναν κατάλογο όλων των προπαρασκευαστικών υλικών του Κεφαλαίου, το πρώτο από τα οποία ήταν τα ίδια τα Grundrisse. Μέχρι το 1931, το χειρόγραφο είχε αποκρυπτογραφηθεί και δακτυλογραφηθεί στο σύνολό του και το 1933 ένα μέρος του δημοσιεύτηκε στα ρωσικά ως «Κεφάλαιο για το χρήμα», ακολουθούμενο από μια αντίστοιχη γερμανική έκδοση. Τέλος, το 1936, το Ινστιντούτο Μαρξ – Ένγκελς – Λένιν (ΜΕLI, διάδοχος του ΜΕΙ) απέκτησε έξι από τα οκτώ τετράδια των Grundrisse, γεγονός που έκανε εφικτή τη λύση των εκκρεμών εκδοτικών προβλημάτων.

Στη συνέχεια, το 1939, το τελευταίο σημαντικό χειρόγραφο του Μαρξ – μια εκτεταμένη εργασία μιας από τις πιο γόνιμες περιόδους της ζωής του – δημοσιεύτηκε στη Μόσχα με τον τίτλο που του έδωσε ο Veller:Grundrisse der Kritik der politischen Ökonomie (Rohentwurf) 1857–1858. Δύο χρόνια αργότερα ακολούθησε ένα παράρτημα (Anhang) που περιελάμβανε τα σχόλια του Μαρξ του 1850-1 σχετικά με τις Αρχές Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας του Ρικάρντο, τις σημειώσεις του για τους Bastiat και Carey, τον πίνακα περιεχόμενων τωνGrundrisse από τον ίδιο τον Μαρξ, και το προπαρασκευαστικό υλικό (Urtext) για τη Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας του 1859. Ο πρόλογος του MELI στην έκδοση του 1939 υπογράμμιζε την εξαιρετική του αξία: «το χειρόγραφο του 1857-1958, που δημοσιεύεται για πρώτη φορά αυτούσιο στον παρόντα τόμο, σηματοδοτεί μια αποφασιστική βαθμίδα του οικονομικού έργου του Μαρξ» (Marx-Engels-Lenin-Institut 1939: VII).

Παρά το ότι οι κατευθυντήριες γραμμές του εκδότη και η μορφή της δημοσίευσης ήταν παρόμοια, τα Grundrisse δεν περιελήφθησαν στους τόμους της MEGA αλλά εκδόθηκαν ξεχωριστά. Ακόμα, η μεσολάβηση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου συνέβαλε ώστε το έργο να παραμείνει πρακτικά άγνωστο: Τα τρία χιλιάδες αντίγραφα πολύ γρήγορα έγιναν δυσεύρετα και πολύ λίγα απ’ αυτά κατόρθωσαν να διασχίσουν τα σοβιετικά σύνορα. Τα Grundrisse δεν εμφανίζονται στα Sochinenya του 1928-1947, την πρώτη ρωσική έκδοση των έργων των Μαρξ και Ένγκελς, και η πρώτη αναπαραγωγή τους στα γερμανικά γίνεται μόλις στα 1953. Ενώ είναι εκπληκτικό το ότι ένα κείμενο αιρετικό σε σχέση με τους μη επιδεχόμενους αμφισβήτηση κανόνες τουdiamat, του σοβιετικού τύπου διαλεκτικού υλισμού, όπως τα Grundrisse, εκδόθηκε στη διάρκεια της σταλινικής περιόδου, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι την εποχή εκείνη ήταν το σημαντικότερο κείμενο του Μαρξ που δεν κυκλοφορούσε στα γερμανικά. Η τελική του έκδοση στο Ανατολικό Βερολίνο σε 30.000 αντίτυπα ήταν μέρος του Karl Marx Jahr (έτους Καρλ Μαρξ) και του εορτασμού για τα εβδομήντα χρόνια από το θάνατο και τα εκατόν δεκαπέντε χρόνια από τη γέννησή του. Έτσι λοιπόν, τα Grundrisse, που γράφτηκαν το 1857-8, έγιναν προσιτά στο ευρύ κοινό μετά το 1953, μετά από εκατόν πενήντα χρόνια μοναξιάς.

2. Πεντακόσιες χιλιάδες αντίτυπα διάσπαρτα σ’ όλο τον κόσμο
Παρά την αίσθηση που προκάλεσε αυτό το σημαντικό νέο, προγενέστερο του Κεφαλαίου χειρόγραφο, και παρά τη θεωρητική αξία που του αποδόθηκε, οι εκδόσεις του σε άλλες γλώσσες ήρθαν καθυστερημένα. Μετά την «Εισαγωγή», ένα άλλο απόσπασμα, το πρώτο που κίνησε το ενδιαφέρον, ήταν «οι προκαπιταλιστικές μορφές παραγωγής». Το απόσπασμα αυτό μεταφράστηκε στα ρωσικά το 1939 και μετά, από τα ρωσικά στα ιαπωνικά το 1947-8. Στη συνέχεια, η ξεχωριστή γερμανική έκδοση αυτού του κεφαλαίου και μια μετάφρασή του στα αγγλικά συνέβαλαν στην εξασφάλιση ενός ευρύτατου αναγνωστικού κοινού. Η γερμανική έκδοση, το 1952, που αποτέλεσε μέρος τουKleine Bücherei des Marxismus- Leninismus (Μικρή Βιβλιοθήκη Μαρξισμού-Λενινισμού) χρησίμευσε ως βάση για την ιταλική και ουγγρική έκδοση (1953 και 1954 αντίστοιχα), ενώ η αγγλική που δημοσιεύτηκε το 1964, βοήθησε στη διάδοσή του στον αγγλόφωνο κόσμο και στη συνέχεια στον ισπανόφωνο κόσμο μέσω μεταφράσεων που εκδόθηκαν στην Αργεντινή (1966) και Ισπανία (1967). Ο εκδότης αυτής της αγγλικής έκδοσης, Έρικ Χομπσμπάνουμ, προσέθεσε έναν πρόλογο που βοηθούσε στην υπογράμμιση της σημασίας του: «Οι προκαπιταλιστικοί οικονομικοί σχηματισμοί», έγραφε ο Χομπσμπάνουμ, «ήταν η συστηματικότερη προσπάθεια του Μαρξ να αναμετρηθεί με το πρόβλημα της ιστορικής εξέλιξης» και «μπορούμε να πούμε χωρίς καμιά επιφύλαξη, ότι κάθε μαρξιστική ιστορική συζήτηση που δεν [την] λαμβάνει υπ’ όψη της […] θα πρέπει να επανεξεταστεί υπό το φως της» (Hobsbawm 1964: 10). Πράγματι, όλο και περισσότεροι ερευνητές σ’ ολόκληρο τον κόσμο άρχισαν να ασχολούνται μ’ αυτό το κείμενο, που δημοσιεύτηκε σε πολλές άλλες χώρες προκαλώντας πάντοτε σημαντικές ιστορικές και θεωρητικές συζητήσεις.

Οι μεταφράσεις των Grundrisse στην πλήρη τους εκδοχή άρχισαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Η διάδοσή τους ήταν μια αργή αλλά και μη αναστρέψιμη διαδικασία, η οποία τελικά επέτρεψε μια συνολικότερη και σε κάποιες περιπτώσεις διαφορετική αξιολόγηση του έργου του Μαρξ. Οι καλύτεροι ερμηνευτές των Grundrisse μελέτησαν το πρωτότυπο κείμενο, ωστόσο η ευρύτερη μελέτη του – τόσο μεταξύ των ερευνητών που αδυνατούσαν να διαβάσουν γερμανικά, όσο και πρωτίστως, μεταξύ των αγωνιστών της Αριστεράς και των φοιτητών – ήρθε μόνο μετά τη δημοσίευσή τους στις διάφορες εθνικές γλώσσες. Οι πρώτες τέτοιες εκδόσεις εμφανίστηκαν στην Ανατολή: στα ιαπωνικά (1958 – 65) και τα κινέζικα (1962 -78). Στη Σοβιετική Ένωση έχουμε μια έκδοση στα ρώσικα μόλις το 1968-9, ως συμπλήρωμα της δεύτερης διευρυμένης έκδοσης των Sochineniya (1955–66). Ο προηγούμενος αποκλεισμός του από την έκδοση αυτή ήταν πολύ σοβαρή παράλειψη γιατί οδήγησε σε μια αντίστοιχη απουσία των Grundrisse από τα Marx- Engels Werke (MEW) του 1956-68, που αναπαρήγαγαν τα κείμενα της σοβιετικής επιλογής. Μ’ αυτό τον τρόπο, η MEW, η ευρύτερα χρησιμοποιούμενη έκδοση των έργων των Μαρξ και Ένγκελς και πηγή για τη μετάφρασή τους στις περισσότερες άλλες γλώσσες, στερήθηκε τα Grundrisse μέχρι την τελική τους δημοσίευση ως συμπλήρωμα, στα 1983.

Τα Grundrisse άρχισαν να κυκλοφορούν στη Δ. Ευρώπη στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Η πρώτη μετάφρασή τους ήταν στα γαλλικά (1967-8), ήταν όμως χαμηλής ποιότητας και χρειάστηκε να αντικατασταθεί από μια πιστότερη μετάφραση στα 1980. Ακολούθησε μια ιταλική έκδοση μεταξύ 1968 και 1970, με την πρωτοβουλία να προέρχεται, όπως και στην περίπτωση της Γαλλίας, από οίκο ανεξάρτητο του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στα ισπανικά στη δεκαετία του 1970. Αν εξαιρέσουμε την έκδοση του 1970-1 στην Κούβα, που είχε περιορισμένη αξία λόγω του ότι βασίστηκε στη γαλλική μετάφραση, και η κυκλοφορία της οποίας παρέμεινε περιορισμένη στα όρια της χώρας, η πρώτη σωστή ισπανική μετάφραση πραγματοποιήθηκε στην Αργεντινή μεταξύ 1970 και 1976. Ακολούθησαν άλλες τρεις διαδοχικές εκδόσεις στην Ισπανία, την Αργεντινή και το Μεξικό, καθιστώντας την ισπανική τη γλώσσα με τον μεγαλύτερο αριθμό μεταφράσεων των Grundrisse.

Της αγγλικής μετάφρασης προηγήθηκε το 1971 μια επιλογή αποσπασμάτων, των οποίων ο εκδότης, McLellan, ενίσχυσε τις προσδοκίες των αναγνωστών σχετικά με το κείμενο: «Τα Grundrisse είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό σκαρίφημα του Κεφαλαίου» (McLellan 1971: 2). Στην πραγματικότητα, «περιέχει μια σύνθεση των διαφόρων “νημάτων” της σκέψης του Μαρξ, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έργο του […] Κατά μια έννοια, κανένα από τα έργα του Μαρξ δεν είναι πλήρες, ωστόσο το πληρέστερο όλων είναι τα Grundrisse» (McLellan 1971: 14-15). Η πλήρης έκδοση ολοκληρώθηκε τελικά το 1973, είκοσι ολόκληρα χρόνια μετά την πρωτότυπη έκδοση στα γερμανικά. Ο μεταφραστής τους, Martin Nicolaus σημείωσε στον πρόλογο: «Πέρα από τη μεγάλη βιογραφική και ιστορική τους αξία, [τα Grundrisse] προσθέτουν σημαντικό νέο υλικό και αποτελούν το μοναδικό περίγραμμα του οικονομικο-πολιτικού προτάγματος του Μαρξ στο σύνολό του. Τα Grundrisse αμφισβητούν και θέτουν υπό δοκιμασία την όποια σοβαρή ερμηνεία του Μαρξ που έχει εμφανιστεί μέχρι σήμερα» (Nicolaus 1973: 7).

Η δεκαετία του 1970 ήταν επίσης η κρίσιμη δεκαετία για τις μεταφράσεις στην Ανατολική Ευρώπη. Γιατί, από τη στιγμή που δόθηκε το πράσινο φως στη Σοβιετική Ένωση, δεν υπήρχε πλέον εμπόδιο για την εμφάνιση των Grundrisse στις «δορυφορικές» χώρες: Ουγγαρία (1972), Τσεχοσλοβακία (1971-7 στα τσέχικα, και 1974-5 στα σλοβάκικα) και Ρουμανία (1972-4), όπως επίσης και στη Γιουγκοσλαβία (1979). Στο ίδιο διάστημα, δύο δανέζικες εκδόσεις εμφανίστηκαν περίπου ταυτόχρονα: μια από τον εκδοτικό οίκο που συνδεόταν με το Κομμουνιστικό Κόμμα (1974-8), και μια άλλη από έναν οίκο που γειτνίαζε στη Νέα Αριστερά (1975-7).

Στη δεκαετία του 1980 τα Grundrisse μεταφράστηκαν επίσης στα ιρανικά (1985-7), όπου και απετέλεσαν την πρώτη σοβαρή μετάφραση μαρξικού έργου γενικότερα, και σε μια σειρά άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Η σλοβενική έκδοση χρονολογείται από το 1985 και η πολωνική και φινλανδική από το 1986 (η τελευταία με τη σοβιετική υποστήριξη).

Με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος αυτού που αποκλήθηκε «υπαρκτός σοσιαλισμός», και που στην πραγματικότητα ήταν μια κραυγαλέα άρνηση της σκέψης του Μαρξ, υπήρξε μια ύφεση στη δημοσίευση κειμένων του Μαρξ. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και στα χρόνια όπου η σιωπή που περιέβαλλε το συγγραφέα τους έσπαγε από μόνο από εκείνους που τη συνυπέγραφαν με την απόλυτη βεβαιότητα της λήθης, τα Grundrisse συνέχισαν να μεταφράζονται σε άλλες γλώσσες. Οι εκδόσεις στην Ελλάδα (1989-92), την Τουρκία (1999-2003), τη Ν. Κορέα (2000) και τη Βραζιλία (προγραμματίζεται για το 2008) κατέστησαν τα Grundrisse το έργο του Μαρξ με το μεγαλύτερο αριθμό νέων μεταφράσεων στις δύο τελευταίες δεκαετίες.

Συνολικά, τα Grundrisse στο σύνολό τους έχουν μεταφραστεί σε 22 γλώσσες[2] και σε 32 διαφορετικές εκδοχές. Μόνο οι ολοκληρωμένες εκδόσεις έχουν τυπωθεί σε 500.000 αντίτυπα[3] – αριθμός που ασφαλώς θα προκαλούσε μεγάλη έκπληξη στο συντάκτη τους, που τα έγραψε μόνο για να συνοψίσει, με ιδιαίτερη σπουδή, τις οικονομικές μελέτες που είχε επιχειρήσει μέχρι τη στιγμή εκείνη.

3. Αναγνώστες και ερμηνευτές
Η ιστορία της υποδοχής των Grundrisse, όπως και της διάδοσής τους, χαρακτηρίζεται από την πολύ καθυστερημένη αρχή της. Ο αποφασιστικός λόγος αυτής της καθυστέρησης, πέρα από τις καμπές που συνδέονται με την επανανακάλυψή τους, είναι ασφαλώς η πολυπλοκότητα του ίδιου του αποσπασματικού και αδρά σχεδιασμένου χειρογράφου, που δύσκολα μπορεί να ερμηνευτεί και να μεταγραφεί σε άλλες γλώσσες. Σε σχέση με αυτό, ο έγκυρος ερευνητής Roman Rosdolsky, σημείωσε:

«Το 1948, όταν είχα για πρώτη φορά την τύχη να δω ένα από τα πολύ σπάνια αντίγραφα […], ήταν ευθύς εξ αρχής σαφές ότι επρόκειτο για ένα έργο θεμελιώδους σημασίας για τη μαρξιστική θεωρία. Ωστόσο, η ασυνήθιστη μορφή του και σε κάποιο βαθμό ο σκοτεινός τρόπος έκφρασης το καθιστούσαν εντελώς ακατάλληλο να προσεγγιστεί από ένα ευρύ κύκλο αναγνωστών» (Rosdolsky 1977: xi)

Οι σκέψεις αυτές οδήγησαν τον Rosdolsky να επιχειρήσει μια σαφή παρουσίαση και κριτική εξέταση του κειμένου: η εργασία αυτή, με τίτλο Zur Entstehungsgeschichte des Marxschen ‘Kapital’. Der Rohentwurf des ‘Kapital’ 1857-58 ( Για την ιστορία διαμόρφωσης του «Κεφαλαίου» του Μαρξ), που εκδόθηκε στα γερμανικά το 1968, είναι η πρώτη και μέχρι σήμερα η κυριότερη μονογραφία με θέμα τα Grundrisse. Μεταφρασμένη σε πολλές γλώσσες, ενθάρρυνε τη δημοσίευση και κυκλοφορία του μαρξικού έργου και επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τους μεταγενέστερους ερμηνευτές του. Το 1968 ήταν μια σημαντική χρονιά για τα Grundrisse. Πέραν του βιβλίου του Rosdolsky είχαμε το πρώτο αγγλικό δοκίμιο σε σχέση με ταGrundrisse, που δημοσιεύτηκε στο τεύχος Μαρτίου – Απριλίου του New Left Review. Ήταν το άρθρο του Martin Nicolaus, «Ο άγνωστος Μαρξ» (The Unknown Marx), που συνέβαλε στο να γίνουν τα Grundrisse ευρύτερα γνωστά και ανέδειξε την ανάγκη μιας πλήρους μετάφρασής τους. Ταυτόχρονα, σε Γερμανία και Ιταλία, τα Grundrisse έγιναν σημείο αναφοράς μερικών από τους ηγέτες της φοιτητικής εξέγερσης, που γοητεύονταν από το ριζοσπαστικό και εκρηκτικό περιεχόμενό τους. Η γοητεία αυτή των Grundrisse ήταν ακαταμάχητη ιδίως μεταξύ των αγωνιστών της Νέας Αριστεράς που ήταν στρατευμένοι στην ανασκευή της ερμηνείας του Μαρξ που πρότεινε ο «μαρξισμός – λενινισμός».

Από την άλλη, οι καιροί άλλαζαν και στον ανατολικό κόσμο. Μετά από μια αρχική περίοδο κατά την οποία τα Grundrisse ήταν σχεδόν απολύτως αγνοημένα, ή αντιμετωπίζονταν με διστακτικότητα, η εισαγωγική μελέτη του Vitalii Vygodskii με τίτλο Istoriya odnogo velikogo otkrytiya Karla Marksa (Η ιστορία μιας μεγάλης ανακάλυψης: Πώς έγραψε ο Μαρξ το «Κεφάλαιο»), που εκδόθηκε το 1965 στη Ρωσία και το 1967 στη Λαοκρατική Γερμανία, όρισε μια αισθητά διαφορετική προσέγγιση. Ο Vygodskii όρισε τα Grundrisse ως «μεγαλοφυές έργο» που μας «οδηγεί στο “δημιουργικό εργαστήριο” του Μαρξ και μας επιτρέπει να ακολουθήσουμε βήμα προς βήμα τη διαδικασία με την οποία ανέπτυξε την οικονομική του θεωρία» και στο οποίο καλούμαστε επομένως να δώσουμε τη δέουσα προσοχή (Vygodski 1974: 44).

Σε διάστημα λίγων ετών τα Grundrisse αναδείχτηκαν σε κείμενο κλειδί για πολλούς από τους επιφανέστερους μαρξιστές. Εκτός από τους προαναφερθέντες, οι ερευνητές που ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με το συγκεκριμένο έργο ήταν ο Walter Tuchscheerer στη Λαοκρατική Γερμανία, ο Alfred Schmidt στην Ομοσπονδιακή Γερμανία, ο Lucien Sève στη Γαλλία, ο Kiyoaki Hirata στην Ιαπωνία, ο Gajo Petrovic στη Γιουγκοσλαβία, ο Antonio Negri στην Ιταλία, ο Αdam Schaff στην Πολωνία και ο Allen Oakley στην Αυστραλία. Γενικότερα, αποτέλεσε πλέον ένα έργο με το οποίο θα έπρεπε να αναμετρηθεί κάθε σοβαρός μελετητής του Μαρξ.

Με κάποιες αποχρώσεις, οι ερμηνευτές των Grundrisse χωρίζονται σ’ αυτούς που τα θεωρούν ως ένα αυτόνομο έργο εννοιολογικά αυτάρκες, και σ’ αυτούς που τα αντιμετωπίζουν ως ένα πρώιμο χειρόγραφο που απλά έστρωσε το δρόμο για το Κεφάλαιο. Το ιδεολογικό υπόβαθρο στις συζητήσεις περί των Grundrisse – πυρήνας της διαμάχης ήταν η νομιμότητα ή μη νομιμότητα της ερμηνείας του Μαρξ στη βάση κυρίως του έργου αυτού, με τεράστιες πολιτικές συνέπειες – ευνόησε την ανάπτυξη ανεπαρκών ερμηνειών ή άλλων που σήμερα φαίνονται φαιδρές. Κάποιοι από τους πλέον ένθερμους σχολιαστές των Grundrisse έφτασαν στο σημείο να υποστηρίζουν ότι το έργο αυτό ήταν θεωρητικά ανώτερο από το Κεφάλαιο, παρά τα επί πλέον δέκα χρόνια εντατικών ερευνών που μεσολάβησαν μέχρι τη δημοσίευση του τελευταίου. Αντίστοιχα, κάποιοι από τους κύριους υποβαθμιστές των Grundrisse υποστήριζαν ότι παρά τα σημαντικά κεφάλαια για την κατανόηση της σχέσης του Μαρξ με τον Χέγκελ και τα αποσπάσματα σε σχέση με την αλλοτρίωση, το έργο αυτό δεν προσέθετε κάτι σε όσα γνωρίζαμε μέχρι τώρα για τον Μαρξ.

Δεν υπήρξαν μόνο αντίθετες αναγνώσεις των Grundrisse, αλλά και μη αναγνώσεις – το πιο κτυπητό και αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι αυτό του Λουί Αλτουσσέρ. Ακόμα κι όταν ο Αλτουσσέρ επιχειρούσε να κάνει τις υποτιθέμενες σιωπές του Μαρξ να μιλήσουν και να αναγνώσει το Κεφάλαιο με ένα τέτοιο τρόπο ώστε να «να γίνουν ορατά τα όποια αόρατα στοιχεία επιβιώνουν σ’ αυτό» (Althusser and Balibar 1979: 32), επέτρεψε στον εαυτό του να παραβλέψει τον εντυπωσιακό όγκο εκατοντάδων σελίδων των Grundrisse, προκειμένου να πραγματοποιήσει την (πολυσυζητημένη) διχοτόμηση της μαρξικής σκέψης στα έργα της νεότητας και στα έργα της ωριμότητάς του, χωρίς να λάβει υπ’ όψη του το περιεχόμενο και τη σημασία των χειρογράφων του 1857-8. [4]

Ωστόσο, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, τα Grundrisse γνώρισαν έναν ακόμα μεγαλύτερο αριθμό αναγνωστών και ερμηνευτών. Έχουμε τη δημοσίευση δύο εκτεταμένων σχολιασμών, με τον πρώτο στα ιαπωνικά το 1974 (Morita, Kiriro και Toshio Yamada 1974), και το δεύτερο στα γερμανικά το 1978 (Projektgruppe Entwicklung des Marxschen Systems 1978), αλλά και άλλους συγγραφείς που ασχολήθηκαν με το θέμα. Πολλοί ερευνητές το είδαν ως κείμενο ειδικής σημασίας για ένα από τα ευρύτερα συζητημένα ζητήματα που αφορούν τη σκέψη του Μαρξ: την πνευματική του οφειλή στον Χέγκελ. Κάποιοι άλλοι γοητεύτηκαν από τις σχεδόν προφητικές του προτάσεις στα αποσπάσματα που αφορούν την εκμηχάνιση και την αυτοματοποίηση, ενώ στην Ιαπωνία τα Grundrisse διαβάστηκαν ως ένα από τα σημαντικότερα κείμενα για την κατανόηση της νεωτερικότητας. Κατά τη δεκαετία του 1980 είχαμε την εμφάνιση των πρώτων λεπτομερών μελετών στην Κίνα όπου το έργο χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να φωτίσει τη γένεση του Κεφαλαίου, ενώ στη Σοβιετική Ένωση έλαβε χώρα η δημοσίευση ενός συλλογικού τόμου αφιερωμένου αποκλειστικά στα Grundrisse (Vv. Aa. 1987).

Κατά τα τελευταία χρόνια, η συνεχιζόμενη ικανότητα του μαρξικού έργου να εξηγεί τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (και ταυτόχρονα να ασκεί κριτική σ’ αυτόν) έχει προκαλέσει την αναγέννηση του ενδιαφέροντος από μέρους πολλών ερευνητών σ’ ολόκληρο τον κόσμο (βλ. επίσης Musto 2007). Αν αυτή η αναγέννηση έχει διάρκεια και αν συνοδευτεί από μια νέα ζήτηση για τη θεωρία του Μαρξ στο πεδίο της πολιτικής, τα Grundrisse ασφαλώς για μια ακόμα φορά θα αναδειχτούν σε ένα από τα γραπτά του που είναι ικανά να προσελκύσουν ιδιαίτερη προσοχή.

Μέχρι τότε, με την ελπίδα ότι «η θεωρία του Μαρξ θα αποτελεί μια ζωντανή πηγή γνώσης και την πολιτική πρακτική που καθοδηγεί αυτή η γνώση» (Rosdolsky 1977: xiv), η ιστορία αναφορικά με την παγκόσμια διάδοση και υποδοχή των Grundrisse παρουσιάζεται εδώ ως μια χαμηλών τόνων αναγνώριση του συγγραφέα της και ως απόπειρα να ανακατασκευαστεί ένα κεφάλαιο της ιστορίας του Μαρξισμού που παραμένει άγραφο.

Παράρτημα: Χρονολογικός πίνακας των μεταφράσεων των Grundrisse

1939-41 Πρώτη γερμανική έκδοση
1953 Δεύτερη γερμανική έκδοση
1958-65 Ιαπωνική μετάφραση
1962-78 Κινεζική μετάφραση
1967-8 Γαλλική μετάφραση
1968-9 Ρωσική μετάφραση
1968-70 Ιταλική μετάφραση
1970-1 Ισπανική μετάφραση
1971-7 Τσεχική μετάφραση
1972 Ουγγρική μετάφραση
1972-4 Ρουμανική μετάφραση
1973 Αγγλική μετάφραση
1974-5 Σλοβακική μετάφραση
1974-8 Δανέζικη μετάφραση
1979 Σερβική / Σερβοκροατική μετάφραση
1985 Σλοβενική μετάφραση
1985-7 Περσική μετάφραση
1986 Πολωνική μετάφραση
1986 Φινλανδική μετάφραση
1989-92 Ελληνική μετάφραση
1999-2003 Τουρκική μετάφραση
2000 Κορεατική μετάφραση
2008 Πορτογαλική μετάφραση

 

References
[1] Η ρωσική έκδοση αυτής της αναφοράς δημοσιεύτηκε το 1923.
[2] Βλ. τον χρονολογικό πίνακα των μεταφράσεων στο παράρτημα. Στις πλήρεις μεταφράσεις που μνημονεύονται εδώ θα πρέπει να προσθέσουμε τις επιλογές αποσπασμάτων στα σουηδικά (Karl Marx,Grunddragen i kritiken av den politiska ekonomin, Stockholm: Zenit/R&S, 1971) και τα μακεδονικά (Karl Marx, Osnovi na kritikata na politiθkata ekonomija (grub nafrlok): 1857-1858, Skopje: Komunist, 1989), όπως επίσης και τις μεταφράσεις της Εισαγωγής και των Προκαπιταλιστικών Μορφών Παραγωγής σε μια σειρά γλώσσες, από τη βιετναμέζικη, στη νορβηγική, από την αραβική στην ολλανδική, από την εβραϊκή στη βουλγαρική.
[3] Ο συνολικός αριθμός υπολογίστηκε αθροίζοντας τα διαπιστωμένα αντίτυπα μετά από έρευνες στις αντίστοιχες χώρες.
[4] Βλ. Lucien Sève, Penser avec Marx aujourd’hui, Paris: La Dispute, 2004. Ο Sève θυμάται ότι «αν εξαιρέσουμε κάποια κείμενα όπως η Εισαγωγή […] ο Αλτουσσέρ δεν διάβασε ποτέ τα Grundrisse με την πραγματική έννοια του όρου διαβάζω» (σ. 29). Υιοθετώντας από τον Gaston Bachelard τον όρο της επιστημολογικής τομής (coupure épisté mologique), τον οποίο είχε δανειστεί και χρησιμοποιήσει ο ίδιος ο Αλτουσσέρ, ο Sève μιλάει για «τεχνητή βιβλιογραφική τομή» ( coupure bibliographique), που οδήγησε στις πιο λαθεμένες απόψεις περί της γένεσης και τελικά της συμφωνίας της με τη σκέψη του ώριμου Μαρξ» (σ. 30).

 

Βιβλιογραφία
Althusser, Louis and Balibar, Étienne (1979) Reading Capital, London: Verso.
Hobsbawm, Eric J. (1964) “Introduction”, in Karl Marx, Pre-Capitalist Economic
Formations , London: Lawrence & Wishart, σσ. 9-65.
Marx, Karl (1903) “Einleitung zu einer Kritik der politischen Ökonomie“, Die Neue Zeit, έτος 21, τ. 1: 710–18, 741–5 και 772–81.
Marx-Engels-Lenin-Institut (1939), “Vorwort“ (Πρόλογος), in Karl Marx, Grundrisse der
Kritik der politischen Ökonomie (Rohentwurf) 1857–1858 , Moscow: Verlag für Fremdsprachige Literatur, pp. VII-XVI.
McLellan, David (1971) Marx’s Grundrisse, London: Macmillan.
Morita, Kiriro &d Toshio Yamada, Toshio (1974) Komentaru keizaigakuhihan’yoko (Σχόλια πάνω στα Grundrisse), Tokyo: Nihonhyoronsha.
Musto, Marcello (2007) “The Rediscovery of Karl Marx”, International Review of Social History , 52/3: 477-98.
Nicolaus, Martin (1973) “Foreword, in Marx, Karl Grundrisse, Harmondsworth: Penguin Books, σσ. 7-63.
Projektgruppe Entwicklung des Marxschen Systems (1978) Grundrisse der Kritik der politischen Ökonomie (Rohentwurf). Kommentar , Hamburg: VSA.
Rosdolsky, Roman (1977) The Making of Marx’s “Capital”, vol. 1, London: Pluto Press.
Ryazanov, David (1925) “Neueste Mitteilungen über den literarischen Nachlaß von Karl Marx und Friedrich Engels”, Archiv für die Geschichte des Sozialismus und der Arbeiterbewegung , έτος 11: 385-400.
Sève, Lucien (2004) Penser avec Marx aujourd’hui, Paris: La Dispute.
Vv. Aa. (1987) Pervonachal’ny variant ‘Kapitala’. Ekonomicheskie rukopisi K. Marksa 1857–1858 godov (Η πρώτη έκδοση του Κεφαλαίου, Τα οικονομικά χειρόγραφα του 1957-8 του K. Marx), Moscow: Politizdat.
Vygodskii, Vitalii (1974)The Story of a Great Discovery: How Marx Wrote “ Capital”, Tunbridge Wells: Abacus Press.

Categories
Journal Articles

Ο ΜΑΡΞ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ: ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ 1844

1. Π αρίσι: Η πρωτεύουσα του νέου κόσμου
Το Παρίσι είναι ένα «θαυμαστό τέρας, ένα καταπληκτικό περίπλεγμα από αισθήσεις, μηχανές και σκέψεις, η πόλη των εκατό χιλιάδων μυθιστορημάτων, η κεφαλή του κόσμου».[1] Έτσι περιέγραψε ο Μπαλζάκ σε μια από τις αφηγήσεις του την επίδραση της γαλλικής πρωτεύουσας πάνω σε όλους όσους δεν την γνώριζαν καλά.
Στα χρόνια πριν την επανάσταση του 1848 η πόλη κατοικείτο από βιοτέχνες και εργάτες σε μόνιμη πολιτική αναταραχή, παροικίες προσφύγων, επαναστάτες, συγγραφείς και καλλιτέχνες από διάφορες χώρες και ο πολιτικός αναβρασμός είχε φτάσει σε μια τέτοια ένταση που συναντάται σε ελάχιστες άλλες ιστορικές εποχές. Γυναίκες και άνδρες διαφορετικής πνευματικής ευφυΐας δημοσίευαν βιβλία, περιοδικά και έντυπα, έγραφαν ποιήματα, έπαιρναν σε συγκεντρώσεις τον λόγο, συζητούσαν αδιάκοπα στα καφενεία, στο δρόμο, σε επίσημα δείπνα. Ζούσαν στον ίδιο τόπο και επηρέαζαν ο ένας τον άλλο. [2]
Ο Μπακούνιν είχε αποφασίσει «να περάσει το πόδι του πάνω από τον Ρήνο» για «(να σταθεί) με μιας στο μέσο των καινούριων πραγμάτων, που στη Γερμανία δεν έχουν ακόμα καν γεννηθεί. (Μεταξύ αυτών στην πρώτη γραμμή) η εξάπλωση της πολιτικής σκέψης σε όλους τους κύκλους της κοινωνίας». [3] Ο φον Στάιν έλεγε: «Ακόμα και στο Peuple το ίδιο είχε ξεκινήσει μια παράξενη μορφή ζωής, που δημιουργούσε νέους δεσμούς και διαισθανόταν νέες επαναστάσεις». [4] Ο Ρούνγκε διαπίστωνε: «Τις νίκες και τις ήττες μας τις ζούμε στο Παρίσι». [5]
Το Παρίσι ήταν με άλλα λόγια ο τόπος, όπου κάποιος έπρεπε να βρίσκεται αυτήν ακριβώς τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή.
Ο Μπαλζάκ σημείωνε στη συνέχεια: «εν κατακλείδι, οι δρόμοι του Παρισιού έχουν ανθρώπινες ιδιότητες και μας δημιουργούν με την όψη τους συγκεκριμένα συναισθήματα, που δεν μπορούμε να τα καταπολεμήσουμε». [6]
Πολλά από αυτά τα συναισθήματα εντυπωσίασαν και τον Κάρλ Μαρξ σε μεγάλο βαθμό, ο οποίος, 25 χρονών, είχε φθάσει στην πόλη το Οκτώβρη του 1843. Καθόρισαν βαθιά την πνευματική του εξέλιξη, η οποία στη διάρκεια ακριβώς της παραμονής του στο Παρίσι ωρίμασε αποφασιστικά.
Στη θεωρητική ευρύνοια με την οποία έφτασε ο Μαρξ στο Παρίσι μετά την δημοσιογραφική του εμπειρία στη Rheinische Zeitung και μετά την απόρριψη εκ μέρους του τού εννοιολογικού ορίζοντα του έλλογου κράτους του Χέγκελ καθώς και του δημοκρατικού ριζοσπαστισμού, [7] προστέθηκε η συγκεκριμένη του συνάντηση με το προλεταριάτο. Η αβεβαιότητα που προήλθε από την προβληματική ατμόσφαιρα της εποχής, η οποία αποκρυσταλλώθηκε γοργά μια νέα κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα, εξαφανίσθηκε μετά την επαφή με την παρισινή εργατική τάξη και τις συνθήκες δουλειάς και διαβίωσής της, τις οποίες ο Μαρξ γνώρισε και σε θεωρητικό επίπεδο και στο επίπεδο της καθημερινότητας.
Η ανακάλυψη του προλεταριάτου και μαζί με αυτό της επανάστασης, η αποδοχή του κομμουνισμού αν και ακόμα σε αβέβαιη, μισο-ουτοπική μορφή, η κριτική στην θεωρησιακή φιλοσοφία του Χέγκελ και στην Αριστερά χεγκελιανής προέλευσης, το πρώτο σχέδιο της υλιστικής θεωρίας της ιστορίας και οι αρχές μιας κριτικής της πολιτικής οικονομίας – αυτά είναι τα θεμελιώδη θέματα, που ανέπτυξε ο Μαρξ την εποχή εκείνη.
Σε ό,τι ακολουθεί εξετάζονται τα [Οικονομικο-φιλοσοφικά Χειρόγραφα] [8] που δημιουργήθηκαν στη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι, με έμφαση στα φιλολογικά ζητήματα που είναι συνδεδεμένα με αυτά, ενώ η κριτική ερμηνεία του διάσημου νεανικού του συγγράμματος εξαιρείται ηθελημένα.

2. Ο δρόμος προς την Πολιτική Οικονομία
Ήδη κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με την Rheinische Zeitung ο Μαρξ είχε ασχοληθεί με επιμέρους οικονομικά θέματα, αν και πάντα από νομικής και πολιτικής πλευράς. Από αυτό ορμώμενος ανέπτυξε το 1843 στο Kreuznach τις σκέψεις από τις οποίες προήλθε το χειρόγραφο [Για την Κριτική της Χεγκελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου], την πρώτη διατύπωση περί του ρόλου του οικονομικού παράγοντα στις κοινωνικές σχέσεις, καθώς είχε θεωρήσει την αστική κοινωνία ως την πραγματική βάση του πολιτικού κράτους.[9] Όμως μόνο στο Παρίσι καταπιάστηκε με «μια συνειδητή κριτική σπουδή της οικονομικής θεωρίας,[10] ωθούμενος από την αντίθεση δικαίου και πολιτικής, η οποία δεν μπορούσε να λυθεί στο δικό τους πεδίο, δηλαδή ωθούμενος από την ανικανότητα και των δύο να δώσουν απαντήσεις στα κοινωνικά προβλήματα. Επιρροή αποφασιστικής σημασίας στα παραπάνω είχαν οι απόψεις που είχε εκφράσει ο Έγκελς στοUmrisse zu einer Kritik der Nationalökonomie ( Περίγραμμα για μια κριτική της [θεωρίας της] Εθνικής Οικονομίας», ένα από τα δύο άρθρα του στον πρώτο και μοναδικό τόμο των Deutsch-französische Jahrb ücher (Γερμανογαλλικών Επετηρίδων). Από αυτή τη στιγμή και μετά οι κατά κύριο λόγο φιλοσοφικές, πολιτικές, και ιστορικές έρευνες του Μαρξ κατευθύνθηκαν προς αυτή την νέα επιστήμη, που έγινε το κομβικό σημείο των επιστημονικών ερευνών και προσπαθειών του. Οριοθέτησε έτσι έναν νέο ορίζοντα, από τον οποίο δεν θα παρέκκλινε ποτέ. [11]
Κάτω από την επιρροή του έργου Über das Geldwesen (Σχετικά με την έννοια του χρήματος) του Χες, ο οποίος μετέφερε την έννοια της αποξένωσης από την νοητική στην κοινωνικοοικονομική σφαίρα, επικεντρώθηκαν οι αντίστοιχες αναλύσεις σε μια πρώτη φάση στην κριτική της μεσολάβησης του χρήματος, που ερχόταν αντιμέτωπη την πραγμάτωση της ανθρώπινης φύσης. Στην πολεμική κατά του έργου του Μπρούνο Μπάουερ (Bruno Bauer) Zur Judenfrage (Σχετικά με το εβραϊκό ζήτημα) ο Μαρξ θεωρεί αυτή τη σχέση σαν το κοινωνικό πρόβλημα που εκφράζει τη φιλοσοφική και στορικοκοινωνική προϋπόθεση ολόκληρου του καπιταλιστικού πολιτισμού. Ο Εβραίος είναι αλληγορία και ιστορική πρωτοπορία των σχέσεων που αυτός (ο πολιτισμός) αναδεικνύει, η κοσμική του μορφή ανάγεται σε αυτήν του καπιταλιστή tout court.[12]
Λίγο αργότερα ο Μαρξ εγκαινίασε το νέο πεδίο ερευνών με ένα πλήθος μελετών και κριτικών καταγραφών που, όπως θα περιγράψουμε εκτενώς παρακάτω, αποτύπωσε διαδοχικά στα χειρόγραφα και στις σημειώσεις του, τις οποίες συνήθως πρόσθετε στα κείμενα που διάβαζε. Την κατευθυντήρια γραμμή της δουλειάς του σχημάτιζε η ανάγκη, να κάνει ορατό και να αντικρούσει τον μέγιστο μυστικισμό της πολιτικής οικονομίας –δηλαδή τη θέση σύμφωνα με την οποία οι κατηγορίες της ίσχυαν πάντα και παντού. Ο Μαρξ είχε εντυπωσιαστεί από τη τύφλωση των θεωρητικών της οικονομίας, την έλλειψη ιστορικής συνείδησης εκ μέρους τους, διότι στην πραγματικότητα προσπαθούσαν να καλύψουν και να δικαιολογήσουν με τον τρόπο αυτό την απανθρωπιά των οικονομικών συνθηκών του καιρού τους, στο όνομα της φυσικότητάς τους. Σε σχόλιο σε ένα κείμενο του Σαί παρατήρησε: «Η ατομική ιδιοκτησία είναι μια πραγματικότητα, με της οποίας την αιτιολόγηση δεν ασχολείται η εθνική οικονομία, η οποία όμως (πραγματικότητα) σχηματίζει τη βάση της (εθνικής οικονομίας) […] Ολόκληρη λοιπόν η [θεωρία της] εθνική[ς] οικονομία[ς] βασίζεται σε μια πραγματικότητα άνευ αναγκαιότητας». [13] Με παρόμοιο τρόπο εκφράστηκε και στα [οικονομικοφιλοσοφικά χειρόγραφα] στα οποία υπογράμμιζε: «Η εθνική οικονομία έχει ως αφετηρία της την ατομική ιδιοκτησία. Δεν μας την εξηγεί όμως». [14] «Αυτός [ο θεωρητικός της εθνικής οικονομίας] υποθέτει δεδομένη τη μορφή του γεγονότος, της πραγματικότητας, ενώ αυτό είναι που θα έπρεπε να αναλύσει». [15]
Η πολιτική οικονομία θεωρεί την τάξη της ατομικής ιδιοκτησίας και τις αντίστοιχες οικονομικές κατηγορίες συνακόλουθα σαν αμετάβλητες και σε αιώνια ισχύ. Ο άνθρωπος της αστικής κοινωνίας εμφανίζεται ως ο φυσιολογικός άνθρωπος. «Εάν μιλάμε για ατομική ιδιοκτησία, είναι σαν να πιστεύουμε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα πράγμα έξω από τον άνθρωπο», [16] σχολιάζει ο Μαρξ, ο οποίος απέρριπτε με κάθε δυνατή οξύτητα αυτή την οντολογία της ανταλλαγής.
Βασισμένος σε αρκετές επισταμένες ιστορικές έρευνες, οι οποίες του έδωσαν ένα πρώτο τεκμήριο ερμηνείας για τη χρονική εξέλιξη των κοινωνικών δομών και με την αφομοίωση εκείνων των απόψεων του Προυντόν, που τις θεωρούσε τις πιο πετυχημένες, δηλαδή την κριτική του στην αντίληψη της ιδιοκτησίας ως φυσικού δικαίου, ο Μαρξ έφθασε στη θεμελιώδη άποψη για την προσωρινότητα της ιστορίας. Οι αστοί θεωρητικοί της οικονομίας είχαν παρουσιάσει τους νόμους της καπιταλιστικής μορφής της παραγωγής σαν αιώνιους νόμους της ανθρώπινης κοινωνίας. Ο Μαρξ αντίθετα καθιέρωσε ως αποκλειστικό και εξειδικευμένο αντικείμενο έρευνας την ειδική φύση των σχέσεων της εποχής του, «τη διαρρηγμένη πραγματικότητα της βιομηχανίας», [17] υπογράμμισε την προσωρινότητά της, τον χαρακτήρα της ως ενός ιστορικά προδιαγεγραμμένου ιστορικού σταδίου και άρχισε την έρευνα για τις αντιθέσεις που δημιουργεί ο καπιταλισμός και που οδηγούν στο ξεπέρασμά του.
Αυτός ο διαφορετικός τρόπος κατανόησης των κοινωνικών σχέσεων είχε σημαντικές συνέπειες, μεταξύ των οποίων χωρίς αμφιβολία ήταν και η ανάδυση της έννοιας της αποξενωμένης εργασίας. Σε αντίθεση με τους θεωρητικούς της πολιτικής οικονομίας, όπως και με τον Χέγκελ, οι οποίοι κατανοούσαν την εργασία σαν μια φυσική και αμετάβλητη συνθήκη της κοινωνίας, ο Μαρξ διήνυσε έναν δρόμο, στην πορεία του οποίου απέρριψε την ανθρωπολογική διάσταση της αποξένωσης και τοποθέτησε στη θέση της μια κοινωνικοϊστορικά θεμελιωμένη θέση, η οποία ανάγει την εργασία στη συγκεκριμένη δομή των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής: στην ανθρώπινη αποξένωση κάτω από τις συνθήκες της βιομηχανικής εργασίας.
Οι συνοδευτικές παρατηρήσεις του Μαρξ στα αποσπάσματα που επιλέγει από τον James Mill δείχνουν καθαρά «πώς η (θεωρία της) εθνική(ς) οικονομία(ς) αποδέχεται την αποξενωμένη μορφή της κοινωνικής επαφής σαν μορφή που αντιστοιχεί στην ουσία, την αρχή και τον προορισμό του ανθρώπου». [18] Χωρίς να θεωρείται μια σταθερή συνθήκη της αντικειμενοποίησης, της παραγωγής του εργάτη, η αποξενωμένη εργασία είναι για τον Μαρξ έκφραση της κοινωνικοποίησης της εργασίας στα πλαίσια της καθεστηκυίας τάξης, του καταμερισμού εργασίας που θεωρεί τον άνθρωπο σαν «μια κινητή μηχανή», και τον μεταμορφώνει μέχρι τα όρια μιας πνευματικής και φυσικής τερατογένεσης (…)». [19]
Στη δραστηριότητα της εργασίας εμφανίζεται η ιδιαιτερότητα του ατόμου, είναι η πραγματοποίηση μιας ιδιαίτερης ανάγκης, όπου «αυτή η πραγματοποίηση της εργασίας εμφανίζεται στην κατάσταση της εθνικοοικονομικής θεωρίας σαναποξένωση του εργάτη». [20] Στην πραγματικότητα ενώ η εργασία θα ήταν αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου, ελεύθερη δημιουργική δραστηριότητα, «κάτω από την προϋπόθεση της ατομικής ιδιοκτησίας η ατομικότητά μου αλλοτριώνεται μέχρι του σημείου, όπου αυτή η δραστηριότητα μου είναι μισητή, ένα βάσανο και πολύ περισσότερο μόνο το επίπλασμα μιας δραστηριότητας, και γι’ αυτό το λόγο μια καταναγκαστική δραστηριότητα, και που μου έχει επιβληθεί μόνο από μια εξωτερική τυχαία ανάγκη» [21].
Ο Μαρξ έφθασε στα συμπεράσματα αυτά συγκεφαλαιώνοντας τις ισχύουσες θεωρίες της οικονομικής επιστήμης, ασκώντας κριτική στα επιμέρους στοιχεία τους και αντιστρέφοντας τα συμπεράσματά τους. Αφοσιώθηκε στον σκοπό αυτό με εντατική και ακούραστη προσπάθεια. Ο Μαρξ της εποχής του Παρισιού είναι ένας Μαρξ αχόρταγος για διάβασμα, που αφοσιώθηκε στη μελέτη μέρα και νύχτα. Είναι ένας Μαρξ γεμάτος ενθουσιασμό και σχέδια, που σχεδίαζε τόσο μεγάλα πλάνα εργασιών, ώστε δεν στάθηκε δυνατόν να τα αποπερατώσει ποτέ, ο οποίος μελετούσε κάθε κείμενο που είχε σχέση με το εκάστοτε ζήτημα που ερευνούσε, για να απορροφηθεί μετά από τη γοργή πρόοδο των αναζητήσεών του και τη μεταβολή των ενδιαφερόντων του, που τον οδηγούσαν σε τακτά διαστήματα σε νέους ορίζοντες, νέες προθέσεις και συνεχιζόμενες έρευνες. [22]
Στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα σχεδίαζε να συγγράψει μια κριτική στην χεγκελιανή φιλοσοφία του δικαίου, πραγματοποίησε έρευνες για τη γαλλική επανάσταση, για να συγγράψει μια ιστορία του Konvent, σχεδίασε μια κριτική των ήδη υπαρχουσών σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών διδασκαλιών. Χιλιάδες άλλες προθέσεις ακολούθησαν. Μετά όρμησε σαν μανιασμένος στη μελέτη της πολιτικής οικονομίας, που την διέκοψε ξαφνικά, κυριευμένος από το πρωταρχικά ζητούμενο, να καθαρίσει οριστικά το πεδίο στη Γερμανία από την διαβρωτική κριτική του Μπάουερ και των συντρόφων του και έτσι έγραψε το πρώτο του έργο: Η Άγια οικογένεια. Οτιδήποτε υπήρχε για να του ασκηθεί κριτική, περνούσε μέσα από το κεφάλι του και μέσα από την πένα του. Και όμως αυτός ο ακραία δημιουργικός νεαρός της χεγκελιανής αριστεράς ήταν αυτός που δημοσίευσε λιγότερα από πολλούς άλλους. Το ημιτελές που θα χαρακτηρίζει το συνολικό του έργο άφησε ήδη τη σφραγίδα του στα έργα του κατά τον πρώτο χρόνο στο Παρίσι. Η συνέπειά του ήταν απίστευτη. Αρνιόταν να γράψει έστω και μία πρόταση, εάν δεν μπορούσε να την αποδείξει με δέκα διαφορετικούς τρόπους.[23] Η πεποίθησή του ότι οι πληροφορίες του δεν ήταν πλήρεις, οι αξιολογήσεις του πρώιμες, τον εμπόδιζε στις περισσότερες των περιπτώσεων να δώσει τα έργα του για εκτύπωση, τα οποία έτσι παρέμειναν προσχέδια και αποκόμματα. [24] Οι σημειώσεις του έχουν για τον λόγο αυτό πολύ μεγάλη αξία. Δείχνουν την ευρύτητα των ερευνών του, αποδίδουν μερικές από τις ιδέες του και πρέπει να αξιολογηθούν σαν αναπόσπαστο τμήμα του συνολικού του έργου. Αυτό ισχύει και για την περίοδο στο Παρίσι, στη διάρκεια της οποίας, τα χειρόγραφα και οι σημειώσεις που συνέγραψε αποδεικνύουν μια μεταξύ τους σχέση που είναι αδύνατο να διαχωριστεί..[25]

3. Χειρόγραφα και τετράδια με αποσπάσματα: Τα κείμενα του 1844
Παρόλη την ατελή μορφή τους και τον αποσπασματικό τρόπο που τα χαρακτηρίζει τα [Οικονομικο-φιλοσοφικά χειρόγραφα] του 1844 διαβάστηκαν σχεδόν πάντα χωρίς να ληφθούν υπόψη τα φιλολογικά προβλήματα με τα οποία συνδέονταν, τα οποία είτε παραβλέπονταν είτε θεωρούνταν ήσσονος σημασίας. [26] Μόλις το 1932 δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά σε επίτομη μορφή και μάλιστα σε δύο διαφορετικές εκδόσεις. Στην επιτομή Ο ιστορικός υλισμός που επιμελήθηκαν οι σοσιαλδημοκράτες Landshut και Mayer εμφανίστηκαν με τον τίτλο «Εθνική οικονομία και φιλοσοφία» [27], στη συνολική έκδοση των έργων των Μαρξ και Ένγκελς (τη MEGA) αντίθετα, σαν Oικονομικο-φιλοσοφικά χειρόγραφα του 1844 [28]. Οι δύο εκδόσεις δεν διέφεραν μόνο ως προς τον τίτλο, αλλά και ως προς το περιεχόμενο και τη σειρά των διαφόρων τμημάτων, η οποία μάλιστα παρουσίαζε πολύ μεγάλες διαφορές. Στην έκδοση που αναφέρθηκε πρώτη, η οποία ήταν γεμάτη από λάθη λόγω της μη ακριβούς αποκωδικοποίησης του πρωτοτύπου, έλειπε η πρώτη ομάδα των φύλλων, το λεγόμενο πρώτο χειρόγραφο και από λάθος προστέθηκε ένα τέταρτο χειρόγραφο το οποίο στην πραγματικότητα ήταν μια περίληψη του τελικού κεφαλαίου από την Φαινομενολογία του πνεύματος του Χέγκελ, που θεωρήθηκε ότι ήταν του Μαρξ. [29] Όμως μέχρι τότε δόθηκε ελάχιστη προσοχή στο ότι οι εκδότες της πρώτης MEGA, με το να δώσουν όνομα στα χειρόγραφα, να βάλουν τον πρόλογο στην αρχή, ενώ στην πραγματικότητα είναι στο τρίτο χειρόγραφο, και να τα τακτοποιήσουν συνολικά εκ νέου, οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ο Μαρξ είχε από την αρχή σαν στόχο να γράψει μια κριτική της πολιτικής οικονομίας και ότι το συνολικό έργο ήταν δήθεν από την αρχή χωρισμένο σε κεφάλαια. [30]
Εκτός αυτού, γενικά θεωρήθηκε από λάθος ότι ο Μαρξ είχε γράψει εκείνα τα κείμενα μόνο αφού διάβασε και συνόψισε [31] τα έργα της πολιτικής οικονομίας που μελετούσε, ενώ στην πραγματικότητα, κατά τη διαδικασία της συγγραφής, χειρόγραφα και αποσπάσματα εναλλάσσονταν, και τα τελευταία μάλιστα συνόδευαν όλη την παρισινή παραγωγή του Μαρξ, από τα άρθρα για τηνΓερμανογαλλική Επετηρίδα (Deutsch-franz ösische Jahrbücher), μέχρι την Αγία Οικογένεια.
Παρά την κατά τα φαινόμενα προβληματική τους μορφή, το μπέρδεμα που προκάλεσαν οι διαφορετικές εκδόσεις και τη συνειδητοποίηση ότι ένα μεγάλο μέρος του δεύτερου, σημαντικότατου και δυστυχώς χαμένου χειρογράφου έλλειπε, κανείς από τους ερμηνευτές, κριτικούς και μεταγενέστερους εκδότες των κειμένων δεν προέβη σε εκ νέου έλεγχο των πρωτοτύπων, έλεγχο ο οποίος εντούτοις ήταν απόλυτα απαραίτητος για ένα κείμενο, το οποίο έπαιξε τόσο βαρύνοντα ρόλο στις διαφορετικές κριτικές ερμηνείες του Μαρξ.
Τα [Οικονομικο-φιλοσοφικά χειρόγραφα] γράφτηκαν μεταξύ Μάη και Αυγούστου και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ένα έργο συστηματικά γραμμένο, προδιαγεγραμμένο και ολοκληρωμένο. Οι πολυάριθμες ερμηνείες που τους προσέδωσαν τον χαρακτήρα μιας ολοκληρωμένης άποψης, είτε γιατί εξήραν την πληρότητα της σκέψης του Μαρξ, είτε γιατί τα θεώρησαν σαν έκφραση μιας συγκεκριμένης άποψης, σε αντίθεση με αυτήν του Μαρξ της επιστημονικής ωριμότητας,[32] αντικρούονται από τη φιλολογική ανάλυση. Ετερογενή και πολύ μακριά από το να επιδεικνύουν στενή σχέση μεταξύ των επιμέρους τμημάτων, (τα χειρόγραφα) είναι η φανερή έκφραση μιας θεωρητικής θέσης που βρίσκεται σε (μετα)κίνηση. Ο τρόπος αφομοίωσης και χρήσης των διαβασμάτων από τα οποία τροφοδοτήθηκε η σκέψη του Μαρξ μπορεί να αναδειχθεί με βάση τα εννιά διασωθέντα τετράδια με πάνω από 200 σελίδες αποσπάσματα και σχόλια. [33]
Τα παρισινά τετράδια διατηρούν τα ίχνη της συνάντησης του Μαρξ με την πολιτική οικονομία όπως και τα ίχνη της δημιουργίας των πλέον πρώιμων εργασιών του για μια οικονομική θεωρία. Από τη σύγκριση των τετραδίων αυτών με συγγράμματα που δημοσιεύτηκαν ή δεν δημοσιεύτηκαν την εποχή αυτή απορρέει ξεκάθαρα η σημασία των μελετών για την εξέλιξη των απόψεών του. [34] Ο Μαρξ δημιούργησε αποσπάσματα – για να περιορίσουμε την καταμέτρηση μόνο σε συγγραφείς της πολιτικής οικονομίας – από κείμενα των Say, Schütz, List, Osiander, Smith, Skarbek, Ricardo, James Mill, MacCulloch, Prevost, Destutt de Tracy, Buret, de Boisguillebert, Law και Lauderdale. [35] Εκτός αυτού έκανε αναφορές μέσα στα [Οικονομικο-φιλοσοφικά χειρόγραφα] σε άρθρα και σύγχρονη αλληλογραφία των Proudhon, Schulz, Pecquer, Loudon, Sismondi, Ganihl, Chevalier, Malthus, de Pompery και Bentham.
Τα πρώτα αποσπάσματα από το Traité d’é conomie politique του Say, από το οποίο ο Μαρξ αντέγραψε ολόκληρα τμήματα, προέκυψαν όταν αποκτούσε τις πρώτες θεμελιώδεις γνώσεις οικονομίας. Η μοναδική δική του άποψη προστέθηκε εκ των υστέρων και βρίσκεται στη δεξιά πλευρά της σελίδας, την οποία διατηρούσε συνήθως για τον σκοπό αυτό. Επίσης και με τις περιλήψεις των Recherches sur la nature et les causes de la richesse des nations του Smith, που δημιουργήθηκαν αργότερα, ακολουθούσε τον ίδιο στόχο, να αφομοιώσει θεμελιώδεις οικονομικούς όρους. Παρόλο που πρόκειται για τα πλέον μακροσκελή αποσπάσματα, δεν βρίσκεται πράγματι ανάμεσά τους κανένα σχεδόν σχόλιο. Παρ’ όλα αυτά η σκέψη του Μαρξ γίνεται ξεκάθαρη από τη συναρμογή των παραγράφων και από τη δική του τεχνική που την συναντούμε και αλλού, της αντιπαράθεσης θέσεων διαφόρων θεωρητικών της οικονομίας που αποκλίνουν. Διαφορετικής μορφής αντίθετα είναι τα αποσπάσματα από Des principes de l’économie politique et de l’imp ôt του Ricardo, στα οποία παρουσιάζονται οι πρώτες του παρατηρήσεις. Αυτές συγκεντρώνονται στους όρους αξία και τιμή, που την εποχή εκείνη τις θεωρούσε ακόμα ταυτόσημες. Αυτή η ταυτοσημία της αξίας του προϊόντος και των τιμών ξεπήδησε από την πρωτογενή σύνθεση του Μαρξ, όπου μόνο η αξία ανταλλαγής, που προέρχεται από τον ανταγωνισμό, υφίσταται στην πραγματικότητα, ενώ τον όρο φυσική τιμή, σαν απλή νοητική κατασκευή τον τοποθετούσε στη σφαίρα των αφηρημένων εννοιών. Με την πρόοδο των μελετών του τέτοιες κριτικές παρατηρήσεις δεν προβάλλουν πλέον σποραδικά, παρά εναλλάσσονται με τις περιλήψεις των έργων και με την πρόοδο των γνώσεων, από συγγραφέα σε συγγραφέα, γίνονται όλο και περισσότερες. Μεμονωμένες προτάσεις, κατόπιν ευρύτερες διευκρινήσεις, μέχρι που η αναλογία ανατρέπεται αφού πλέον στα Éléments d’économie politique του James Mill έχει επικεντρωθεί στην κριτική της διαμεσολάβησης του χρήματος, που την αντιλαμβάνεται ως την απόλυτη κυριαρχία του αποξενωμένου αντικειμένου επάνω στον άνθρωπο. Πλέον, τα κείμενά του δεν συνοδεύουν τα αποσπάσματα αλλά συμβαίνει πλέον το ακριβώς αντίθετο.
Ένα ακόμα στοιχείο για την περαιτέρω χρήση των σημειώσεων αυτών – κατά την χρονική στιγμή της δημιουργίας τους όπως και αργότερα – φαίνεται χρήσιμο για να δείξει την σημασία των αποσπασμάτων: Ένα τμήμα τους δημοσιεύτηκε το 1844 στο Vorwärts!, το δεκαπενθήμερο έντυπο των γερμανών εξορίστων στο Παρίσι, για να συμβάλει στη διανοητική πρόοδο των αναγνωστών της εφημερίδας. [36] Επειδή όμως ήταν πολύ ανεπτυγμένες, χρησιμοποιήθηκαν και πάλι από τον Μαρξ, που είχε την συνήθεια μετά από λίγο καιρό να ξαναδιαβάζει τις σημειώσεις του, προπάντων στα Οικονομικά Χειρόγραφα του 1857-58, πιο γνωστά ως Grundrisse, στα Χειρίγραφα του 1861-63 και στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου.
Ο Μαρξ ανέπτυσσε λοιπόν τις σκέψεις του τόσο στα [ Οικονομικο-φιλοσοφικά χειρόγραφα] όσο και στα τετράδια αποσπασμάτων που προέκυπταν από τις μελέτες του. Τα χειρόγραφα είναι γεμάτα από αποσπάσματα, το πρώτο είναι σχεδόν μια συλλογή από αποσπάσματα και τα τετράδια με τις συνόψεις του, παρότι είναι περισσότερο επικεντρωμένα στα κείμενα που έχει διαβάσει, περιέχουν και αυτά τα σχόλιά του. Το περιεχόμενο και των δύο, όπως και οι ιδιομορφίες γραφής – που χαρακτηρίζονται από τη διαίρεση των φύλλων σε στήλες– η αρίθμηση των σελίδων και η χρονική στιγμή της συγγραφής τους δείχνουν ότι ταΟικονομικο-φιλοσοφικά χειρόγραφα δεν αποτελούν ένα αυτόνομο έργο, [37] αλλά είναι τμήμα της κριτικής παραγωγής που περιλαμβάνει εκείνη την εποχή αποσπάσματα από τα κείμενα που μελετούσε, καθώς και κριτικές σκέψεις και επεξεργασίες σχετικά με αυτά, που τα κατέγραφε άμεσα ή σε πιο μελετημένη μορφή στο χαρτί. Το να ξεχωρίζουμε τα χειρόγραφα από τα υπόλοιπα, να τα αποκόβουμε από τον συσχετισμό τους, μπορεί να οδηγήσει σε ερμηνευτικές πλάνες.
Μόνο το σύνολο όλων αυτών των σημειώσεων, μαζί με την ιστορική ανακατασκευή της δημιουργίας τους, ξεκαθαρίζει πράγματι την κατεύθυνση και την πολυπλοκότητα της κριτικής του σκέψης κατά τη διάρκεια του ιδιαίτερα δημιουργικού χρόνου του στο Παρίσι. [38]

4. Κριτική της φιλοσοφίας και κριτική της πολιτικής
Το εξωτερικό πλαίσιο μέσα στο οποίο προόδευαν οι ιδέες του Μαρξ και η επιρροή που είχε αυτό στον ίδιο από πρακτική άποψη αξίζουν μια ακόμα σύντομη αναφορά. Το πλαίσιο αυτό ήταν διαποτισμένο από μια βαθιά κοινωνικοοικονομική μεταβολή και πάνω απ’ όλα από μια μεγάλη διεύρυνση του προλεταριάτου. Με την ανακάλυψη του προλεταριάτου, ο Μαρξ μπορούσε να τεμαχίσει την έννοια του Χέγκελ αστικό κράτος σε έννοιες με ταξικό περιεχόμενο. Επιπλέον συνειδητοποίησε ότι το προλεταριάτο ήταν μια νέα τάξη, που διέφερε από τους φτωχούς, διότι η μιζέρια του απέρρεε από τις συνθήκες εργασίας τους. Επρόκειτο για την εκδήλωση μιας κύριας αντίθεσης της αστικής κοινωνίας: «Ο εργάτης γίνεται τόσο πιο φτωχός όσο περισσότερο πλούτο παράγει, όσο περισσότερο η παραγωγή του αυξάνει σε δύναμη και έκταση».[39]
Η εξέγερση των υφαντών στη Σιλεσία τον Ιούνιο εκείνου του χρόνου πρόσφερε στον Μαρξ μια ακόμα ευκαιρία για την προώθηση της κατεύθυνσης των σκέψεών του. Στο άρθρο «Kritische Randglossen zu dem Artikel “Der König von Preußen und die Sozialreform. Von einem Preußen”» («Κριτικές σημειώσεις στο άρθρο “Ο βασιλιάς της Πρωσίας και η κοινωνική μεταρρύθμιση. Από έναν Πρώσο”», που δημοσιεύτηκε στο Vorwärts !, μέσα από την κριτική προς τον Ρούγκε και προς ένα άρθρο του που είχε μόλις δημοσιευτεί, όπου ο οποιοσδήποτε αγώνας θεωρείτο αποσπασματικός όσον αφορά το πνεύμα της πολιτικής, τήρησε αποστάσεις από τη χεγκελιανή άποψη, που έβλεπε στο κράτος τον μοναδικό εκπρόσωπο του γενικού συμφέροντος και έθετε κάθε κίνημα εντός της αστικής κοινωνίας στον χώρο της τμηματικότητας και της ιδιωτικής σφαίρας. [40] Για τον Μαρξ, αντίθετα, βρίσκεται «μια κοινωνική επανάσταση […] στη θέση της ολότητας», [41] και υπό την επίδραση ενός τέτοιου επαναστατικού γεγονότος υπογράμμισε την τυφλότητα εκείνων που έψαχναν την αιτία των κοινωνικών προβλημάτων «όχι στην υπόσταση του κράτους παρά σε μια συγκεκριμένη μορφή κράτους». [42]
Γενικά θεωρούσε τους στόχους των σοσιαλιστικών θεωριών, τη μεταρρύθμιση της κοινωνίας, την ισότητα στους μισθούς και μια νέα οργάνωση της εργασίας εντός της καπιταλιστικής τάξης, σαν προτάσεις από ανθρώπους που παρέμεναν αιχμάλωτοι των προϋποθέσεων που οι ίδιοι πολεμούσαν (Proudhon) και οι οποίοι προπάντων δεν καταλάβαιναν την πραγματική σχέση μεταξύ ατομικής ιδιοκτησίας και αποξενωμένης εργασίας. Αποδεικνύεται ότι «εάν η ατομική ιδιοκτησία εμφανίζεται σαν η αιτία, η αφετηρία της αποξενωμένης εργασίας, εντούτοις είναι πολύ περισσότερο μια συνέπεια της». [43] «Η ατομική ιδιοκτησία είναι λοιπόν το προϊόν, το αποτέλεσμα της αποξενωμένης εργασίας». [44] Στις σοσιαλιστικές θεωρίες ο Μαρξ αντιπαρέθεσε το σχέδιο για ένα ριζοσπαστικό μετασχηματισμό του οικονομικού συστήματος σύμφωνα με το οποίο «το κεφάλαιο […] “σαν τέτοιο” πρέπει να καταργηθεί». [45]
Όσο πιο κοντά βρίσκονταν εκείνες οι θεωρίες στη σκέψη του τόσο οξύτερη γινόταν η κριτική του, ενισχυμένη από την ανάγκη να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Η επεξεργασία του συστήματός του τον ωθούσε σε μια διαρκή σύγκριση μεταξύ των ιδεών που τον περιέβαλαν και των αποτελεσμάτων των μελετών του, που προχωρούσαν. Ήταν η γοργή πορεία της πνευματικής του ωρίμανσης που τον ωθούσε σ’ αυτό. Όπως και τις άλλες θεωρίες, η κριτική του βρήκε και την χεγκελιανή Αριστερά. Οι κρίσεις για τους εκπροσώπους της ήταν ιδιαίτερα αυστηρές, γιατί εμπεριείχαν και αυτοκριτική για το ίδιο το παρελθόν του. Στην Allgemeine Literatur -Zeitung, το μηνιαίο έντυπο που εκδιδόταν από τον Bruno Bauer διατυπώθηκε ξεκάθαρα η θέση: «Έτσι απέχει ο κριτικός από όλες τις χαρές της κοινωνίας, όμως και τα βάσανά της βρίσκονται μακριά του […] είναι θρονιασμένος στη μοναξιά». [46] Για τον Μαρξ αντίθετα δεν είναι «η κριτική […] ένα διανοητικό πάθος. Δεν είναι ανατομικό μαχαίρι, είναι ένα όπλο. Το αντικείμενό της είναι ο εχθρός της, τον οποίο δεν θέλει να αντικρούσει αλλά να τον εκμηδενίσει […]. Δεν θεωρεί πλέον τον εαυτό της σαν αυτοσκοπό, αλλά πλέον μόνο σαν μέσο». [47] Αντίθετα με τον σολιψισμό της «κριτικής Κριτικής», [48] που είχε σαν αφετηρία την αόριστη πίστη ότι μια αποξένωση μόνο με το που αναγνωρίζεται έχει κιόλας ξεπεραστεί, του ήταν ξεκάθαρο, ότι «η υλική βία πρέπει να γκρεμιστεί με υλική βία»[49] και το κοινωνικό Είναι μπορεί να αλλάξει μόνο μέσα από την ανθρώπινη πράξη. Το να αποκαλυφθεί η αποξένωση του ανθρώπου, το να γίνει συνειδητή, θα έπρεπε ταυτόχρονα να σημαίνει, ότι έπρεπε να προωθηθεί και η πραγματική της εξάλειψη. Δεν μπορεί να νοηθεί καμιά μεγαλύτερη απόσταση από αυτήν μεταξύ μιας φιλοσοφίας που αποκλείει τον εαυτό της μέσα στη θεωρησιακή απομόνωση και προσφεύγει απλά και μόνο άκαρπες μάχες εννοιών και της δικής του κριτικής που βρίσκεται «σε μια μάχη σώμα με σώμα» [50]. Είναι η ίδια απόσταση που χωρίζει την αναζήτηση της ελευθερίας της συνείδησης από την αναζήτηση της ελευθερίας της εργασίας.

5. Επίλογος
Η σκέψη του Μαρξ διέτρεξε μια αποφασιστικής σημασίας εξέλιξη κατά τον χρόνο που αυτός παρέμεινε στο Παρίσι. Ήταν πλέον σίγουρος, ότι η μεταβολή του κόσμου αποτελούσε ένα πρακτικό ζήτημα, «που δεν μπορούσε να το λύσει η Φιλοσοφία, ακριβώς επειδή το θεωρούσε μόνο θεωρητικό καθήκον».[51] Πήρε τελειωτικά πλέον αποστάσεις από την όποια φιλοσοφία δεν είχε συνειδητοποιήσει αυτό και δεν είχε μεταμορφωθεί στην αναγκαία φιλοσοφία της Πράξης. Η ανάλυσή του δεν ασχολήθηκε πλέον με την κατηγορία της αποξένωσης της εργασίας αλλά με την πραγματικότητα της αθλιότητας των εργατών. Τα συμπεράσματά του δεν ήταν πλέον θεωρησιακής μορφής, αλλά κατευθύνθηκαν προς την επαναστατική δράση. [52]
Και η πολιτική του σκέψη μεταβλήθηκε βαθειά. Δεν αποδέχθηκε καμιά από τις υπάρχουσες στενόμυαλες σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές διδαχές, αλλά πήρε πλέον αποστάσεις από αυτές καθώς συνειδητοποίησε ότι οι οικονομικές συνθήκες ήταν ο συνδετικός ιστός της κοινωνίας. «Θρησκεία, οικογένεια, κράτος, δίκαιο, ηθική, επιστήμη, τέχνη, κλπ. αποτελούν μόνο ιδιαίτερες όψεις της παραγωγής και υπακούουν στον γενικό της νόμο». [53] Έτσι το κράτος έχασε την πρωταρχική του θέση, την οποία κατείχε στην πολιτική φιλοσοφία του Χέγκελ και έγινε κατανοητό, στο πλαίσιο της κοινωνίας, ως μια ορισμένη αλλά όχι και η κυρίαρχη σφαίρα των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων: «Μόνο η πολιτική φαντασιοκοπία θεωρεί πλέον σήμερα ότι ο αστικός τρόπος ζωής προκύπτει από το κράτος, ενώ αντίθετα στην πραγματικότητα το κράτος προκύπτει από τον αστικό τρόπο ζωής»[54].
Επίσης μεταβλήθηκε δραματικά η κατανόησή του όσον αφορά το επαναστατικό υποκείμενο. Από την αρχική θεώρηση για την «ανθρωπότητα που υποφέρει» [55] ο Μαρξ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ρόλο επαναστατικού υποκειμένου παίζει το προλεταριάτο. Το προλεταριάτο αρχικά έγινε αντιληπτό σαν αφηρημένη έννοια που εδράζεται στις διαλεκτικές αντιθέσεις, σαν «παθητικό στοιχείο» της θεωρίας [56], για να γίνει μετά, στη βάση μιας πρώτης κοινωνικοοικονομικής ανάλυσης, το ενεργητικό στοιχείο της ίδιας της δικής του απελευθέρωσης, η μοναδική τάξη που διαθέτει μέσα στο καπιταλιστικό κοινωνικό σύστημα επαναστατική δυναμική.
Τελικά τη θέση μιας συγκεχυμένης ακόμα κριτικής στην πολιτική διαμεσολάβηση του κράτους και την οικονομική διαμεσολάβηση του χρήματος – εμπόδια για την πραγμάτωση μιας ανθρώπινης κοινότητας κατά την εκτίμηση του Feuerbach – πήρε η κριτική μιας ιστορικά καθορισμένης σχέσης, στην οποία αναγνωρίστηκε η υλική παραγωγή ως η βάση για κάθε ανάλυση και μεταβολή του παρόντος, «διότι ολόκληρη η ανθρώπινη υποδούλωση εμπεριέχεται στη σχέση του εργάτη με την παραγωγή και όλες οι σχέσεις υποδούλωσης είναι μόνο εξειδικεύσεις και συνέπειες αυτής της σχέσης». [57] Ο Μαρξ δεν ήγηρε πλέον μια γενική απαίτηση απελευθέρωσης, αλλά απαιτούσε τη ριζική μεταβολή της πραγματικής διαδικασίας παραγωγής.
Ενώ έφθανε σ’ αυτά τα συμπεράσματα σχεδίαζε και άλλες εργασίες. Μετά την Αγία Οικογένεια συνέχισε τις μελέτες (και την καταγραφή αποσπασμάτων) στην πολιτική οικονομία, σχεδίασε μια κριτική στον Stirner, έβαλε τα θεμέλια για το [ Ιστορία της δημιουργίας του σύγχρονου κράτους ή η γαλλική επανάσταση ],[58] κράτησε σημειώσεις για τον Χέγκελ, σχεδίασε μια κριτική του γερμανού θεωρητικού της οικονομίας List, που την πραγματοποίησε λίγο αργότερα.
Ήταν ακούραστος. Ο Ένγκελς τον πίεζε να θέσει στη διάθεση όλου του κόσμου το υλικό του, γιατί «έφθασε πανάθεμα ο καιρός», [59] και ο Μαρξ υπέγραψε πριν από την απέλασή του από το Παρίσι [60] ένα συμβόλαιο με τον εκδότη Leske για τη δημοσίευση ενός τόμου με τον τίτλο «Κριτική της πολιτικής και της εθνικής οικονομίας». Όμως θα πρέπει να περιμένουμε ακόμα 15 χρόνια, μέχρι που το 1859 να δοθεί για εκτύπωση ένα πρώτο μέρος του έργου του Για την κριτική της πολιτικής οικονομίας.
Τα [Οικονομικο-φιλοσοφικά χειρόγραφα] και τα Αποσπάσματα αντανακλούν το σκεπτικό των πρώτων βημάτων της προσπάθειας. Τα γραπτά του είναι γεμάτα από θεωρητικά στοιχεία που προέρχονται από παλαιότερους και σύγχρονους συγγραφείς. Κανένα από τα προσχέδια και κανένα έργο του της εποχής αυτής δεν μπορεί να ενταχθεί σε μια συγκεκριμένη επιστήμη. Δεν υπάρχουν καθαρά φιλοσοφικά, ούτε κατά κύριο λόγο οικονομικά, ούτε αποκλειστικά πολιτικά κείμενα. Αυτό που ξεπηδά απ’ όλα αυτά δεν είναι ένα νέο σύστημα, ούτε ομοιογενές θεωρητικά σύνολο, παρά μια κριτική θεωρία.
Ο Μαρξ του 1844 κατέχει την ικανότητα να συνδυάζει τις εμπειρίες των παριζιάνων προλεταρίων, ανδρών και γυναικών, με μελέτες της γαλλικής επανάστασης, το έργο του Smith με τις απόψεις του Proudhon, την εξέγερση των υφαντών της Σιλεσίας με την κριτική της χεγκελιανής άποψης για το κράτος, την ανάλυση της φτώχειας του Buret με τον κομμουνισμό. Είναι ένας Μαρξ που ξέρει να αφομοιώνει αυτές τις διαφορετικές απόψεις και εμπειρίες και μέσα από το δέσιμό τους να δίνει ζωή σε μια επαναστατική θεωρία.
Η σκέψη του, κυρίως οι οικονομικοί στοχασμοί του, που αρχίζουν να αποκρυσταλλώνονται κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι, δεν είναι καρπός μιας ξαφνικής επιφοίτησης, παρά το αποτέλεσμα μιας νοητικής διεργασίας. Καθώς η μαρξιστική-λενινιστική αγιογραφία που επικράτησε για πολύ καιρό παρουσίασε χωρίς τεκμηρίωση αυτή τη σκέψη σαν ολοκληρωμένη και προδιέγραψε ένα εργαλειακό τελικό αποτέλεσμα, παραμόρφωσε με τον τρόπο αυτό τον δρόμο που τον οδήγησε στα συμπεράσματά του και απέδωσε έτσι την πλέον φτωχή του εκδοχή. Το ζητούμενο αντίθετα είναι να αναδομήσουμε την προέλευση, τις επιρροές και τα επιτεύγματα των εργασιών του, για να καταστήσουμε κατανοητά την πολυπλοκότητα και τον πλούτο των έργων του, που ακόμα έχει κάτι να πει στην κριτική σκέψη του παρόντος.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ ΤΕΤΡΑΔΙΩΝ, ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ ΠΟΥ ΓΡΑΦΤΗΚΑΝ ΑΠΌ ΤΟΝ ΜΑΡΞ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ [62]

ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΩΝ ΤΕΤΡΑΔΙΩΝ ΕΡΓΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΗΚΑ ΤΩΝ ΤΕΤΡΑΔΙΩΝ
Μεταξύ τέλους 1843 και αρχών 1844 R. Levasseur, Mémoires MH Οι σελίδες με τα αποσπάσματα είναι χωρισμένες σε δύο στήλες.
Μεταξύ τέλους 1843 και αρχών 1844 J. B. Say, Traité d’économie politique B 19 Το τετράδιο, μεγάλου σχήματος, περιλαμβάνει σελίδες με αποσπάσματα που είναι χωρισμένα σε δυο στήλες: Στην αριστερή από το Traité του Say και στη δεξιά (που γράφτηκε μετά τη συγγραφή του B 24) από τον Skarbek και το Cours complet του Say.
Μεταξύ τέλους 1843 και αρχών 1844 C. W. C. Schüz, Grundsätze der National-Ökonomie (Θεμελιώδεις αρχές της εθνικής οικονομίας) B 24 Τετράδιο μεγάλου σχήματος, σελίδες χωρισμένες σε δύο στήλες
Μεταξύ τέλους 1843 και αρχών 1844 F. List, Das nationale System der politischen Ökonomie (Το εθνικό σύστημα της πολιτικής οικονομίας) B 24
Μεταξύ τέλους 1843 και αρχών 1844 H. F. Osiander, Enttäuschung des Publikums über die Interessen des Handels, der Industrie und der Landwirtschaft (Απογοήτευση του κοινού σχετικά με τα συμφέροντα του εμπορίου, της βιομηχανίας και της γεωργίας) B 24
Μεταξύ τέλους 1843 και αρχών 1844 H. F. Osiander, Über den Handelsverkehr der Völker ( Σχετικά με την εμπορική επικοινωνία των λαών) B 24
Άνοιξη 1844 F. Skarbek, Theorie des richesses sociales B 19
Άνοιξη 1844 J. B. Say, Cours complet d’économie politique pratique B 19
Μάιος Ιούνιος 1844 A. Smith, Recherches sur la nature et les causes de la richesse des nations B 20 Τετράδιο μικρού σχήματος με κανονικού σχήματος σελίδες.
Τέλος Μαΐου- Ιούνιος 1844 K. Marx, Arbeitslohn; Gewinn des Capitals ; Grundrente;[Entfremdete Arbeit und Privateigentum] (Μισθός εργασίας, κέρδος του κεφαλαίου, γαιοπρόσοδος [Αποξενωμένη εργασία και ατομική ιδιοκτησία]) A 7 Τετράδιο μεγάλου σχήματος, οι σελίδες χωρισμένες σε δύο ή τρεις στήλες. Το κείμενο περιλαμβάνει αποσπάσματα των Say, Smith, από το Die Bewegung der Production ( Η κίνηση της Παραγωγής) του Schulz, από την Théorie nouvelle d’économie sociale et politique του Pecqueur, από το Solution du problème de la population et de la substance του Loudon και από τον Buret.
Ιούνιος- Ιούλιος 1844 J. R. MacCulloch, Discours sur l’origine, les progrès, les objets particuliers, et l’importance de l’économie politique B 21 Τετράδιο μικρού σχήματος, οι σελίδες χωρισμένες σε δυο στήλες με την εξαίρεση της σελίδας 11, που περιλαμβάνει ένα απόσπασμα από το άρθρο του Ένγκελς.
Ιούνιος- Ιούλιος 1844 G. Prevost, Réflexions du traducteur sur le système de Ricardo B 21
Ιούνιος- Ιούλιος 1844 F. Engels, Umrisse zu einer Kritik der Nationalö konomie ( Κατευθύνσεις για μια κριτική της εθνικής οικονομίας ) B 21
Ιούνιος- Ιούλιος 1844 A. L. C. Destutt de Tracy, Éléments d’Idéologie B 21
Το αργότερο Ιούλιος του1844 K. Marx, [Das Verhältnis des Privateigentums] ([Η σχέση της ατομικής ιδιοκτησίας]) A 8 Κείμενο γραμμένο σε μεγάλα φύλλα χωρισμένα σε δυο στήλες.
Μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου1844 G. W. F. Hegel, Phänomenologie des Geistes (Φαινομενολογία του πνεύματος) A 9 (Hegel) Φύλλο που αργότερα συρράφτηκε σε σχήμα Α9.
Αύγουστος 1844 K. Marx, [Privateigentum und Arbeit]; [Privateigentum und Kommunismus]; [Kritik der Hegelschen Dialektik und Philosophie überhaupt] ; [Privateigentum und Bedürfnisse];[Zusätze]; [Teilung der Arbeit];[Vorrede]; [Geld]. ([Ατομική ιδιοκτησία και εργασία]; [Ατομική ιδιοκτησία και κομουνισμός]; [Κριτική της χεγκελιανής διαλεκτικής και της φιλοσοφίας γενικά] ; [Ατομική ιδιοκτησία και ανάγκες];[Συμπληρώματα]; [Καταμερισμός εργασίας]; [Εισαγωγή]; [Χρήμα]). A 9 Τετράδιο μεγάλου σχήματος. Το κείμενο περιλαμβάνει αποσπάσματα από: Das entdeckte Christentum ( Ο ανακαλυφθείς χριστιανισμός) του Bauer, από τους Smith, Destutt de Tracy, Skarbek, J. Mill, από τον Faust του Γκαίτε, από τονTimon von Athen (Τίμων ο Αθηναίος) του Shakespeare, καθώς και από διάφορα άρθρα του Bauer που δημοσιεύθηκαν στην Allgemeine Literatur-Zeitung. Έμμεσα γίνεται ακόμα αναφορά στους: Engels, Say, Ricardo, Quesnay, Proudhon, Cabet, Villegardelle, Owen, Hess, Lauderdale, Malthus, Chevalier, Strauss, Feuerbach, Hegel και Weitling.
Σεπτέμβριος 1844 D. Ricardo, Des principes de l’économie politique et de l’impôt B 23 Τετράδιο μεγάλου σχήματος, οι σελίδες χωρισμένες σε δύο, σπάνια σε τρεις στήλες. Οι δύο πρώτες σελίδες με αποσπάσματα από τον Ξενοφώντα δεν είναι χωρισμένες σε στήλες.
Σεπτέμβριος 1844 J. Mill, Éléments d’économie politique B 23
Μεταξύ καλοκαιριού 1844 και Γενάρη 1845 E. Buret, De la misère des classes laborieuses en Angleterre et en France B 25 Τετράδιο μικρού σχήματος με κανονικές σελίδες.
Μεταξύ μέσων Σεπτέμβρη 1844 και Γενάρη 1845 P. de Boisguillebert, Le détail de la France B 26 Τετράδιο μεγάλου σχήματος με αποσπάσματα από τον Boisguillebert. Κανονική διάταξη σελίδων, με εξαίρεση λίγες σελίδες, που είναι χωρισμένες.
Μεταξύ μέσων Σεπτέμβρη 1844 και Γενάρη 1845 P. de Boisguillebert, Dissertation sur la nature des richesses, de l’argent et des tributs B 26
Μεταξύ μέσων Σεπτέμβρη 1844 και Γενάρη 1845 P. de Boisguillebert, Traité de la nature, culture, commerce et intérêt des grains B 26
Μεταξύ μέσων Σεπτέμβρη 1844 και Γενάρη 1845 J. Law, Considération sur le numéraire et le commerce B 26
Μεταξύ μέσων Σεπτέμβρη 1844 και Γενάρη 1845 J. Lauderdale, Recherches sur la nature et l’origine de la richesse publique B 22 Τετράδιο μεγάλου σχήματος, οι σελίδες χωρισμένες σε δύο στήλες.

 

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Jürgen Rojahn, που ανέλαβε τη διόρθωση του χρονολογικού πίνακα και μου έκανε πολύτιμες προτάσεις για βελτίωση. Για πιθανά λάθη αυτονόητο είναι ότι είμαι ο μοναδικός υπεύθυνος.

 

References
[1] Honoré de Balzac, «Ferragus, das Haupt der Verschworenen» («Ferragus, η κεφαλή των συνωμοτών»), στο: Geschichte der Dreizehn (Die großen Romane und Erzählungen, Bd. 7) [Ιστορία των δεκατριών (Τα μεγάλα μυθιστορήματα και διηγήσεις, τόμος 7)], Insel Verlag, Frankfurt/Main, Leipzig 1996, σ. 21.
[2] Σύγκρ. Isaiah Berlin, Karl Marx. Sein Leben und sein Werk (Καρλ Μαρξ. Η ζωή και το έργο του), Piper & Co Verlag, München 1959, σ. 94 κ. Ε.
[3] Michail Bakunin, Ein Briefwechsel von 1843 ( Μια ανταλλαγή επιστολών από το 1843), MEGA², Dietz Verlag, Berlin 1982, I/2, σ. 482.
[4] Lorenz von Stein, Der Socialismus und Communismus des heutigen Frankreichs. Ein Beitrag zur Zeitgeschichte ( Ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός της σημερινής Γαλλίας. Μια συνεισφορά στην σύγχρονη ιστορία ), Otto Wigand Verlag, Leipzig 1848, σ. 509.
[5] Arnold Ruge, Zwei Jahre in Paris. Studien und Erinnerungen , Zentralantiquariat der DDR (Δύο χρόνια στο Παρίσι . Μελέτες και αναμνήσεις, Κεντρικό αρχειοφυλακείο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας), Leipzig 1975, σ. 59.
[6] Honoré de Balzac, Ferragus, όπ. π., σ. 19.
[7] « Όχι μόνο έχει ξεσπάσει μια γενική αναρχία στις τάξεις των μεταρρυθμιστών, αλλά θα πρέπει και ο καθένας για τον εαυτό του να παραδεχθεί, ότι δεν γνωρίζει με ακρίβεια αυτό που θα πρέπει να γίνει», στο: Karl Marx, Ein Briefwechsel von 1843 ( Μια ανταλλαγή επιστολών από το 1843), MEGA² I/2, σ. 486.
[8] Στην παρούσα παρουσίαση τα μη ολοκληρωμένα χειρόγραφα του Μαρξ, που δημοσιεύτηκαν από μετέπειτα εκδότες, βρίσκονται μέσα σε αγκύλες.
[9] «Το πολιτικό κράτος δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς τη φυσική βάση της οικογένειας και την τεχνητή βάση της αστικής κοινωνίας, αυτά είναι γι’ αυτό μια conditio sine qua non» (Karl Marx,Zur Kritik der Hegelschen Rechtsphilosophie [ Σχετικά με την κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας δικαίου ], MEGA² I/2, S. 9). «Οικογένεια και αστική κοινωνία είναι οι προϋποθέσεις του κράτους, είναι οι πραγματικοί δράστες, αλλά στη θεωρία αυτό αντιστρέφεται» (όπ.π., σ. 8). Ακριβώς εδώ βρίσκεται το λάθος του Χέγκελ, που θέλει, «το πολιτικό κράτος να μην ορίζεται από την αστική κοινωνία, αλλά αντίστροφα, να την ορίζει» (όπ. π., σ. 100). Συγκρ. σχετικά. Walter Tuchscheerer,Bevor „Das Kapital“ entstand (Πριν δημιουργηθεί «Το Κεφάλαιο»], Akademie Verlag, Berlin 1968, σ. 68.
[10] Karl Marx, Ökonomisch-philosophische Manuskripte (Οικονομικο- φιλοσοφικά χειρόγραφα), MEGA² I/2, σ. 325.
[11] Συγκρ. Maximilien Rubel, Introduction σε Karl Marx Œuvres. Economie II, Gallimard, Paris 1968, σ. LIV-LV, ο οποίος θεωρεί ότι η αρχή του μακρόχρονου εφιάλτη της ζωής ολόκληρης του Μαρξ, η θεωρητική μανία, από την οποία δεν θα απελευθερωθεί ποτέ, δηλαδή η κριτική της θεωρίας της εθνικής οικονομίας, ξεκινάει χρονικά από αυτήν ακριβώς τη στιγμή.
[12] Συγκρ. Walter Tuchscheerer, όπ. π., σ. 76.
[13] Karl Marx, Exzerpte aus Jean Baptiste Say: Traité d’economie politique (Αποσπάσματα από Jean Baptiste Say: Traité d’economie politique), MEGA² IV/2, Dietz Verlag, Berlin 1981, σσ. 316-7.
[14] Karl Marx, Ökonomisch-philosophische Manuskripte (Οικονομικο-φιλοσοφικά χειρόγραφα) MEGA² I/2, σ. 363.
[15] Όπ. π., σ. 364.
[16] Όπ. π., σ. 374.
[17] Όπ. π., σ. 384.
[18] Karl Marx,Exzerpte aus James Mill: Éléments d’économie politique (Αποσπάσματα από τον James Mill: Élémens d’économie politique), MEGA² IV/2, σ. 453.
[19] Όπ. π., σ. 456.
[20] Karl Marx, Ökonomisch-philosophische Manuskripte (Οικονομικο-φιλοσοφικά χειρόγραφα), MEGA I/2, S. 365.
[21] Karl Marx,Exzerpte aus James Mill: Éléments d’économie politique (Αποσπάσματα από James Mill: Éléments d’économie politique), MEGA² IV/2, σ. 466.
[22] Συγκρ. σχετικά τις διαπιστώσεις του Άρνολντ Ρούγκε (Arnold Ruge): «Διαβάζει πολύ, εργάζεται με αφάνταστη ένταση […] αλλά δεν τελειώνει τίποτε, διακόπτει παντού και ξαναβουτάει σε μια απέραντη θάλασσα βιβλίων», «[…] αφού έχει αρρωστήσει από τη δουλειά και για τρεις ή και τέσσερις νύχτες συνέχεια δεν έχει πάει στο κρεβάτι», γράφει από το Παρίσι ο Ρούγκε στον Λουδοβίκο Φόυερμπαχ (Ludwig Feuerbach), στις 15 Μάη 1844 (παρατίθεται στο Hans Magnus Enzensberger (Hg.), Gespräche mit Marx und Engels [ Συνομιλίες με τον Μαρξ και τον Ένγκελς], Insel Verlag, Frankfurt/Main 1973, σ. 23-24). «Εάν ο Μαρξ δεν αυτοκτονήσει από έλλειψη τάξης, αλαζονεία και τρελούς ρυθμούς δουλειάς και δεν χάσει μέσα στην κομμουνιστική πρωτοτυπία κάθε αίσθηση για την απλή ευγενική μορφή, τότε θα πρέπει να περιμένουμε κάτι (σημαντικό) από τη μεγάλη του γνώση και από αυτήν ακόμα τη χωρίς συνείδηση διαλεκτική του […]. Θέλει πάντα να γράψει αυτό που διάβασε τελευταίο, μετά όμως συνεχίζει να διαβάζει και να κρατάει νέες σημειώσεις. Ακόμα θεωρώ δυνατό, ότι θα γράψει ένα αρκετά μεγάλο και πολύπλοκο βιβλίο, όπου θα συμπιέσει όλα όσα έχει μαζέψει». Επιστολή του Ρούγκε στον M. Ντούνκερ (Duncker), 29 Αυγούστου 1844, όπ.π. σ. 31.
[23] Συγκρ. τη μαρτυρία του Λαφάργκ (Paul Lafargue), που αποδίδει τη διήγηση στον Ένγκελς σχετικά με όσα συνέβαιναν το φθινόπωρο 1844: «Ο Ένγκελς και ο Μαρξ είχαν αποκτήσει τη συνήθεια να δουλεύουν μαζί. Ο Ένγκελς που προωθούσε την ακρίβεια μέχρι τα άκρα γινόταν παρ’ όλα αυτά κάποιες φορές ανυπόμονος με τη διστακτικότητα του Μαρξ, ο οποίος δεν ήθελε να γράψει καμία πρόταση, εάν δεν μπορούσε να την αποδείξει με δέκα διαφορετικούς τρόπους». P. Lafargue [1904], Φθινόπωρο 1844, όπ. π., σ. 32.
[24] Συγκρ. Τη μαρτυρία του Χάινριχ Μπύργκερς (Heinrich Bürgers): «Εντωμεταξύ η οξεία αυτοκριτική στην οποία συνήθιζε να υποβάλλεται δεν τον άφηνε να φτάσει σε κάποιο μεγαλύτερο έργο» . H. Bürgers [1876], Φθινόπωρο 1844/ Χειμώνας 1845, όπ. π., σσ. 46-47.
[25] Σχετικά με αυτήν την περίπλοκη σχέση σύγκρ. David Rjazanov, «Einleitung zu MEGA I/1.2» («Εισαγωγή στην MEGA I/1.2»), Marx-Engels-Verlag, Berlin 1929, σ. XIX, ο οποίος πρώτος παρατήρησε τη μεγάλη δυσχέρεια μιας ξεκάθαρης οριοθέτησης μεταξύ αφενός των απλών τετραδίων με αποσπάσματα και αφετέρου των κειμένων, που θα πρέπει να θεωρηθούν πραγματικά προκαταρκτικά έργα.
[26] Συγκ. Jürgen Rojahn, Μαρξισμός – Μαρξ – Επιστήμη της Ιστορίας. Η περίπτωση των λεγόμενων“οικονομικο-φιλοσοφικών χειρογράφων του“ στο International Review of Social History , Jg. XXVIII, 1983, Part 1, σ. 20.
[27] Karl Marx, Ο ιστορικός υλισμός. Τα πρώιμα συγγράμματα. εκδ. από Siegfried Landshut και Jacob Peter Mayer, Alfred Kröner Verlag, Leipzig 1932, σ. 283-375.
[28] Karl Marx, Οικονομικο-φιλοσοφικά χειρόγραφα του, MEGA I/3, Marx-Engels-Verlag, Berlin 1932, σ. 29-172.
[29] Σαν απόδειξη των προβλημάτων συστηματοποίησης αυτές οι σελίδες εμφανίζονται στη MEGA² και στο πρώτο και στο τέταρτο τμήμα Συγκρ. MEGA² I/2, σ. 439-444, και MEGA² IV/2, σ. 493-500.
[30] Συγκρ. Jürgen Rojahn, The emergence of a theory: the importance of Marx’s notebooks exemplified by those from 1844 , «Rethinking Marxism», Bd. 14, Nr. 4 (2002), σ. 33.
[31] Σ¨αυτή την πλάνη πέφτει π.χ ο David McLellan, Marx before marxism, Reprint Macmillan, London 1970, σ. 163.
[32] .Χωρίς να θέλουμε ούτε κατά διάνοια να επαναλάβουμε την ατέλειωτη συζήτηση σχετικά με αυτό το σύγγραμμα του Μαρξ, αναφέρουμε εδώ δύο από τις σημαντικότερες εργασίες, στις οποίες υπερασπίζονται οι προαναφερόμενες θέσεις. Στην πρώτη κατεύθυνση ανήκουν οι Landshut και Meyer, οι οποίοι πρώτοι διείδαν στα Οικονομικο-φιλοσοφικά χειρόγραφα «κατά κάποιο τρόπο το βασικότερο έργο του Μαρξ, που σχηματίζει τον συνδετικό κρίκο ολόκληρης της πνευματικής του εξέλιξης» και «στον πυρήνα της αποτελεί τον πρόδρομο του Κεφαλαίου». Συγκρ. Karl Marx,Der historische Materialismus. Die Frühschriften (Ο ιστορικός υλισμός . Τα πρώιμα κείμενα, όπ. π.., σ. XIII και V. Στις δεύτερες αντίθετα ανήκει η περίφημη θέση του Althusser σχετικά με την επιστημολογική τομή (coupure épistémologique). Συγκρ. Louis Althusser,Für Marx (Για τον Μαρξ), Suhrkamp, Frankfurt/Main 1968, σ. 15.
[33] Εκδόθηκε στο MEGA², IV/2, σ. 279-579, και MEGA², IV/3, Akademie Verlag, Berlin 1998, σ. 31-110.
[34] «Τα χειρόγραφά του προήλθαν ακριβώς από τα αποσπάσματα εκείνης της εποχής», στο Jürgen Rojahn, The emergence of a theory: the importance of Marx’s notebooks exemplified by those from 1844 , όπ. Π., σ. 33.
[35] Ο Μαρξ διάβαζε τους άγγλους θεωρητικούς της οικονομίας εκείνη την εποχή ακόμα από τη γαλλική μετάφραση.
[36] Συγκρ. Jacques Grandjonc, Marx et les communistes allemands à Paris 1844, Maspero, Paris 1974, σ. 61-62, όπως και την επιστολή που γράφτηκε το αργότερο τον Νοέμβρη του 1844 από τον Μαρξ προς τον H. Börnstein, MEGA² III/I, Dietz Verlag, Berlin 1975, σ. 248.
[37] «Γι’ αυτό δεν υφίσταται κανένας λόγος, να εξαχθεί το συμπέρασμα, ότι τα χειρόγραφα αποτελούν ένα αυτοτελές σύνολο» (Jürgen Rojahn,Marxismus – Marx – Geschichtswissenschaft. Der Fall der sog. „Ökonomisch-philosopischen Manuskripte aus dem Jahre 1844“ ( Μαρξισμός – Μαρξ – επιστήμη της ιστορίας. Η περίπτωση των λεγόμενων «Οικονομικο-φιλοσοφικών χειρογράφων του 1844» , όπ.π., σ. 20).
[38] Συγκρ. Jürgen Rojahn, The emergence of a theory: the importance of Marx’s notebooks exemplified by those from 1844 , όπ. π., σ. 45.
[39] Karl Marx, Ökonomisch-philosophische Manuskripte (Οικονομικο-φιλοσοφικά χειρόγραφα), MEGA² I/2, σ. 364.
[40] Βλ. Michael Löwy, La théorie de la révolution chez le jeune Marx, Maspero, Paris 1970, σ. 41, Παρ. 22.
[41] Karl Marx, «Kritische Randglossen zu dem Artikel “Der König von Preußen und die Sozialreform. Von einem Preußen”» («Κριτικές σημειώσεις στο άρθρο “Ο βασιλιάς της Πρωσίας και η κοινωνική μεταρρύθμιση. Από έναν Πρώσο”», MEGA² I/2, σ. 462.
[42] Όπ. π., σ. 455.
[43] Karl Marx, Ökonomisch-philosophische Manuskripte ( Οικονομικο-φιλοσοφικά χειρόγραφα), MEGA² I/2, σ. 372-373.
[44] Όπ. π., σ. 372.
[45] Όπ. π., σ. 387.
[46] Bruno Bauer (Hg.), Allgemeine Literatur-Zeitung, Τεύχος 6, Εκδ. Οίκος του Egbert Bauer, Charlottenburg 1844, σ. 32. Ο Μαρξ αναφέρει το απόσπασμα, αν και όχι κατά λέξη, στο γράμμα του προς τον Ludwig Feuerbach στις 11 Αυγούστου1844. Συγκρ. MEGA² III/1, Dietz Verlag, Berlin 1975, σ. 65.
[47] Karl Marx,Zur Kritik der Hegelschen Rechtsphilosophie. Einleitung ( Σχετικά με την κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας δικαίου. Εισαγωγή ), MEGA ² I/2, σ. 172.
[48] Ο Μαρξ χρησιμοποιεί την έκφραση αυτή στην Αγία Οικογένεια για τον χαρακτηρισμό και την γελοιοποίηση του Bruno Bauer και των άλλων Νεοχεγκελιανών που συνεργάζονταν με την Allgemeine Literatur-Zeitung.
[49] Όπ. π., σ. 177.
[50] Karl Marx,Zur Kritik der Hegelschen Rechtsphilosophie. Einleitung ( Σχετικά με την κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας δικαίου. Εισαγωγή ), MEGA² I/2, σ. 173.
[51] Karl Marx, Ökonomisch-philosophische Manuskripte ( Οικονομικο-φιλοσοφικά χειρόγραφα), MEGA² I/2, σ. 395.
[52] Συγκρ. Ernest Mandel, Entstehung und Entwicklung der ökonomischen Lehre von Karl Marx (1843-1863) [Γέννηση και εξέλιξη της οικονομικής θεωρίας του Karl Marx (1843-1863)], Europäische Verlagsanstalt/Europa Verlag, Frankfurt/Wien 1982, σ. 156.
[53] Karl Marx, Ökonomisch-philosophische Manuskripte (Οικονομικο-φιλοσοφικά χειρόγραφα), MEGA² I/2, σ. 390.
[54] Friedrich Engels-Karl Marx, Die heilige Familie, (Η Αγία οικογένεια), Marx Engels Werke, Band 2, Dietz Verlag, Berlin 1962, σ. 128.
[55] Karl Marx, Ein Briefwechsel von 1843 ( Μια ανταλλαγή επιστολών από το 1843), MEGA² I/2, σ. 479.
[56] Karl Marx,Zur Kritik der Hegelschen Rechtsphilosophie. Einleitung ( Για την κριτική της Χεγκελιανής φιλοσοφίας δικαίου. Εισαγωγή ), MEGA² I/2, S. 178.
[57] Karl Marx, Ökonomisch-philosophische Manuskripte ( Οικονομικο-φιλοσοφικά χειρόγραφα), MEGA² I/2, σ. 373-374.
[58] Συγκρ. MEGA² IV/3, a.a.O, σ. 11.
[59] F. Engels στον K. Marx Αρχές Οκτώβρη 1844, MEGA² III/I, Dietz Verlag, Berlin 1975, σ. 245. Συγκρ. εκτός τούτου F. Engels στον K. Marx, γύρω στις 20 Γενάρη 1845: «Τέλειωνε επιτέλους με το εθνικοοικονομικό σου βιβλίο, ακόμα και αν θα ήσουνα δυσαρεστημένος με πολλά, δεν πειράζει, τα πνεύματα είναι ώριμα και πρέπει να χτυπάμε το σίδερο, όσο είναι ζεστό», όπ. π. σ. 260.
[60] Μετά από πίεση της πρωσικής κυβέρνησης οι γαλλικές υπηρεσίες εξέδωσαν εντολή απέλασης εναντίον διαφόρων συνεργατών της Vorwärts. Ο Μαρξ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Παρίσι στις 1 Φεβρουαρίου 1845.
[62] Η χρονολογική καταγραφή περιλαμβάνει όλα τα τετράδια μελετών που συντάχθηκαν από τον Μαρξ κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι στο διάστημα 1844-1845 (δεν περιλήφθηκε ως εκ τούτου το [Σημειωματάριο από τα χρόνια 1844-1847] που δημοσιεύτηκε στη MEGA² IV/3, σσ. 5-30 καίτοι περιέχει τις σημαντικότατες [ Θέσεις για τον Feuerbach]). Επειδή η ημερομηνία συγγραφής των τετραδίων είναι συχνά αβέβαιη, αναφέρθηκε σε πολλές περιπτώσεις η περίοδος κατά την οποία δημιουργήθηκαν. Αποφασιστικής σημασίας για τη χρονολογική τάξη είναι η εκάστοτε αρχική ημερομηνία των συγκεκριμένων περιόδων. Εκτός αυτού ο Μαρξ δεν έγραψε τα τετράδια το ένα μετά το άλλο, παρά έγραφε κατά καιρούς εναλλάξ στο καθένα από αυτά (βλ. B 19 και B 24). Για τον λόγο αυτό το υλικό ταξινομήθηκε αντίστοιχα στα διάφορα τμήματα των τετραδίων. Για τα τετράδια με τα λεγόμενα [ Οικονομικο-φιλοσοφικά χειρόγραφα] του 1844 (A 7, A 8 και A 9) ο Μαρξ αναφέρεται ως ο συγγραφέας, ενώ οι επικεφαλίδες των παραγράφων, που δεν προέρχονται από αυτόν παρά έχουν προστεθεί από τους εκδότες του κειμένου, βρίσκονται μέσα σε αγκύλες. Εάν στην τέταρτη στήλη (χαρακτηριστικά των τετραδίων) δεν γίνεται αναφορά των τίτλων των έργων, από τους συγγραφείς που αναφέρει ο Μαρξ, τότε αυτοί ανταποκρίνονται πάντα στους τίτλους που αναφέρονται στη δεύτερη στήλη (περιεχόμενο των τετραδίων). Με την εξαίρεση του MH, που βρίσκεται στο Rossiiskii gosudarstvennyi arkhiv sotsial’no- politicheskoi istorii (RGASPI) στη Μόσχα, όλα τα υπόλοιπα τετράδια από την περίοδο αυτή διατηρούνται στο Internationaal Instituut voor Sociale Geschiedenis (IISG) στο Άμστερνταμ, με τους χαρακτηριστικούς κωδικούς που αναφέρονται στην τρίτη στήλη (Κληρονομιά).