Categories
Reviews

Παναγιώτης Σωτήρης, In.gr

Μελέτη των προκαπιταλιστικών κοινωνιών
Μεγάλο χρόνο αφιέρωσε ο Μαρξ εκείνη την περίοδο σε μελέτες που αφορούσαν τις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, τις περιοχές που βρίσκονταν υπό αποικιοκρατικό ζυγό αλλά και εκτεταμένες εθνολογικές και ιστορικές μελέτες. Επικεντρώνει στην προϊστορία, την εξέλιξη των οικογενειακών μορφών, την κατάσταση των γυναικών, την προέλευση των σχέσεων ιδιοκτησίας, τις προκαπιταλιστικές οικονομικές μορφές. Ταυτόχρονα, στα «Οικονομικά σημειωματάρια» κάνει επισημαίνει τις ρατσιστικές συνδηλώσεις αρκετών από τις ανθρωπολογικές μελέτες που διάβαζε. Κομμάτι της δραστηριότητας του Μαρξ εκείνη την περίοδο και η σύνταξη του «Εργατικού Ερωτηματολόγιου» για λογαριασμό της Ομοσπονδίας Σοσιαλιστών Εργατών της Γαλλίας, ένα κείμενο που στη δεκαετία του 1960 οι Ιταλοί εργατιστές θα θεωρήσουν υπόδειγμα για τη δική τους αντίληψη της εργατικής έρευνας.

Ουσιαστικά, ο Μαρξ προσπαθούσε να ανασυνθέσει τη σύνθετη ιστορία της μετάβασης από την αρχαιότητα έως τον καπιταλισμό. Αυτό που προκύπτει από την ανάλυση του Μούστο είναι ότι ο Μαρξ δεν ήταν οπαδός μιας άκαμπτης αντίληψης της ιστορικής προόδου και υπήρχε μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη σκέψη του Μαρξ και μια παράδοση μαρξιστικού εξελικτικισμού που υποστήριξε μια γραμμική αντίληψη της ιστορικής προόδου, με συγκεκριμένα στάδια από τα οποία υποτίθεται ότι έπρεπε να περάσουν όλες οι κοινωνίες μέχρι την τελική εμφάνιση του κομμουνισμού. Αντιθέτως, ο Μαρξ «επεσήμανε την ιδιοτυπία των ιστορικών συνθηκών, τις πολλαπλές δυνατότητες που προσφέρει η πάροδος του χρόνου και τον κεντρικό ρόλο της ανθρώπινης παρέμβασης στη διαμόρφωση της πραγματικότητας και την επίτευξη αλλαγής» (σ. 67).

Από την αγροτική κοινότητα στον κομμουνισμό;
Το ζήτημα εάν υπάρχει μια αναπόδραστη ιστορική ακολουθία ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό δεν είχε μόνο θεωρητικό χαρακτήρα αλλά και πολιτικό, καθώς για τα εργατικά κινήματα σε χώρες όπου ακόμη δεν είχε κυριαρχήσει ο καπιταλισμός ετίθετο το ερώτημα εάν έπρεπε να επιδιώξουν την ανάπτυξη του καπιταλισμού ως προϋπόθεση για τον σοσιαλισμό, πρώτα και κύρια τη Ρωσία. Ο Μαρξ αναμετριέται με αυτό το ζήτημα μέσα από τη μελέτη Ρώσων σοσιαλιστών όπως ο Νικολάι Τσερνισέφσκι και την επικοινωνία με την ναρόντνικη αγωνίστρια Βέρα Ζάσουλιτς. Το ερώτημα ήταν είναι εάν στη Ρωσία μπορούσε να υπάρξει πέρασμα από την αγροτική κοινότητα, την ομπτσίνα, στον σοσιαλισμό ή εάν αντιθέτως ήταν αναγκαίο ένα πέρασμα από τον καπιταλισμό.

Το ερώτημα απασχολεί ιδιαίτερα τον Μαρξ και όπως δείχνει ο Μούστο αυτό φαίνεται από τα μακροσκελή προσχέδια της απάντησης στη Ζάσουλιτς που συντάσσει. Η τελική του απάντηση θα είναι αρκετά συντομότερη των προσχεδίων, όμως ακόμη και έτσι κάνει σαφές ότι ο Μαρξ καθόλου δεν σκεφτόταν με όρους ενός υποχρεωτικού περάσματος από την καπιταλιστική ανάπτυξη ως προϋπόθεση για τον σοσιαλισμό και ότι μια μετάβαση από την αγροτική κοινότητα στον σοσιαλισμό ήταν ένα πραγματικό ενδεχόμενο, δείχνοντας πόσο απείχε η σκέψη του από μια αντίληψη που θα έβλεπε τον σοσιαλισμό ως απλή προέκταση της ανάπτυξης των καπιταλιστικών παραγωγικών δυνάμεων.

Ο θάνατος του Μαρξ στις 14 Μαρτίου 1883, ύστερα από μια περίοδο επιδείνωσης της υγείας του (αλλά και το βάρος της θλίψης από την απώλεια της συζύγου του) έβαλε τέλος σε ένα έργο εν εξελίξει και πολύ πιο ανοιχτό από όσο ήθελαν να πιστέψουν αρκετοί από τους μετέπειτα μαρξιστές.

«Ο αγώνας»
Ο Μούστο υπενθυμίζει τη συνέντευξη που δίνει ο Μαρξ στον Αμερικανό δημοσιογράφο Τζον Σουίντον, τον Αύγουστο του 1880. Στο τέλος της συνομιλίας ρωτά τον Μαρξ για το νόημα της ύπαρξης, όπως περιγράφει ο δημοσιογράφος αφού ο νους του Μαρξ «για μια στιγμή αναδιπλώθηκε προς τα μέσα, ενώ κοίταζε τη φουρτουνιασμένη θάλασσα μπροστά του και το ανήσυχο πλήθος στην παραλία», στο τέλος απάντησε «ο αγώνας!».

Categories
Journalism

Ο άγνωστος «γερο-Μαρξ» που μας εκπλήσσει

Ηεικόνα που συνήθως έχουμε για τον Καρλ Μαρξ είναι ενός θεωρητικού «βράχου», άκαμπτου στις πεποιθήσεις του, «αυστηρού» και ικανού να προκαλεί δέος. Ο καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Γιορκ, Μαρσέλο Μούστο, έρχεται να «διορθώσει» αυτή την εικόνα και να τη βάλει στις πραγματικές της διαστάσεις, αποδίδοντας ταυτόχρονα στον Μαρξ τις ανθρώπινές του ιδιότητες. Αυτό το κάνει με το βιβλίο του «Τα τελευταία χρόνια του Καρλ Μαρξ 1881-1883: Μια εργογραφία», από τις καλές εκδόσεις Νήσος, σε μετάφραση Ορέστη Στυλιανίδη.

Αυτά τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του ο Μαρξ, ο οποίος, σημειωτέον, βασανιζόταν από μια επίμονη βρογχίτιδα που συχνά γινόταν και πλευρίτιδα με αφόρητους πόνους, εργαζόταν αδιαλείπτως και αφιέρωνε τον περισσότερο χρόνο του στη μελέτη των διεθνών εξελίξεων αλλά και των επιστημονικών επιτευγμάτων της εποχής του, διαβάζοντας πότε γεωλογία, πότε φυσική, πότε χημεία και πότε ιστορία. Ταυτόχρονα στο Λονδίνο, όπου διέμενε τον περισσότερο χρόνο, δεχόταν επισκέψεις από συνδικαλιστές, θεωρητικούς του εργατικού κινήματος και ηγέτες εργατικών αγώνων. Μάλιστα, ένα από τα τελευταία δημοσιευμένα κείμενά του ήταν το «Σχέδιο Προγράμματος του Γαλλικού Εργατικού Κόμματος», κάτι που αποδεικνύει τους δεσμούς του με το «πραγματικό κίνημα». Οι θεωρίες της προόδου που κυριαρχούσαν στον αιώνα του δεν τον έκαναν να πιστέψει στην αυτόματη ανάπτυξη της ιστορίας ή στον υποτίμηση του ρόλου του ανθρώπινου παράγοντα. «Απέρριπτε οποιαδήποτε άκαμπτη σύνδεση των κοινωνικών αλλαγών με τους οικονομικούς μετασχηματισμούς και μόνο», μας λέει ο Μούστο. Και προσθέτει: «Εδώ και αρκετό καιρό είχε συνειδητοποιήσει ότι το σχήμα της γραμμικής εξέλιξης μέσω του “ασιατικού, αρχαίου και σύγχρονου αστικού τρόπου παραγωγής” που είχε σκιαγραφήσει στον πρόλογο της “Συμβολής σε μια κριτική της Πολιτικής Οικονομίας” ήταν απολύτως ανεπαρκές για την κατανόηση της κίνησης της ιστορίας».

Παρότι θεωρούσε ότι ήταν πιθανότερο η επανάσταση να ξεσπάσει στις αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες (Αγγλία, Γερμανία κ.λπ.), στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Μαρξ, μας λέει ο Μούστο, «άρχισε να βλέπει τη Ρωσία διαφορετικά, αναγνωρίζοντας πως ορισμένες αλλαγές που βρίσκονταν εκεί σε εξέλιξη, ενδεχομένως, δημιουργούσαν τις συνθήκες για έναν μείζονα κοινωνικό μετασχηματισμό». Αναφερόταν, βέβαια, στη ρωσική αγροτική κοινότητα, τη γνωστή ως «ομπτσίνα», για την οποία θεωρούσε πως μπορεί να γίνει το σπέρμα μιας μελλοντικής σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Ο Μούστο υπογραμμίζει σε πολλά σημεία του βιβλίου του την άρνηση του Μαρξ να προχωρήσει σε εκφράσεις που «θα μπορούσαν να υποδηλώνουν ένα καθολικό μοντέλο σοσιαλιστικής κοινωνίας, κάτι που θεωρούσε ανώφελο και αντιπαραγωγικό». Μάλιστα «τσιτάρει» τον ίδιο τον Μαρξ, ο οποίος στον Επίλογο της Δεύτερης γερμανικής έκδοσης του Πρώτου Τόμου του «Κεφαλαίου» τόνιζε ότι «το να γράφει συνταγές […] για το μαγειρείο του μέλλοντος» δεν τον ενδιέφερε καθόλου, ενώ αλλού ανέφερε ότι «ουδέποτε καθιέρωσα ένα “σοσιαλιστικό σύστημα”». Ο Μαρξ που μας παρουσιάζει ο Μούστο βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα της γελοιογραφίας που εγκαθιδρύθηκε στη Σοβιετική Ενωση ως «Μαρξισμός-Λενινισμός», ο οποίος διδασκόταν στις κομματικές σχολές από τα κομματικά εγχειρίδια, τα οποία ξεχείλιζαν από δογματισμό και κατείχαν τη θέση «ιερών κειμένων». Ο Μαρξ υπήρξε ένας φιλόσοφος της διαλεκτικής μεθόδου, που δεν φοβόταν να αναθεωρήσει ό,τι αντιλαμβανόταν ότι είναι ξεπερασμένο και εκτός εποχής. Σε μια συνέντευξή του στην ερώτηση «ποιος είναι ο νόμος [της ύπαρξης];», αφού ταλαντεύτηκε λίγο, απάντησε: «Ο αγώνας!».

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Μαρξ, όπως τον σκιαγραφεί ο Μούστο, υπήρξε ένας δεινός επικριτής της αποικιοκρατίας, την οποία έψεγε σε κάθε ευκαιρία και με κάθε τρόπο. Ο συγγραφέας μάς προσφέρει τη δυνατότητα για μια νέα ανάγνωση του δημιουργού του «Κεφαλαίου» και αξίζει τον κόπο να τον διαβάσουμε.

Categories
Reviews

Χρήστος Λάσκος, Efimerida ton Syntakton

Το μόνο βέβαιο είναι πως δεν είμαι μαρξιστής

Γιατί άραγε ο Μαρξ δεν ήταν μαρξιστής; Και μάλιστα αυτό ήταν το μόνο βέβαιο; Μεταξύ άλλων, νομίζω πως η συγκεκριμένη φράση υποδήλωνε μια απέχθεια απέναντι στην ατομικοποίηση των προσδιορισμών, όταν αυτοί αφορούν το χειραφετητικό κίνημα.

Was Marx a satanist?

Richard Wurmbrand

Ήταν ο Μαρξ σατανιστής; Καίριο πραγματικά ερώτημα, τόσο που να αποτελέσει τον τίτλο βιβλίου εν έτει 1976. Δέκα χρόνια αργότερα ο πρώην Ρουμάνος παπάς Richard Wurmbrand θα ολοκλήρωνε τη σχετική έρευνά του με μια νέα έκδοση που τιτλοφορήθηκε «Marx and Satan».

Η μεταφυσική (sic) αύρα που περιέβαλε τον Μαρξ δεν εξαερώθηκε ποτέ. Ο Κόκκινος Διδάκτωρ ήταν το όνομα με το οποίο αναγνωριζόταν από τους αντιδραστικούς ιδίως μετά την Παρισινή Κομμούνα. Εν πολλοίς αδίκως στο μέτρο που οι «μαρξιστές» δεν έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη μεγαλειώδη εξέγερση του 1871. Αυτόν τον ανέλαβαν κατεξοχήν οι «προυντονικοί» και οι «μπλανκιστές».

Χρησιμοποιώ εισαγωγικά σε όλους τους όρους που χαρακτηρίζουν τα «κόμματα» της εποχής, ακολουθώντας τη ρήση του Μαρξ που εμφανίζεται στον τίτλο του άρθρου μου: «Το μόνο βέβαιο είναι πως δεν είμαι μαρξιστής».

Γιατί άραγε ο Μαρξ δεν ήταν μαρξιστής; Και μάλιστα αυτό ήταν το μόνο βέβαιο; Μεταξύ άλλων νομίζω πως η συγκεκριμένη φράση υποδήλωνε μια απέχθεια απέναντι στην ατομικοποίηση των προσδιορισμών, όταν αυτοί αφορούν το χειραφετητικό κίνημα. Η κοινωνική απελευθέρωση θα πραγματοποιηθεί από τους «μικρούς ανθρώπους» και όχι από τις «προσωπικότητες», η απελευθέρωση των εργατικών τάξεων θα είναι έργο των ίδιων των εργατικών τάξεων ή δεν θα υπάρξει καθόλου, το κόμμα δεν είναι μπροστά από την τάξη, αλλά μέρος της ίδιας της τάξης.

Όπως σημειώνει ο Μούστο, «ο Μαρξ υπογράμμισε ξανά ότι οι εργατικές τάξεις [στη διάρκεια της Ιστορίας] κινήθηκαν αυθόρμητα δίχως αστούς φιλάνθρωπους ή επαναστατικές σέχτες να αποφασίζουν για το τι να κάνουν. «Οι Σοσιαλιστές δεν εφευρίσκουν κάποιο κίνημα. [Ο κομμουνισμός δεν είναι κάποιο ιδεώδες, αλλά η πραγματική κίνηση, που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων]”» (σελ. 194). Γι’ αυτό κιόλας, οι εργάτες θα πρέπει να διατηρήσουν μια αυτόνομη ταξική θέση και «να αντιταχθούν στους θεσμούς και τη ρητορική του κράτους» (σελ. 257). Απαραίτητη λοιπόν είναι η συγκρότηση «ενός διακριτού πολιτικού κόμματος που θα αγωνιστεί ενάντια στα δημοκρατικά κόμματα [της μεσαίας τάξης] και θα πολεμά τα κόμματα της αστικής τάξης» (σελ. 87).

Το πρόγραμμα του Γαλλικού Εργατικού Κόμματος, στη σύνταξη του οποίου συνέβαλε καθοριστικά, ζητούσε, μεταξύ πολλών άλλων, τη διαγραφή του δημόσιου χρέους, τη μετατροπή όλων των έμμεσων φόρων σε προοδευτικό φόρο επί των εισοδημάτων, την απαλλοτρίωση των κληρονομιών από ένα επίπεδο και πάνω, τη δημόσια εκπαίδευση για όλους και όλες, την κατάργηση όλων των συμβάσεων, που έχουν απαλλοτριώσει δημόσια περιουσία, την ανάθεση της λειτουργίας όλων των κρατικών βιοτεχνιών στους εργαζομένους τους… Πράγματα, δηλαδή, και αιτήματα «που στην πραγματικότητα αναπτύχθηκαν αυθόρμητα από το ίδιο το εργατικό κίνημα» (σελ. 88).

Συμβατός με τα παραπάνω είναι και ο ακραίος αντικρατισμός του Μαρξ -σε πείσμα των μετέπειτα τερατωδών εξελίξεων στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Όπως το έκφρασε ο Ένγκελς, η εξίσωση «κράτος =σοσιαλισμός» είναι εντελώς απαράδεκτη. «Η αστική τάξη του Μάντσεστερ προχωράει σε μια καθαρά ιδιοτελή λαθροχειρία, όταν χαρακτηρίζει κάθε ανάμειξη του κράτους στον ελεύθερο ανταγωνισμό ως “σοσιαλισμό”. Προστατευτικοί δασμοί, συντεχνίες, μονοπώλιο καπνού, κρατικοποίηση βιομηχανικών κλάδων, θαλάσσιο εμπόριο, βασιλική βιοτεχνία πορσελάνης. Αυτό είναι κάτι στο οποίο πρέπει να ασκούμε κριτική και όχι να πιστεύουμε» (σελ. 104).

Ο Μούστο παρουσιάζει πολλές από τις μη ιδιαίτερα αναδειγμένες πλευρές του μαρξικού έργου. Μια χαρακτηριστική είναι η σχέση του Μαρξ με τον οικολογικό προβληματισμό. Ο Μαρξ προφανώς δεν είναι ιδρυτής (και) της πολιτικής οικολογίας. Όμως το Κεφάλαιο θα μπορούσε να είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για σχετικά επιχειρήματα. Όπως το έθεσε ένας, ιδιαίτερα ταγμένος στην οικολογική αναζήτηση, Ουκρανός σοσιαλιστής σε μια επιστολή του προς τον Μαρξ, υπογραμμίζοντας ότι το πρώτο ερέθισμα ήταν η ανάγνωση του Κεφαλαίου, «ο σοσιαλισμός είναι η πιο κατάλληλη μορφή κοινωνικής οργάνωσης για την αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας με σκοπό την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών» (σελ. 254). Εξαίρετος προβληματισμός για το 1882!

Το βιβλίο του Μούστο είναι, όπως σημειώνεται και στον τίτλο του, μια εργογραφία του Καρλ Μαρξ των χρόνων 1881 -1883, των τελευταίων δύο χρόνων της ζωής του. Κατά τον συγγραφέα αυτό απαιτείται για δύο λόγους: πρώτον, επειδή πρόκειται για έργα που δεν έχουν τύχει της προσοχής που τους αναλογεί και, δεύτερον, γιατί εκφράζουν μια πολύ διαφορετική και ωριμότερη οπτική από όσο τα πολυσυζητημένα νεανικά γραπτά του. Ο Μούστο εδώ «συνομιλεί» άρρητα με τον Αλτουσέρ, πράγμα που έχει, όσο κι αν δεν θα επιλέξω να πω περισσότερα σε αυτό το άρθρο, σημασία.

Ας πάω όμως στο κεντρικό θέμα του βιβλίου, που δεν είναι άλλο από τη διερεύνηση της δυνατότητας να υπάρξει μετάβαση στον κομμουνισμό χωρίς απαραίτητα να προηγηθεί το καπιταλιστικό στάδιο της κοινωνικής εξέλιξης. Ο Μαρξ ασχολήθηκε ιδιαίτερα με αυτό το ζήτημα σε αυτήν τη φάση της ζωής του σε συνάρτηση με τη συζήτηση που εξελισσσόταν στη Ρωσία αναφορικά με μια σοσιαλιστική στρατηγική, η οποία θα «παρέκαμπτε» τον καπιταλισμό και τα απάνθρωπα και μακρόχρονα βάσανα, που σήμαινε η εισαγωγή του για την μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων, βασιζόμενη στην ομπστσίνα, τη ρωσική αγροτική κομμούνα που συνέχιζε να κυριαρχεί στη ζωή πολλών εκατομμυρίων χωρικών. Οι σπουδαίοι Ναρόντνικοι προβληματίζονταν έντονα σχετικά με το θέμα αποδίδοντάς του κεντρική, στρατηγική σημασία. Το γεγονός πως συκοφαντήθηκαν άθλια από τον σοσιαλδημοκρατικό και τον σταλινικό θετικισμό δεν θα πρέπει να μειώνει τη σημασία της παρέμβασής τους αναφορικά με τη σοσιαλιστική μετάβαση. Ο Μαρξ εκτιμούσε ιδιαίτερα πολλούς από αυτούς και ιδίως την οργάνωση Λαϊκή Θέληση (Ναρόντναγια Βόλια), η οποία μεταξύ άλλων επιδιδόταν σε ατομική τρομοκρατία, πράγμα που δεν τον ενοχλούσε ιδιαίτερα.

Η άποψή του, όπως διαμορφώθηκε σε μια περίοδο εργώδους αναζήτησής του σε ζητήματα κοινωνικής ανθρωπολογίας και παγκόσμιας ιστορίας, ήταν πως η «παράκαμψη» του καπιταλισμού σε συγκεκριμένες κατάλληλες συνθήκες και είναι δυνατή και έπρεπε να επιδιωχτεί, αν είναι να αποφευχθούν τα πιο τρομερά βάσανα -σαν αυτά που βίωσε η Ινδία. «Η κατάργηση της κοινοτικής ιδιοκτησίας γης δεν ήταν παρά μια πράξη αγγλικού βανδαλισμού που ώθησε τους ιθαγενείς πληθυσμούς πίσω και όχι μπροστά. [Το μόνο που κατάφεραν οι Βρετανοί] ήταν να καταστρέψουν την ντόπια γεωργία [και μεταποίηση, Χ.Λ.] και να διπλασιάσουν τον αριθμό και τη δριμύτητα των λιμών» (σελ. 140).

Το βιβλίο του Μούστο όμως εκτός από εργογραφία είναι και βιογραφία. Εξιστορεί την τεράστια ταλαιπωρία που σήμαιναν οι πολλές και ανυπόφορες ασθένειές του, ακόμη περισσότερο οι θάνατοι της γυναίκας του και της μεγάλης του κόρης που προδιέγραψαν πολύ σύντομα και τον δικό του θάνατο.

Τον θάνατο ενός ανθρώπου που «μικροαστικά» έγραψε: «Λέγοντας “ησυχία” εννοώ την “οικογενειακή ζωή”, τη “φασαρία των παιδιών”, αυτόν τον “μικροσκοπικό κόσμο” που είναι πιο ενδιαφέρων από τον “μακροσκοπικό”» (σελ. 249).

Ο Μούστο μάς προσφέρει ένα έργο μεγάλης αξίας και γεμάτο «εκπλήξεις».

Categories
Reviews

Πάνος Ραμαντάνης, Εφημερίδα η Εποχή

Μαρτσέλο Μούστο «Τα τελευταία χρόνια του Καρλ Μαρξ 1881 – 1883, Μια εργογραφία», μετάφραση: Ορέστης Στυλιανίδης, εκδόσεις Νήσος, 2023

Είναι απαραίτητο ένα εισαγωγικό πλαίσιο για το βιβλίο του Μαρτσέλο Μούστο. Επιγραμματικά και με ορισμένες κλεφτές ματιές στη σύνοψη που βρίσκεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του Μούστο, μπορούμε να πούμε ότι εστιάζει στα τελευταία χρόνια της ζωής του Καρλ Μαρξ καταρρίπτοντας δύο βασικές παρεξηγήσεις σχετικά με το έργο του. Ότι δηλαδή ο Μαρξ προς το τέλος της ζωής του είχε σταματήσει να γράφει και ότι ήταν ένας ευρωκεντρικός οικονομιστής προσηλωμένος αποκλειστικά στην πάλη των τάξεων. Επί του υλικού, παρόλο που ο Μούστο σημειώνει στην εισαγωγή του ότι η συγκεκριμένη μελέτη αποτελεί μια μερική, ελλιπή συμβολή στο κενό της (ύστερης) μαρξικής βιβλιογραφίας, εντούτοις το περιεχόμενο των άγνωστων, μέχρι προσφάτως, μαρξικών χειρόγραφων που έρχονται στο φως, είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικά ως προς τις νέες ερευνητικές κατευθύνσεις που αναζήτησε ο Καρλ Μαρξ τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Προφανώς είναι αδύνατο να αναλυθούν οι κατευθύνσεις αυτές στο παρόν κείμενο. Εντούτοις κρίνεται σημαντική η ανάδειξη ορισμένων στοιχείων της ύστερης μαρξικής σκέψης, όπως αυτή φαίνεται στην ερευνητική μελέτη του Μαρτσέλο Μούστο.

Οι προσεγγίσεις του Καρλ Μαρξ σε μια σειρά από ζητήματα, μεταφέρουν διαρκώς τους προβληματισμούς από το επιμέρους στο ολιστικό. Αυτό γίνεται μέσα από την αναζήτηση νέων ερευνητικών οριζόντων, ενώ παράλληλα υποδηλώνει και μια διαρκή κίνηση της ίδιας της σκέψης η οποία, εμπλουτισμένη με την εμπειρία του ιστορικού χρόνου, μετατρέπεται σε μια εξελισσόμενη επαναστατική κριτική στο αστικό καθεστώς. Έτσι, στη μαρξική σκέψη και ανάλυση, το ζήτημα της οικογένειας και της έμφυλης καταπίεσης δεν παρουσιάζεται αυστηρά σχηματικά όπως είχε «υπονοήσει» ο Ένγκελς στο κείμενο «Καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και κράτους» (1884). Αντιθέτως, ο σημειώσεις του Μαρξ, όπως τονίζει ο Μούστο, είναι μεν αποσπασματικές αλλά εξαιρετικά σύνθετες και πυκνές. Τούτο είναι ιδιαίτερα διακριτό μέσα από τις σημειώσεις του Μαρξ, πάνω στις παρατηρήσεις του Μόργκαν σχετικά με την έννοια της οικογένειας. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Καρλ Μαρξ «η μοντέρνα οικογένεια δεν περιέχει μόνο το σπόρο της δουλείας αλλά και της δουλοπαροικίας, καθώς εξαρχής εμπεριέχει μια σχέση με αγροτικές υπηρεσίες. Περιέχει στο εσωτερικό της σε μικρογραφία, όλους τους ανταγωνισμούς, οι οποίοι αργότερα αναπτύσσονται σε μεγάλο βαθμό στην κοινωνία και το Κράτος της» (σ. 59).

Aυξανόμενη πολεμική στο κράτος

Στην παραπάνω μαρξική θέση έχουμε μια σύνθετη προσέγγιση του ζητήματος από το οποίο προκύπτει μια άμεση αντιστοίχιση της οικογενειακής δομής με τις σχέσεις εξουσίας που διαπερνούν τη νεωτερική κοινωνία και το αστικό κράτος. Η συγκεκριμένη μαρξική προσέγγιση μοιάζει να έχει εμπλουτιστεί κατά μια έννοια από το αρχικό τυπικό σχήμα. Εντούτοις, όμως, η θέση ότι «η ιδιοκτησία των σπιτιών, των γαιών και κοπαδιών» ήταν συνδεμένη με τη «μονογαμική οικογένεια» δεν τοποθετείται μόνο στον «ώριμο» Μαρξ. Πρόκειται για θέση που προκρίνεται και στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, ως το αφετηριακό σημείο της ιστορίας «ως ιστορία των ταξικών αγώνων».

Μια παρατήρηση σχετικά με την ύστερη εργογραφία του Μαρξ, τουλάχιστον από τα κείμενα που φωτίζει ο Μούστο, είναι η συνεχής και αυξανόμενη πολεμική στο αστικό κράτος. Προφανώς, η πολεμική αυτή αξιολογείται σε έναν συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο, καθώς ο Μαρξ γράφει για το αστικό κράτος την εποχή που αυτό συνεχώς σχηματοποιεί τα ποιοτικά του χαρακτηριστικά. Η διεισδυτική ματιά του στο κράτος έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς προχωρά πέρα από τη λειτουργική – μηχανιστική οπτική του αποτύπωση, όπως είχε φανεί στα ιστορικά κείμενα της δεκαετίας του 1850 ή ακόμη και στο κείμενο «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» (1871). Στις μαρξικές σημειώσεις μετά το 1875, προβαίνει σε μια διεισδυτική κριτική της ανθρώπινης κατάστασης μέσα στον κοινωνικό σχηματισμό. Τούτη η κριτική δεν μένει στα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά αλλά συνδέεται με τις σχέσεις εξουσίας που διαπερνούν τον κοινωνικό σχηματισμό και την πραγματική φύση του κράτους.

Ο Μαρξ εξηγεί το ζήτημα της μονόπλευρης ατομικότητας που παρατηρείται στις αστικές νεωτερικές κοινωνίες, ως το αποτέλεσμα μιας πολιτισμικής μετάβασης από ένα καθεστώς κοινής ιδιοκτησίας στην ατομική. Η μετάβαση αυτή η οποία εγγράφεται στο περιεχόμενο του κράτους υπονοεί ότι και τα αντίστοιχα συμφέροντά αποτελούν, επί της ουσίας, συμφέρονται συγκεκριμένων ομάδων, άρα ταξικά συμφέροντα. Το κράτος, δηλαδή, δομείται πάνω στις τάξεις και ταυτόχρονα προϋποθέτει την ύπαρξη και αναπαραγωγή τους. Έτσι λοιπόν η ατομικότητα στις καπιταλιστικές κοινωνίες εμφανίζεται ως ταξική ατομικότητα, βασισμένη, όμως, σε συγκεκριμένες υλικές προϋποθέσεις. Στις σημειώσεις του από το 1881, σχετικά με τον ιστορικά μεταβατικό και παρασιτικό χαρακτήρα του κράτους, ο Μαρξ αναφέρει ότι «η φαινομενολογικά ανώτερη ανεξάρτητη ύπαρξη του κράτους δεν είναι παρά φαινομενική και ότι σε όλες τις μορφές του, αποτελεί απόστημα της κοινωνίας. Όπως ακριβώς η ίδια η εμφάνισή του αναδύεται μόνο σε ένα ορισμένο στάδιο της κοινωνικής ανάπτυξης, έτσι εξαφανίζεται και πάλι, μόλις η κοινωνία φθάσει σε ένα στάδιο που έχει ακόμη επιτευχθεί» (σ. 64). Η προειδοποίηση άλλωστε του Καρλ Μαρξ ότι οι εργάτες, προκειμένου να διατηρήσουν την αυτόνομη ταξική του θέση, είναι απολύτως απαραίτητο να αντιταχθούν στους θεσμούς και τη ρητορική του κράτους, παρέμεινε ως θέση μέχρι το τέλος της ζωής του.

Θεωρητικές συνέχειες, μετατοπίσεις

Αν θα έπρεπε να εντοπίσουμε ορισμένες ασυνέχειες – μετατοπίσεις, στις μαρξικές θέσεις, αυτές θα ήταν κυρίως γύρω από την άποψη του Καρλ Μαρξ σχετικά με τον ρωσικό κοινωνικό σχηματισμό και τις προοπτικές (ριζοσπαστικού) μετασχηματισμού του. Η συνεισφορά του Μαρτσέλο Μούστο στην ανάδειξη αυτών των ασυνεχειών είναι πραγματικά σημαντική. Μέχρι και τη δεκαετία του 1870, ο Μαρξ κατέτασσε τη Ρωσία μεταξύ των μεγάλων (κύριων) εμποδίων απέναντι στη χειραφέτηση της εργατικής τάξης στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Τούτο αποτελούσε μια σταθερή θέση στο σύνολό της μέχρι τότε εργογραφίας του Καρλ Μαρξ. Όπως όμως μας δείχνει ο Μούστο, στα τελευταία χρόνια της ζωής του Μαρξ υπήρξε μια σαφής μετατόπιση της θέσης αυτής. Πιο συγκεκριμένα, ο Μαρξ άρχισε να βλέπει τη Ρωσία διαφορετικά, αναγνωρίζοντας αλλαγές που συνέβησαν στον ρωσικό κοινωνικό σχηματισμό, οι οποίες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν συνθήκες κοινωνικών μετασχηματισμών.

Η παραπάνω μετατόπιση της μαρξικής οπτικής, προφανώς και δεν ήταν συγκυριακή, αλλά όπως μας δείχνει ο Μούστο μέσα από το κείμενό του, αποτέλεσε προϊόν ιστορικής και οικονομικής μελέτης από μέρους του Καρλ Μαρξ. Μάλιστα η μελέτη των κινημάτων των χωρικών στη Ρωσία που προηγήθηκαν της κατάργησης της δουλοπαροικίας (1861), ώθησαν τον Μαρξ να εστιάσει ακόμη περισσότερο τη μελέτη του στον ρωσικό κοινωνικό σχηματισμό. Για τον (ύστερο) Μαρξ ήταν προφανές ότι ένα αυστηρό σχήμα, με ντετερμινιστική σχεδόν ερμηνεία, των κοινωνικών μετασχηματισμών, άφηνε έξω από την πραγματική μελέτη τις ιστορικοκοινωνικές συνθήκες και τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, κάτω από τις οποίες πραγματώνονται (ή δεν πραγματώνονται) κοινωνικοί μετασχηματισμοί. Όπως μας δείχνει, άλλωστε ο Μούστο μέσα με την ανάγνωση των μαρξικών σημειώσεων της περιόδου 1881-1883, οι προσεγγίσεις του, τη συγκεκριμένη περίοδο, συνδέονταν όλο και στενότερα με το ιστορικό πλαίσιο για τα διάφορα πολιτικά σενάρια που διανοίγονταν. Τούτο γίνεται ακόμη πιο διακριτό στις σημειώσεις του Καρλ Μαρξ σχετικά με τις αποικιακές χώρες. Πρόκειται άλλωστε για τη χρονική περίοδο που ο Μαρξ ταξίδεψε για πρώτη φορά εκτός Ευρώπης. Στις σημειώσεις του δεν επαναπαύεται σε μια αναπαραγωγή αποστεωμένων εθνογραφικών αναφορών. Αντιθέτως διακρίνει τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες των σχηματισμών και τις ιδιόμορφες (ως προς την ισχνή παρουσία του κράτους) σχέσεις εξουσίας που αναδύονται στη χωροχρονική συγκυρία, τονίζοντας παράλληλα τις πολιτικές προεκτάσεις και μέσα από τις αρνητικές επιπτώσεις της αποικιακής καταπίεσης από τις κυρίαρχες καπιταλιστικές χώρες.

Εν κατακλείδι, αν θα πρέπει να προκρίνουμε ένα σημείο από τη σημαντική μελέτη του Μαρτσέλο Μούστο για την εργογραφία του Καρλ Μαρξ της περιόδου 1881-1883, είναι η διαρκή κίνηση της μαρξικής σκέψης. Συνεχή ερευνητική δράση, κριτική αμφισβήτηση (ακόμη και προγενέστερων θέσεων του), αντιδογματισμός, κριτικός αναστοχασμός, διεισδυτική μελέτη του χωροχρονικού πλαισίου: Ένας Καρλ Μαρξ σε διαρκή κίνηση…

Categories
Journalism

Οταν ο Μαρξ μετέφρασε το «Κεφάλαιο» στα γαλλικά

Εκατόν πενήντα χρόνια από την πρώτη της έκδοση, η γαλλική μετάφραση του «Κεφαλαίου» εξακολουθεί να προκαλεί το ενδιαφέρον όσων ασχολούνται με την κριτική του Μαρξ στον καπιταλισμό, όπως προκύπτει από νέες σημαντικές μελέτες του έργου του.
Τον Φεβρουάριο του 1867, μετά από δύο δεκαετίες ηράκλειας εργασίας, ο Μαρξ κατάφερε τελικά να παραδώσει το χειρόγραφο του Τόμου Ι του μεγάλου του έργου. Σε συμφωνία με τον εκδότη του, Οτο Μάισνερ, σχεδίαζε να παρουσιάσει το «Κεφάλαιο» σε τρία μέρη. Κατά τον ίδιο τον Μαρξ, ήταν «αναμφίβολα, ο πιο τρομερός πύραυλος που έχει εκτοξευθεί μέχρι σήμερα στα κεφάλια της αστικής τάξης».

Παρά τη μακρά εργασία της σύνθεσης πριν από το 1867, η δομή του «Κεφαλαίου» θα επεκταθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια, και ο Τόμος Ι συνέχισε επίσης να απαιτεί την εντατική ενασχόληση του Μαρξ, ακόμη και μετά τη δημοσίευσή του. Ενα από τα πιο εμφανή παραδείγματα αυτής της υποχρέωσης ήταν η γαλλική μετάφραση του «Κεφαλαίου», που δημοσιεύτηκε σε 44 μέρη μεταξύ 1872 και 1875. Αυτός ο τόμος δεν ήταν μια απλή μετάφραση, αλλά μια έκδοση «εντελώς αναθεωρημένη από τον συγγραφέα».
Μετά από κάποιες διακοπές λόγω της κακής υγείας του και μετά από μια περίοδο έντονης πολιτικής δραστηριότητας για τη Διεθνή Ενωση Εργαζομένων, ο Μαρξ ξεκίνησε μια επανέκδοση του Τόμου I στις αρχές της δεκαετίας του 1870. Δυσαρεστημένος για τον τρόπο με τον οποίο είχε εκθέσει τη θεωρία της αξίας, ξαναδιατύπωσε όσα είχε δημοσιεύσει το 1867. Μια ανατύπωση που περιελάμβανε τις αλλαγές που έκανε ο Μαρξ εμφανίστηκε το 1872. Αυτή η χρονιά είχε θεμελιώδη σημασία για τη διάδοση του «Κεφαλαίου», καθώς εμφανίστηκαν και η ρωσική και η γαλλική μετάφραση. Η τελευταία εμφανίστηκε σε τεύχη με εκδότη τον Μορίς Λασάτρ. Το πρώτο εκδόθηκε πριν από 150 χρόνια, στις 17 Σεπτεμβρίου.

Ο Μαρξ συμφώνησε ότι θα ήταν καλό να κυκλοφορήσει μια «φτηνή λαϊκή έκδοση». «Χαιρετίζω την ιδέα σας να δημοσιεύσετε τη μετάφραση […] σε τμήματα», έγραψε. «Με αυτή τη μορφή το βιβλίο θα είναι πιο προσιτό στην εργατική τάξη και για μένα αυτή η σκέψη υπερτερεί κάθε άλλης», απάντησε στον εκδότη του. Ωστόσο, περίμενε ότι η «μέθοδος ανάλυσης» που είχε χρησιμοποιήσει «θα απαιτούσε κάπως επίπονη ανάγνωση στα πρώτα κεφάλαια». Δεν ένιωθε ότι μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο για αυτό το «μειονέκτημα», παρά μόνο να προειδοποιήσει τους αναγνώστες: «Δεν υπάρχει βασιλική οδός για την επιστήμη και μπορούν να φτάσουν στις φωτεινές κορυφές της μόνον όσοι δεν υπολογίζουν τον κόπο να περάσουν από τα δύσβατα μονοπάτια της».

Στο τέλος, ο Μαρξ χρειάστηκε να αφιερώσει πολύ περισσότερο χρόνο στη μετάφραση από όσο είχε αρχικά σχεδιάσει. Οπως έγραψε στον Ρώσο οικονομολόγο Νικολάι Ντάνιελσον, ο Ρόι είχε «συχνά μεταφράσει υπερβολικά κατά λέξη» και τον ανάγκασε να «ξαναγράψει ολόκληρα αποσπάσματα στα γαλλικά». Η κόρη του, Τζένι, είχε πει στον οικογενειακό φίλο Λούντβιχ Κούγκελμαν ότι ο πατέρας της ήταν «υποχρεωμένος να κάνει αμέτρητες διορθώσεις», ξαναγράφοντας «όχι μόνο ολόκληρες προτάσεις αλλά ολόκληρες σελίδες». Ο Ενγκελς έγραψε ότι η γαλλική μετάφραση είχε αποδειχτεί μια «πραγματική καταπόνηση» για τον Μαρξ και ότι «έπρεπε να ξαναγράψει το όλο θέμα από την αρχή».

Κατά την αναθεώρηση της μετάφρασης, εξάλλου, ο Μαρξ αποφάσισε να εισαγάγει ορισμένες προσθήκες και τροποποιήσεις. Στο υστερόγραφο της γαλλικής έκδοσης, δεν δίστασε να της προσδώσει «μια επιστημονική αξία ανεξάρτητη από το πρωτότυπο», δηλώνοντας ότι τη νέα έκδοση «θα πρέπει να τη συμβουλεύονται ακόμη και οι αναγνώστες που γνωρίζουν γερμανικά». Το πιο ενδιαφέρον σημείο, ειδικά για την πολιτική του αξία, αφορά την ιστορική τάση της καπιταλιστικής παραγωγής. Ενώ στην προηγούμενη έκδοση του «Κεφαλαίου» ο Μαρξ είχε γράψει ότι «η χώρα που είναι πιο ανεπτυγμένη βιομηχανικά δείχνει μόνο, σε λιγότερο ανεπτυγμένες, την εικόνα του δικού τους μέλλοντος», στη γαλλική έκδοση η φράση «λιγότερο ανεπτυγμένες» αντικαταστάθηκε με τη φράση «αυτές που την ακολουθούν στη βιομηχανική σκάλα». Αυτή η διευκρίνιση περιόρισε την τάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης μόνο στις δυτικές χώρες που ήταν ήδη βιομηχανοποιημένες.

Είχε πλέον πλήρη επίγνωση ότι το σχήμα μιας γραμμικής προόδου από τον «ασιατικό, στον αρχαίο, τον φεουδαρχικό και τον σύγχρονο αστικό τρόπο παραγωγής», που είχε σχεδιάσει στη «Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» (1859), δεν επαρκούσε για την κατανόηση της κίνησης της Ιστορίας. Δεν έβλεπε την ιστορική εξέλιξη με όρους ακλόνητης γραμμικής προόδου προς ένα προκαθορισμένο τέλος. Η πιο έντονη πολυγραμμική αντίληψη που ανέπτυξε ο Μαρξ στα τελευταία του χρόνια τον οδήγησε να εξετάσει ακόμη πιο προσεκτικά τις ιστορικές ιδιαιτερότητες και την ανομοιομορφία της πολιτικής και οικονομικής ανάπτυξης σε διαφορετικές χώρες και κοινωνικά πλαίσια. Την τελευταία δεκαετία της ζωής του, o Μαρξ μελέτησε κοινωνίες εκτός Ευρώπης και εκφράστηκε ξεκάθαρα ενάντια στις καταστροφικές συνέπειες της αποικιοκρατίας. Ηταν πολύ επιφυλακτικός με τη μεταφορά ερμηνευτικών κατηγοριών σε εντελώς διαφορετικά ιστορικά ή γεωγραφικά πεδία. Ολα αυτά είναι πιο ξεκάθαρα χάρη στη γαλλική έκδοση του «Κεφαλαίου».

Σε μια επιστολή του 1878, στην οποία ο Μαρξ ζύγιζε τις θετικές και τις αρνητικές πλευρές της γαλλικής έκδοσης, έγραψε στον Ντάνιελσον ότι περιείχε «πολλές σημαντικές αλλαγές και προσθήκες», αλλά ότι «είχε επίσης υποχρεωθεί μερικές φορές να απλοποιήσει το θέμα». Ο Ενγκελς ήταν αυτής της άποψης και δεν συμπεριέλαβε όλες τις αλλαγές που έκανε ο Μαρξ στην τέταρτη γερμανική έκδοση του «Κεφαλαίου» που δημοσίευσε το 1890, επτά χρόνια μετά τον θάνατο του Μαρξ. Ο Μαρξ δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει μια τελική αναθεώρηση του Τόμου Ι του «Κεφαλαίου», που περιλάμβανε τις βελτιώσεις και τις προσθήκες με τις οποίες σκόπευε να βελτιώσει το βιβλίο του. Στην πραγματικότητα, ούτε η γαλλική έκδοση του 1872-75, ούτε η τρίτη γερμανική έκδοση, που κυκλοφόρησε το 1881, δεν μπορούν να θεωρηθούν η οριστική εκδοχή που θα ήθελε ο Μαρξ. Η γαλλική μετάφραση του «Κεφαλαίου» έπαιξε μεγάλο ρόλο στη διάδοση του έργου του Μαρξ σε όλο τον κόσμο. Χρησιμοποιήθηκε ως η πρώτη πύλη στο έργο του Μαρξ για τους αναγνώστες σε διάφορες χώρες. Η ιταλική μετάφραση (1882-84) έγινε απευθείας από τη γαλλική έκδοση, όπως και η ελληνική μετάφραση (1927). Δεδομένου ότι τα γαλλικά ήταν ευρύτερα γνωστά από τα γερμανικά, χάρη σε αυτήν την έκδοση η κριτική του Μαρξ στην πολιτική οικονομία μπόρεσε να φτάσει πιο γρήγορα στην Ισπανία και σε πολλές χώρες της ισπανόφωνης Αμερικής. Το ίδιο ακριβώς ίσχυε και για τις πορτογαλόφωνες χώρες. Η γαλλική έκδοση έπαιξε εξέχοντα ρόλο στην Αλγερία, η οποία τη δεκαετία του 1960 ήταν ένα σημαντικό κέντρο για τη διάδοση των μαρξιστικών ιδεών σε «αδέσμευτες» χώρες. Το ίδιο και στην Ασία.

Εκατόν πενήντα χρόνια από την πρώτη της έκδοση, η γαλλική μετάφραση του «Κεφαλαίου» εξακολουθεί να προκαλεί το ενδιαφέρον όσων ασχολούνται με την κριτική του Μαρξ στον καπιταλισμό, όπως προκύπτει από νέες σημαντικές μελέτες του έργου του.

*Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο York (Τορόντο-Καναδάς), τακτικός συνεργάτης της «Εφ.Συν.»

Categories
Journalism

Πώς θα εξηγούσε ο Μαρξ την πτώση της κυβέρνησης Ντράγκι

Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον «τεχνοκράτη» Μάριο Ντράγκι έχει καταρρεύσει λόγω πολιτικών διαφωνιών που ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δεν μπορούσε πλέον να συγκρατήσει.

Λίγοι γνωρίζουν ότι ο Μαρξ ασχολήθηκε και με την κριτική της λεγόμενης «τεχνικής κυβέρνησης». Ως συνεργάτης της «New York Tribune», μιας από τις καθημερινές εφημερίδες με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία της εποχής του, ο Μαρξ παρατήρησε τις πολιτικές και θεσμικές εξελίξεις που οδήγησαν σε μία από τις πρώτες τεχνοκρατικές κυβερνήσεις στην Ιστορία: το υπουργικό συμβούλιο του κόμη του Αμπερντίν, που διήρκεσε από τον Δεκέμβριο του 1852 έως τον Ιανουάριο του 1855.

Οι αναφορές του Μαρξ ξεχώριζαν για την οξυδέρκεια και τον σαρκασμό τους. Οι «Times» πρόβαλαν τα γεγονότα που συνέβησαν το 1852 ως ένδειξη ότι η Βρετανία βρισκόταν στην αρχή μιας εποχής «κατά την οποία το κομματικό πνεύμα πρέπει να εξαφανιστεί και η ιδιοφυΐα, η εμπειρία, η εργατικότητα και ο πατριωτισμός πρέπει να είναι τα μόνα προσόντα για την ανάληψη αξιώματος».

Η εφημερίδα του Λονδίνου κάλεσε «τους άνδρες όλων των απόψεων» να συσπειρωθούν πίσω από τη νέα κυβέρνηση επειδή «οι αρχές της απαιτούν καθολική συναίνεση και υποστήριξη». Παρόμοια επιχειρήματα χρησιμοποιήθηκαν τον Φεβρουάριο του 2021, όταν ο Μάριο Ντράγκι, πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έγινε πρωθυπουργός της Ιταλίας.

Σε άρθρο του 1853 («A Superannuated Administration: Prospect of the Coalition Ministry», Μια υπέργηρη κυβέρνηση: προοπτικές του συνασπισμού συνεργασίας), ο Μαρξ είχε χλευάσει την άποψη των «Times». Αυτό που η μεγάλη βρετανική εφημερίδα βρήκε τόσο μοντέρνο και συναρπαστικό ήταν γι’ αυτόν σκέτη φάρσα. Οταν οι «Times» ανακοίνωσαν «ένα υπουργείο που αποτελείται εξ ολοκλήρου από νέα και πολλά υποσχόμενα στελέχη», ο Μαρξ σκέφτηκε ότι «ο κόσμος σίγουρα θα μπερδευτεί λίγο όταν μάθει ότι η νέα εποχή στην ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας πρόκειται να εγκαινιαστεί εξ ολοκλήρου από ήδη εξαντλημένους ογδοντάρηδες».

Παράλληλα με τις κρίσεις ατόμων υπήρχαν και άλλες, με μεγαλύτερο ενδιαφέρον, σχετικά με τις πολιτικές τους: «Μας υπόσχονται την ολοκληρωτική εξαφάνιση της κομματικής διαπάλης, ακόμα και των ίδιων των κομμάτων», σημείωσε ο Μαρξ. «Τι εννοούν οι “Times”;» Το ερώτημα είναι δυστυχώς πολύ επίκαιρο σήμερα, σε έναν κόσμο όπου η κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην εργασία έχει γίνει τόσο άγρια, όσο ήταν στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα.

Ο διαχωρισμός μεταξύ οικονομίας και πολιτικής, αυτό δηλαδή που διαφοροποιεί τον καπιταλισμό από τους προηγούμενους τρόπους παραγωγής, έχει φτάσει στο υψηλότερο σημείο. Η οικονομία δεν κυριαρχεί μόνο στην πολιτική, καθορίζοντας την ατζέντα της και διαμορφώνοντας τις αποφάσεις της, αλλά βρίσκεται εκτός της πολιτικής δικαιοδοσίας και του δημοκρατικού ελέγχου – σε σημείο που μια αλλαγή κυβέρνησης δεν αλλάζει πλέον τις κατευθύνσεις της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Αυτές πρέπει να είναι αμετάβλητες.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια, οι αποφάσεις πέρασαν από την πολιτική στην οικονομική σφαίρα. Οι πολιτικές επιλογές έχουν μετασχηματιστεί σε οικονομικές επιταγές που συγκαλύπτουν ένα άκρως πολιτικό και αντιδραστικό σχέδιο πίσω από μια ιδεολογική μάσκα απολιτικής τεχνογνωσίας. Αυτή η μετατόπιση τμημάτων της πολιτικής σφαίρας στην οικονομία, ως διακριτού τομέα μη επιδεχόμενου αλλαγή, ενέχει τη σοβαρότερη απειλή για τη δημοκρατία στην εποχή μας. Τα εθνικά κοινοβούλια, που έχουν ήδη στερηθεί την αντιπροσωπευτικότητα από τα στρεβλά εκλογικά συστήματα και τις αυταρχικές αναθεωρήσεις της σχέσης μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, διαπιστώνουν ότι οι εξουσίες τους αφαιρούνται και μεταβιβάζονται στην «αγορά».
Οι αξιολογήσεις Standard & Poor’s και ο δείκτης Wall Street –αυτά τα υπερφετίχ της σύγχρονης κοινωνίας– έχουν ασύγκριτα μεγαλύτερο βάρος από τη βούληση του λαού. Στην καλύτερη περίπτωση, η πολιτική κυβέρνηση μπορεί να «επέμβει» στην οικονομία (μερικές φορές, οι άρχουσες τάξεις πρέπει να μετριάσουν την καταστροφική αναρχία του καπιταλισμού και τις βίαιες κρίσεις του), αλλά δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τους κανόνες και τις θεμελιώδεις επιλογές της.

Εξέχων εκπρόσωπος αυτής της πολιτικής ήταν ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας Ντράγκι, που ηγήθηκε για 17 μήνες ενός ευρύτατου συνασπισμού, συμπεριλαμβανομένου του Δημοκρατικού Κόμματος, του μακροχρόνιου εχθρού του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, των λαϊκιστών του Κινήματος των Πέντε Αστέρων και του ακροδεξιού κόμματος Λέγκα του Βορρά. Πίσω από την πρόσοψη του όρου «τεχνική κυβέρνηση» –ή, όπως λένε, «κυβέρνηση των αρίστων» ή «κυβέρνηση όλων των ταλέντων»– μπορούμε να διακρίνουμε μια αναστολή της πολιτικής.

Τα τελευταία χρόνια, έχει υποστηριχθεί ότι δεν πρέπει να διεξάγονται εκλογές μετά από πολιτική κρίση. Η πολιτική πρέπει να παραδώσει τον έλεγχο στην οικονομία. Σε άλλο άρθρο του 1853 («Achievements of the Ministry», Επιτεύγματα της κυβέρνησης), ο Μαρξ έγραψε ότι «η κυβέρνηση συνασπισμού (τεχνοκρατών) αντιπροσωπεύει την ανικανότητα στην πολιτική εξουσία». Οι κυβερνήσεις δεν συζητούν πλέον ποιον οικονομικό προσανατολισμό να ακολουθήσουν. Τώρα οι οικονομικοί προσανατολισμοί φέρνουν τη γέννηση των κυβερνήσεων.

Τα τελευταία χρόνια, στην Ευρώπη ο νεοφιλελευθερισμός επανέλαβε ότι, για να αποκατασταθεί η «εμπιστοσύνη» της αγοράς, ήταν απαραίτητο να προχωρήσουμε γρήγορα στον δρόμο των «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», μια έκφραση που χρησιμοποιείται πλέον ως συνώνυμο της κοινωνικής καταστροφής: με άλλα λόγια, περικοπές μισθών, επιθέσεις στα δικαιώματα των εργαζομένων για προσλήψεις και απολύσεις, αυξήσεις στην ηλικία συνταξιοδότησης και ιδιωτικοποιήσεις μεγάλης κλίμακας.

Οι νέες «τεχνικές κυβερνήσεις», με επικεφαλής άτομα με ιστορικό σε μερικούς από τους οικονομικούς θεσμούς που είναι υπεύθυνοι για την οικονομική κρίση, έχουν ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο – ισχυριζόμενοι ότι το κάνουν «για το καλό της χώρας» και «την ευημερία των μελλοντικών γενεών». Επιπλέον, η οικονομική εξουσία και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης προσπάθησαν να φιμώσουν όποιον έχει υψώσει μια δυσαρμονική φωνή.

Τώρα πλέον ο Ντράγκι δεν είναι πρωθυπουργός της Ιταλίας. Η πλειοψηφία του έχει καταρρεύσει εξαιτίας των πολύ διαφορετικών πολιτικών των κομμάτων που τον υποστήριξαν και η Ιταλία οδηγείται σε πρόωρες εκλογές στις 25 Σεπτεμβρίου.

Η Αριστερά πρέπει να έχει το θάρρος να προτείνει τις ριζοσπαστικές πολιτικές που είναι απαραίτητες για την αντιμετώπιση των πιο επειγόντων σύγχρονων ζητημάτων, ξεκινώντας από την οικολογική κρίση. Οι τελευταίοι άνθρωποι που μπορούν να πραγματοποιήσουν ένα πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού και αναδιανομής του πλούτου είναι οι «τεχνικοί» –στην πραγματικότητα πολύ πολιτικοί– όπως ο τραπεζίτης Μάριο Ντράγκι. Δεν θα μας λείψει.

*Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο York (Τορόντο-Καναδάς), τακτικός συνεργάτης της «Εφ.Συν.»

Categories
Journalism

Πόλεμος, ΝΑΤΟ και μελλοντικά σενάρια για την Ουκρανία

Ο πόλεμος στην Ουκρανία ξεκίνησε πριν από τέσσερις μήνες. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, έχει ήδη προκαλέσει τον θάνατο περισσότερων από 4.500 αμάχων και έχει αναγκάσει σχεδόν πέντε εκατομμύρια ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να γίνουν πρόσφυγες. Αυτοί οι αριθμοί δεν περιλαμβάνουν τους τουλάχιστον 20.000 θανάτους στρατιωτικών και τα πολλά εκατομμύρια ανθρώπων που έχουν εκτοπιστεί εντός της Ουκρανίας. Η εισβολή στην Ουκρανία προκάλεσε μαζικές καταστροφές πόλεων που θα χρειαστούν γενιές για να ξαναχτιστούν.

Με στόχο να εξετάσω τι συμβαίνει, να αναλογιστώ τον ρόλο του ΝΑΤΟ και να εξετάσω πιθανά μελλοντικά σενάρια, οργάνωσα μια συνέντευξη στρογγυλής τραπέζης με τρεις διεθνώς γνωστούς μελετητές της μαρξιστικής παράδοσης, τον Ετιέν Μπαλιμπάρ (επίτιμο καθηγητή Σύγχρονης Ευρωπαϊκής Φιλοσοφίας στο Kingston University του Λονδίνου), τη Σίλβια Φεντερίτσι (επίτιμη καθηγήτρια Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Hofstra University, Νέα Υόρκη) και τον Μικαέλ Λεβί (επίτιμο διευθυντή στο CNRS, Παρίσι).

 

Μαρτσέλο Μούστο (M.M.): Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έφερε τη βαρβαρότητα του πολέμου πίσω στην Ευρώπη και τον κόσμο αντιμέτωπο με το δίλημμα πώς να απαντήσει στην επίθεση στην ουκρανική εθνική κυριαρχία.

Μικαέλ Λεβί (M.Λ.): Αυτή η βάρβαρη εισβολή στην Ουκρανία, με τους βομβαρδισμούς των πόλεων, με χιλιάδες θύματα αμάχων, ανάμεσά τους ηλικιωμένοι και παιδιά, δεν έχει καμία δικαιολογία.

Ετιέν Μπαλιμπάρ (Eτ.Μπ.): Ο πόλεμος που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας είναι «ολικός». Είναι ένας πόλεμος καταστροφής και τρόμου που διεξάγεται από τον στρατό μιας πιο ισχυρής γειτονικής χώρας. Το επείγον, η άμεση επιτακτική ανάγκη, είναι η αντίσταση των Ουκρανών να διατηρηθεί και για τον σκοπό αυτό θα πρέπει οι Ουκρανοί να αισθάνονται ότι υποστηρίζονται πραγματικά από πράξεις και όχι απλά συναισθήματα.

Μ.Μ.: Υπάρχει το εξίσου κρίσιμο ερώτημα πώς μπορεί η Ευρώπη να αποφύγει να θεωρηθεί ως παράγοντας στον πόλεμο και να συμβάλει αντ’ αυτού σε μια διπλωματική πρωτοβουλία. Εξ ου και η απαίτηση ενός σημαντικού μέρους της κοινής γνώμης να μη συμμετάσχει η Ευρώπη στον πόλεμο. Ο κίνδυνος είναι ότι η Ουκρανία, που ήδη υφίσταται το μαρτύριο της ρωσικής στρατιωτικής εισβολής, θα μετατραπεί σε ένα ένοπλο στρατόπεδο που λαμβάνει όπλα από το ΝΑΤΟ και διεξάγει έναν μακρύ πόλεμο για λογαριασμό εκείνων στην Ουάσινγκτον που ελπίζουν σε μόνιμη αποδυνάμωση της Ρωσίας. Εάν αυτό συνέβαινε, η σύγκρουση θα υπερέβαινε τη νόμιμη υπεράσπιση της ουκρανικής εθνικής κυριαρχίας. Οσοι κατήγγειλαν την επικίνδυνη σπειροειδή κλιμάκωση του πολέμου που θα ακολουθούσε τις αποστολές βαρέων όπλων στην Ουκρανία, δεν είναι ουδέτεροι. Πιστεύουμε ότι θα πρέπει να σταθμίσουμε προσεκτικά οποιαδήποτε ενέργεια, ανάλογα με το εάν φέρνει πιο κοντά στην έναρξη αξιόπιστων διαπραγματεύσεων και στην αποκατάσταση της ειρήνης.

Σίλβια Φεντερίτσι (Σ.Φ.): Ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία πρέπει να καταδικαστεί. Τίποτα δεν μπορεί να δικαιολογήσει την καταστροφή πόλεων, τις δολοφονίες και τον τρόμο που έχουμε δει. Ωστόσο πρέπει επίσης να καταδικάσουμε τους πολλούς ελιγμούς με τους οποίους οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ συνέβαλαν στην υποκίνηση αυτού του πολέμου, καθώς και την απόφαση των ΗΠΑ και της Ε.Ε. να στείλουν όπλα στην Ουκρανία, κάτι που θα παρατείνει τον πόλεμο επ’ αόριστον. Η αποστολή όπλων είναι απολύτως απαράδεκτη, δεδομένου ότι η εισβολή της Ρωσίας θα μπορούσε να είχε σταματήσει εάν οι ΗΠΑ έδιναν στη Ρωσία εγγύηση ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκταθεί στα σύνορά της.

Μ.Μ.: Από την αρχή του πολέμου ένα από τα κύρια σημεία συζήτησης ήταν το είδος της βοήθειας που θα παρασχεθεί στους Ουκρανούς για να αμυνθούν στην επιθετικότητα της Ρωσίας, χωρίς όμως να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις που θα οδηγούσαν σε επέκταση της σύγκρουσης διεθνώς. Ποιες είναι κατά τη γνώμη σας οι αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για να εξασφαλιστεί ο μικρότερος αριθμός θυμάτων στην Ουκρανία και να αποτραπεί περαιτέρω κλιμάκωση;

M.Λ.: Θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει πολλές επικρίσεις για τη σημερινή Ουκρανία. Αλλά κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί στον ουκρανικό λαό το δικαίωμά του να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενάντια στη ρωσική εισβολή στο έδαφός του με βάναυση και εγκληματική περιφρόνηση του δικαιώματος των εθνών στην αυτοδιάθεση.

Eτ.Μπ.: Θα έλεγα ότι ο πόλεμος των Ουκρανών ενάντια στη ρωσική εισβολή είναι ένας «δίκαιος πόλεμος» με την ισχυρή έννοια του όρου. Ενας «δίκαιος» πόλεμος είναι ένας πόλεμος όπου δεν αρκεί να αναγνωρίσουμε τη νομιμότητα όσων αμύνονται έναντι της επίθεσης, αλλά όπου είναι απαραίτητο να δεσμευτούμε στο πλευρό τους. Και ότι είναι ένας πόλεμος όπου ακόμη και εκείνοι, όπως εγώ, για τους οποίους κάθε πόλεμος είναι απαράδεκτος ή καταστροφικός, δεν έχουν την επιλογή να παραμείνουν παθητικοί. Εγώ επιλέγω: εναντίον του Πούτιν. Ας μην ξαναρχίσουμε να παίζουμε τη «μη παρέμβαση». Η Ε.Ε. ούτως ή άλλως έχει ήδη εμπλακεί στον πόλεμο. Ακόμα κι αν δεν στέλνει στρατεύματα, παραδίδει όπλα – και νομίζω ότι είναι σωστό να το κάνει.

Μ.Μ.: Κατανοώ το πνεύμα ενός μέρους αυτών των παρατηρήσεων, αλλά θα επικεντρωνόμουν περισσότερο στην ανάγκη να αποτραπεί μια γενική ανάφλεξη και επομένως στην επείγουσα ανάγκη να επιτευχθεί μια ειρηνευτική συμφωνία. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι όταν εμπλέκεται στη σύρραξη μια πυρηνική δύναμη όπως η Ρωσία, είναι απατηλό να πιστεύουμε ότι ο πόλεμος εναντίον του Πούτιν μπορεί να «κερδηθεί». Οι ΗΠΑ μόλις ενέκριναν ένα πακέτο στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας άνω των 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την Ουκρανία. Είναι ένα κολοσσιαίο ποσό και φαίνεται ότι έχει σχεδιαστεί για να χρηματοδοτήσει έναν παρατεταμένο πόλεμο. Οι ολοένα μεγαλύτερες προμήθειες υλικού από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ενθαρρύνουν τον Ζελένσκι να συνεχίσει να αναβάλλει τις τόσο απαραίτητες συνομιλίες με τη ρωσική κυβέρνηση.

Σ.Φ.: Νομίζω ότι η καλύτερη κίνηση θα ήταν οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. να δώσουν στη Ρωσία την εγγύηση ότι η Ουκρανία δεν θα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Δυστυχώς, δεν υπάρχει ενδιαφέρον για αναζήτηση λύσης. Πολλοί στη στρατιωτική και πολιτική δομή εξουσίας των ΗΠΑ υποστηρίζουν και προετοιμάζονται για μια αντιπαράθεση με τη Ρωσία εδώ και χρόνια. Γινόμαστε μάρτυρες μεταφοράς δισεκατομμυρίων δολαρίων στο στρατιωτικό βιομηχανικό συγκρότημα των ΗΠΑ. Αλλά η ειρήνη δεν θα έρθει με μια κλιμάκωση των μαχών.

Μ.Μ.: Ας συζητήσουμε τις αντιδράσεις της Αριστεράς στη ρωσική εισβολή. Ορισμένες οργανώσεις έκαναν ένα μεγάλο πολιτικό λάθος, αρνούμενες να καταδικάσουν ξεκάθαρα τη Ρωσία. Αυτό θα κάνει οποιεσδήποτε καταγγελίες μελλοντικών επιθετικών ενεργειών από το ΝΑΤΟ να φαίνονται λιγότερο αξιόπιστες. Αντικατοπτρίζει μια ιδεολογικά παρωχημένη άποψη, ότι όλα τα γεωπολιτικά ζητήματα έπρεπε να αξιολογηθούν αποκλειστικά με όρους προσπάθειας αποδυνάμωσης των ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή πάρα πολλοί άλλοι στην Αριστερά έχουν υποκύψει στον πειρασμό να γίνουν, άμεσα ή έμμεσα, συμπολεμιστές σε αυτόν τον πόλεμο. Πιστεύω ότι όταν δεν αντιτίθενται στον πόλεμο οι προοδευτικές δυνάμεις χάνουν ένα ουσιαστικό μέρος του λόγου ύπαρξής τους και καταλήγουν να καταπίνουν την ιδεολογία του αντίθετου στρατοπέδου.

M.Λ.: Δυστυχώς, στη Λατινική Αμερική σημαντικές δυνάμεις της Αριστεράς και κυβερνήσεις, όπως η Βενεζουέλα, έχουν πάρει το μέρος του Πούτιν ή έχουν περιοριστεί σε ένα είδος «ουδέτερης» στάσης. Η επιλογή για την Αριστερά είναι μεταξύ του δικαιώματος των λαών στην αυτοδιάθεση και του δικαιώματος των αυτοκρατοριών να εισβάλλουν και να επιχειρούν να προσαρτήσουν άλλες χώρες. Δεν μπορούμε να έχουμε και τα δύο, γιατί αυτές είναι ασυμβίβαστες επιλογές.

Σ.Φ.: Είναι σίγουρα κρίμα που η θεσμική Αριστερά -ξεκινώντας από την Οκάσιο-Κορτέζ- υποστήριξε την αποστολή όπλων στην Ουκρανία. Μακάρι επίσης τα ΜΜΕ να ήταν πιο ερευνητικά. Γιατί η «Αφρική λιμοκτονεί» εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία; Γιατί να μην αναφέρουμε τις μαζικές αρπαγές γης στα χέρια διεθνών εταιρειών, οι οποίες έχουν κάνει πολλούς να μιλάνε για «νέο αγώνα για την Αφρική»;

Μ.Μ.: Παρά την αυξημένη υποστήριξη προς το ΝΑΤΟ μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία -που καταδεικνύεται από το επίσημο αίτημα της Φινλανδίας και της Σουηδίας να ενταχθούν σε αυτόν τον οργανισμό- είναι απαραίτητο να εργαστούμε σκληρότερα για να διασφαλίσουμε ότι η κοινή γνώμη δεν βλέπει τη μεγαλύτερη και πιο επιθετική πολεμική μηχανή στον κόσμο (ΝΑΤΟ) ως λύση στα προβλήματα παγκόσμιας ασφάλειας. Σε αυτή την ιστορία το ΝΑΤΟ αποδείχτηκε για άλλη μία φορά ως ένας επικίνδυνος οργανισμός, ο οποίος χρησιμεύει για να τροφοδοτεί εντάσεις που οδηγούν σε πόλεμο στον κόσμο. Το παράδοξο είναι ότι ο Πούτιν όχι μόνο έκανε λάθος στη στρατιωτική στρατηγική του, αλλά κατέληξε επίσης να ενισχύσει τον εχθρό του οποίου τη σφαίρα επιρροής ήθελε να περιορίσει: το ΝΑΤΟ.

M.Λ.: Το ΝΑΤΟ είναι ένα πολιτικο-στρατιωτικό τέρας που δημιουργήθηκε από τον Ψυχρό Πόλεμο και η διάλυσή του είναι θεμελιώδης απαίτηση της δημοκρατίας. Δυστυχώς, η εγκληματική εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει αναζωογονήσει το ΝΑΤΟ. Ο Πούτιν έσωσε το ΝΑΤΟ από την αργή παρακμή, ίσως και την εξαφάνισή του.

Σ.Φ.: Είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει προκαλέσει μεγάλη αμνησία για τον επεκτατισμό του ΝΑΤΟ. Αλλά δεν πιστεύω ότι το ΝΑΤΟ ήταν ετοιμοθάνατο πριν από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Η πορεία του στην Ανατολική Ευρώπη και η παρουσία του στην Αφρική καταδεικνύουν το αντίθετο.

Μ.Μ.: Αυτή η αμνησία φαίνεται να έχει επηρεάσει πολλές κυβερνητικές δυνάμεις της Αριστεράς. Ανατρέποντας τις ιστορικές αρχές της, η Αριστερή Συμμαχία στη Φινλανδία ψήφισε πρόσφατα υπέρ της ένταξης στο ΝΑΤΟ. Μια τέτοια υποδεέστερη πολιτική συμπεριφορά έχει τιμωρήσει τα αριστερά κόμματα πολλές φορές στο παρελθόν.

Eτ.Μπ.: Οσο περισσότερο ισχυροποιείται το ΝΑΤΟ ως σύστημα ασφαλείας, τόσο περισσότερο ο ΟΗΕ παρακμάζει. Στο Κόσοβο, τη Λιβύη και, κυρίως το 2013, στο Ιράκ ο στόχος των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ στη συνέχεια ήταν να υποβαθμίσουν τις ικανότητες του ΟΗΕ για μεσολάβηση, ρύθμιση και διεθνή δικαιοσύνη.

Μ.Μ.: Ας τελειώσουμε με το ποια πιστεύετε ότι θα είναι η πορεία του πολέμου και ποια είναι τα πιθανά μελλοντικά σενάρια.

Eτ.Μπ.: Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις λόγοι να είναι κανείς τρομερά απαισιόδοξος. Πρώτον, η κλιμάκωση είναι πιθανή, ειδικά εάν η αντίσταση στην εισβολή καταφέρει να διατηρηθεί. Δεύτερον, εάν ο πόλεμος τελειώσει με «αποτέλεσμα», θα είναι καταστροφικός σε κάθε ενδεχόμενο. Θα είναι καταστροφικό εάν ο Πούτιν επιτύχει τους στόχους του συντρίβοντας τον ουκρανικό λαό ή επίσης εάν αναγκαστεί να υποχωρήσει με μια επιστροφή στην πολιτική τού μπλοκ, όπου ο κόσμος θα παγώσει. Τρίτον, ο πόλεμος και οι συνέπειές του εμποδίζουν την κινητοποίηση του πλανήτη ενάντια στην κλιματική καταστροφή.

Σ.Φ.: Και εγώ είμαι απαισιόδοξη. Οι ΗΠΑ και άλλες χώρες του ΝΑΤΟ δεν έχουν καμία πρόθεση να διαβεβαιώσουν τη Ρωσία ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκτείνει την εμβέλειά του στα σύνορα της Ρωσίας. Ως εκ τούτου ο πόλεμος θα συνεχιστεί με καταστροφικές συνέπειες για την Ουκρανία, τη Ρωσία και όχι μόνο. Δεν μπορώ να φανταστώ μελλοντικά σενάρια, εκτός από την επέκταση της κατάστασης μόνιμου πολέμου που είναι ήδη πραγματικότητα σε τόσα πολλά μέρη του κόσμου.

Μ.Μ.: Και εγώ νιώθω ότι ο πόλεμος δεν θα σταματήσει σύντομα. Μια «ατελής» αλλά άμεση ειρήνη θα ήταν σίγουρα προτιμότερη από την παράταση των εχθροπραξιών, αλλά πάρα πολλές δυνάμεις στο πεδίο εργάζονται για ένα διαφορετικό αποτέλεσμα. Πιστεύω ότι είναι πιο πιθανό να οδεύουμε προς μια αόριστη συνέχιση του πολέμου, με τα ρωσικά στρατεύματα να αντιμετωπίζουν έναν ουκρανικό στρατό που ανεφοδιάζεται και υποστηρίζεται έμμεσα από το ΝΑΤΟ. Η Αριστερά πρέπει να αγωνιστεί σθεναρά για μια διπλωματική λύση και ενάντια στις αυξήσεις των στρατιωτικών δαπανών, το κόστος των οποίων θα πέσει στον κόσμο της εργασίας και θα οδηγήσει σε περαιτέρω οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση.

Categories
Journal Articles

Πόλεμος και Αριστερά

1. Τα οικονομικά αίτια του πολέμου
Ενώ η επιστήμη της πολιτικής έχει διερευνήσει τα ιδεολογικά, πολιτικά, οικονομικά, ακόμη και ψυχολογικά κίνητρα πίσω από την παρόρμηση για πόλεμο, η σοσιαλιστική θεωρία έχει κάνει μια από τις πιο συναρπαστικές συνεισφορές της, αναδεικνύοντας τη σχέση μεταξύ της ανάπτυξης του καπιταλισμού και της εξάπλωσης των πολέμων.

Στις συζητήσεις στο εσωτερικό της Πρώτης Διεθνούς (1864-1872), ο César de Paepe, ένας από τους κύριους ηγέτες της, διατύπωσε αυτό που θα γινόταν η κλασική θέση του εργατικού κινήματος για το ζήτημα: ότι δηλαδή οι πόλεμοι είναι αναπόφευκτοι υπό το καθεστώς της καπιταλιστικής παραγωγής. Στη σύγχρονη κοινωνία, δεν προκαλούνται από τις φιλοδοξίες μοναρχών ή άλλων ατόμων, αλλά από το κυρίαρχο κοινωνικο-οικονομικό μοντέλο. Το σοσιαλιστικό κίνημα έδειξε επίσης ποια τμήματα του πληθυσμού πλήττονται περισσότερο από τις τρομερές συνέπειες του πολέμου. Στο συνέδριο της Διεθνούς που πραγματοποιήθηκε το 1868, οι αντιπρόσωποι υιοθέτησαν μια πρόταση που καλούσε τους εργάτες να επιδιώξουν «την οριστική κατάργηση κάθε πολέμου», καθώς ήταν αυτοί που θα πλήρωναν – οικονομικά ή με το ίδιο τους το αίμα, είτε ανήκαν στους νικητές είτε στους ηττημένους – τις αποφάσεις των κυρίαρχων τάξεων και των κυβερνήσεων που τις εκπροσωπούσαν. Το μάθημα στο επίπεδο του πολιτισμού για το εργατικό κίνημα προέκυψε από την πεποίθηση ότι κάθε πόλεμος πρέπει να θεωρείται «εμφύλιος πόλεμος», μια άγρια σύγκρουση μεταξύ των εργαζομένων που τους στερούσε τα απαραίτητα μέσα για την επιβίωσή τους. Έπρεπε να δράσουν αποφασιστικά ενάντια σε οποιονδήποτε πόλεμο, αντιστεκόμενοι στην επιστράτευση και προχωρώντας σε απεργιακές κινητοποιήσεις. Ο διεθνισμός έγινε έτσι ένα βασικό σημείο της μελλοντικής κοινωνίας, η οποία, με το τέλος του καπιταλισμού και της αντιπαλότητας μεταξύ των αστικών κρατών στην παγκόσμια αγορά, θα είχε εξαλείψει τις κύριες υποκείμενες αιτίες του πολέμου.

Μεταξύ των προδρόμων του σοσιαλισμού, ο Κλοντ Ανρί ντε Σαιν Σιμόν είχε λάβει αποφασιστική θέση τόσο κατά του πολέμου όσο και κατά των κοινωνικών συγκρούσεων, θεωρώντας και τα δύο εμπόδια για τη θεμελιώδη πρόοδο της βιομηχανικής παραγωγής. Ο Καρλ Μαρξ δεν ανέπτυξε σε κανένα από τα γραπτά του τις απόψεις του για τον πόλεμο – που παρέμειναν αποσπασματικές και ενίοτε αντιφατικές –, ούτε διατύπωσε κατευθυντήριες γραμμές για τη σωστή στάση που πρέπει να τηρείται απέναντί του. Όταν επέλεγε ανάμεσα σε αντίπαλα στρατόπεδα, η μόνη του σταθερά ήταν η αντίθεσή του στην τσαρική Ρωσία, την οποία θεωρούσε ως το προκεχωρημένο φυλάκιο της αντεπανάστασης και ένα από τα κύρια εμπόδια για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Στο Κεφάλαιο (1867) υποστήριξε ότι η βία ήταν μια οικονομική δύναμη, «η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί μια νέα». Όμως δεν θεωρούσε τον πόλεμο ως μια κρίσιμη συντόμευση για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και ένας σημαντικός στόχος της πολιτικής του δραστηριότητας ήταν να δεσμεύσει τους εργάτες στην αρχή της διεθνούς αλληλεγγύης. Όπως υποστήριζε και ο Φρίντριχ Ένγκελς, θα έπρεπε να δράσουν αποφασιστικά στις επιμέρους χώρες ενάντια στην άμβλυνση της ταξικής πάλης που απειλούσε να επιφέρει η προπαγανδιστική επινόηση ενός εξωτερικού εχθρού σε κάθε ξέσπασμα πολέμου. Σε διάφορες επιστολές προς τους ηγέτες του εργατικού κινήματος, ο Ένγκελς τόνισε την ιδεολογική δύναμη της παγίδας του πατριωτισμού και την καθυστέρηση στην προλεταριακή επανάσταση που προκύπτει από τα κύματα σοβινισμού. Επιπλέον, στο Anti-Dühring (1878), μετά από μια ανάλυση των επιπτώσεων των ολοένα και πιο θανατηφόρων όπλων, δήλωνε ότι το καθήκον του σοσιαλισμού ήταν «να ανατινάξει τον μιλιταρισμό και όλους τους μόνιμους στρατούς».

Ο πόλεμος ήταν ένα τόσο σημαντικό ζήτημα για τον Ένγκελς που του αφιέρωσε ένα από τα τελευταία του κείμενα. Στο «Μπορεί η Ευρώπη να αφοπλιστεί;» (1893), σημείωσε ότι τα προηγούμενα είκοσι πέντε χρόνια κάθε μεγάλη δύναμη είχε προσπαθήσει να ξεπεράσει τους αντιπάλους της στρατιωτικά και από άποψη πολεμικών προετοιμασιών. Αυτό αφορούσε πρωτοφανή επίπεδα παραγωγής όπλων και έφερνε τη Γηραιά Ήπειρο πιο κοντά σε «έναν πόλεμο καταστροφής που ο κόσμος δεν έχει ξαναδεί». Σύμφωνα με τον συν-συγγραφέα του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος (1848), «το σύστημα των μόνιμων στρατών έχει φτάσει σε τέτοια άκρα σε όλη την Ευρώπη, ώστε αναπόφευκτα, είτε θα επιφέρει οικονομική καταστροφή στους λαούς λόγω του στρατιωτικού βάρους, είτε θα εκφυλιστεί σε έναν γενικό πόλεμο εξόντωσης». Στην ανάλυσή του, ο Ένγκελς δεν ξέχασε να τονίσει ότι οι μόνιμοι στρατοί διατηρούνταν εξίσου τόσο, κυρίως, για εσωτερικούς πολιτικούς, όσο και για εξωτερικούς στρατιωτικούς σκοπούς. Σκοπός τους ήταν «να παρέχουν προστασία όχι τόσο κατά του εξωτερικού εχθρού όσο κατά του εσωτερικού», ενισχύοντας τις δυνάμεις που προορίζονται να καταστέλλουν το προλεταριάτο και τους εργατικούς αγώνες. Καθώς τα λαϊκά στρώματα πλήρωναν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον το κόστος του πολέμου, μέσω των φόρων και της παροχής στρατευμάτων στο κράτος, το εργατικό κίνημα θα έπρεπε να αγωνιστεί για «τη σταδιακή μείωση της διάρκειας της [στρατιωτικής] θητείας με διεθνή συνθήκη» και για τον αφοπλισμό ως τη μόνη αποτελεσματική «εγγύηση της ειρήνης».

2. Δοκιμές και κατάρρευση
Δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι να μετατραπεί μια θεωρητική συζήτηση σε καιρό ειρήνης στο σημαντικότερο πολιτικό ζήτημα της εποχής, όταν το εργατικό κίνημα έπρεπε να αντιμετωπίσει πραγματικές καταστάσεις, στις οποίες οι εκπρόσωποί του αρχικά αντιτάχθηκαν σε κάθε υποστήριξη στον πόλεμο. Στη γαλλοπρωσική σύγκρουση του 1870 (που προηγήθηκε της Παρισινής Κομμούνας), οι σοσιαλδημοκράτες βουλευτές Wilhelm Liebknecht και August Bebel καταδίκασαν τους προσαρτητικούς στόχους της Γερμανίας του Μπίσμαρκ και ψήφισαν κατά των πολεμικών πιστώσεων. Η απόφασή τους να «απορρίψουν το νομοσχέδιο για πρόσθετη χρηματοδότηση για τη συνέχιση του πολέμου» τους κόστισε ποινή φυλάκισης δύο ετών για εσχάτη προδοσία, αλλά συνέβαλε στο να δείξουν στην εργατική τάξη έναν εναλλακτικό τρόπο να αξιοποιήσει την κρίση.

Καθώς οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις συνέχιζαν την ιμπεριαλιστική τους επέκταση, η διαμάχη για τον πόλεμο αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα στις συζητήσεις της Δεύτερης Διεθνούς (1889-1916). Ένα ψήφισμα που υιοθετήθηκε στο ιδρυτικό της συνέδριο είχε κατοχυρώσει την ειρήνη ως «την απαραίτητη προϋπόθεση κάθε χειραφέτησης των εργατών». Η υποτιθέμενη ειρηνευτική πολιτική της αστικής τάξης χλευάστηκε και χαρακτηρίστηκε ως πολιτική «ένοπλης ειρήνης» και, το 1895, ο Jean Jaurès, ο ηγέτης του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (SFIO), εκφώνησε μια ομιλία στο κοινοβούλιο στην οποία συνόψισε περίφημα τις ανησυχίες της Αριστεράς: «Η βίαιη και χαοτική κοινωνία σας εξακολουθεί, ακόμη και όταν επιθυμεί την ειρήνη, ακόμη και όταν βρίσκεται σε κατάσταση φαινομενικής ηρεμίας, να φέρει τον πόλεμο μέσα της, ακριβώς όπως ένα αδρανές σύννεφο φέρει την καταιγίδα».

Καθώς η Weltpolitik – η επιθετική πολιτική της αυτοκρατορικής Γερμανίας για την επέκταση της ισχύος της στη διεθνή σκηνή – άλλαξε το γεωπολιτικό σκηνικό, οι αντιμιλιταριστικές αρχές ρίζωσαν βαθύτερα στο εργατικό κίνημα και επηρέασαν τις συζητήσεις για τις ένοπλες συγκρούσεις. Ο πόλεμος δεν εθεωρείτο πλέον μόνο ως άνοιγμα επαναστατικών ευκαιριών και επιτάχυνση της κατάρρευσης του συστήματος (μια ιδέα στην Αριστερά που ανάγεται στο «καμία επανάσταση χωρίς επανάσταση» του Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου). Θεωρείτο πλέον ως κίνδυνος λόγω των οδυνηρών συνεπειών του για το προλεταριάτο, με τη μορφή της πείνας, της εξαθλίωσης και της ανεργίας. Αποτελούσε έτσι μια σοβαρή απειλή για τις προοδευτικές δυνάμεις και, όπως έγραψε ο Karl Kautsky στο Η κοινωνική επανάσταση (1902), σε περίπτωση πολέμου αυτές θα ήταν «βαριά φορτωμένες με καθήκοντα που δεν τους είναι απαραίτητα» και τα οποία θα έκαναν την τελική νίκη πιο μακρινή αντί να τη φέρουν πιο κοντά.

Το ψήφισμα «Για τον μιλιταρισμό και τις διεθνείς συγκρούσεις», που υιοθετήθηκε από τη Δεύτερη Διεθνή στο συνέδριο της Στουτγάρδης το 1907, ανακεφαλαιώνει όλα τα βασικά σημεία που είχαν γίνει κοινή κληρονομιά του εργατικού κινήματος. Μεταξύ αυτών ήταν: η καταψήφιση των προϋπολογισμών που αύξαναν τις στρατιωτικές δαπάνες, η αντιπάθεια προς τους μόνιμους στρατούς και η προτίμηση σε ένα σύστημα λαϊκών πολιτοφυλακών, καθώς και η υποστήριξη του σχεδίου για τη δημιουργία διαιτητικών δικαστηρίων για την ειρηνική επίλυση των διεθνών συγκρούσεων. Αποκλείστηκε η προσφυγή σε γενικές απεργίες κατά κάθε είδους πολέμων, όπως πρότεινε ο Gustave Hervé, καθώς η πλειοψηφία των παρόντων έκρινε ότι κάτι τέτοιο ήταν πολύ ριζοσπαστικό και πολύ μανιχαϊστικό. Το ψήφισμα έκλεισε με μια τροπολογία που συντάχθηκε από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Βλαντιμίρ Λένιν και τον Γιούλι Μάρτοφ, η οποία ανέφερε ότι «σε περίπτωση που ξεσπάσει πόλεμος […], είναι καθήκον [των σοσιαλιστών] να παρέμβουν υπέρ του γρήγορου τερματισμού του, και με όλες τους τις δυνάμεις να χρησιμοποιήσουν την οικονομική και πολιτική κρίση που δημιουργείται από τον πόλεμο, για να ξεσηκώσουν τις μάζες και έτσι να επιταχύνουν την πτώση της καπιταλιστικής ταξικής κυριαρχίας». Καθώς αυτό το ψήφισμα δεν υποχρέωνε το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD) να προβεί σε αλλαγή πολιτικής γραμμής, οι εκπρόσωποί του ψήφισαν επίσης υπέρ. Το κείμενο, όπως τροποποιήθηκε, ήταν το τελευταίο έγγραφο για τον πόλεμο που εξασφάλισε την ομόφωνη υποστήριξη της Δεύτερης Διεθνούς.

Ο εντονότερος ανταγωνισμός μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών στην παγκόσμια αγορά, σε συνδυασμό με το ξέσπασμα μιας σειράς διεθνών συγκρούσεων, έκανε τη γενική εικόνα ακόμη πιο ανησυχητική. Η δημοσίευση του βιβλίου του Jaurès Ο νέος στρατός (1911) ενθάρρυνε τη συζήτηση για ένα άλλο κεντρικό θέμα της περιόδου: τη διάκριση μεταξύ επιθετικών και αμυντικών πολέμων και τη στάση που έπρεπε να τηρείται απέναντι στους τελευταίους, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου απειλούνταν η ανεξαρτησία μιας χώρας. Για τον Jaurès, η μόνη αποστολή του στρατού θα έπρεπε να είναι η υπεράσπιση του έθνους έναντι οποιασδήποτε εχθρικής επίθεσης ή οποιουδήποτε επιτιθέμενου που δεν αποδέχεται την επίλυση της διαφοράς μέσω διαμεσολάβησης. Όλες οι στρατιωτικές ενέργειες που ενέπιπταν σε αυτή την κατηγορία θα έπρεπε να θεωρούνται νόμιμες. Η διορατική κριτική της Λούξεμπουργκ σε αυτή τη θέση επεσήμανε ότι «ιστορικά φαινόμενα όπως οι σύγχρονοι πόλεμοι δεν μπορούν να μετρηθούν με το κριτήριο της “δικαιοσύνης” ή μέσω ενός χάρτινου σχήματος άμυνας και επίθεσης». Κατά την άποψή της, έπρεπε να ληφθεί υπόψη η δυσκολία να διαπιστωθεί αν ένας πόλεμος ήταν πραγματικά επιθετικός ή αμυντικός, ή αν το κράτος που τον ξεκίνησε είχε αποφασίσει σκόπιμα να επιτεθεί ή είχε αναγκαστεί να το κάνει λόγω των στρατηγημάτων που υιοθέτησε η χώρα που του εναντιώθηκε. Ως εκ τούτου, θεώρησε ότι η διάκριση αυτή θα πρέπει να απορριφθεί και επέκρινε περαιτέρω την ιδέα του Jaurès για το «ένοπλο έθνος», με το σκεπτικό ότι τελικά έτεινε να τροφοδοτεί την αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας.

Όσο περνούσαν τα χρόνια, η Δεύτερη Διεθνής δεσμευόταν όλο και λιγότερο σε μια πολιτική δράσης υπέρ της ειρήνης. Η αντίθεσή της στον επανεξοπλισμό και τις πολεμικές προετοιμασίες ήταν πολύ ισχνή, και μια όλο και πιο μετριοπαθής και λεγκαλιστική πτέρυγα του SPD αντάλλαξε την υποστήριξή της στις στρατιωτικές πιστώσεις – και στη συνέχεια ακόμη και στην αποικιακή επέκταση – με αντάλλαγμα την παραχώρηση περισσότερων πολιτικών ελευθεριών στη Γερμανία. Σημαντικοί ηγέτες και επιφανείς θεωρητικοί, όπως ο Gustav Noske, ο Henry Hyndman και ο Antonio Labriola, ήταν από τους πρώτους που κατέληξαν σε αυτές τις θέσεις. Στη συνέχεια, η πλειοψηφία των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών, των Γάλλων Σοσιαλιστών, των ηγετών του βρετανικού Εργατικού Κόμματος και άλλων Ευρωπαίων μεταρρυθμιστών κατέληξε να υποστηρίξει τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918). Αυτή η πορεία είχε καταστροφικές συνέπειες. Με βάση την άποψη ότι τα «οφέλη της προόδου» δεν πρέπει να μονοπωλούνται από τους καπιταλιστές, το εργατικό κίνημα κατέληξε να συμμερίζεται τους επεκτατικούς στόχους των κυρίαρχων τάξεων και κατακλύστηκε από την εθνικιστική ιδεολογία. Η Δεύτερη Διεθνής αποδείχθηκε εντελώς ανίκανη απέναντι στον πόλεμο, αποτυγχάνοντας σε έναν από τους κύριους στόχους της: τη διατήρηση της ειρήνης.

Ο Λένιν και άλλοι σύνεδροι στη διάσκεψη του Τσίμερβαλντ (1915) – συμπεριλαμβανομένου του Λεβ Τρότσκι, ο οποίος συνέταξε το τελικό μανιφέστο – προέβλεψαν ότι «για δεκαετίες οι πολεμικές δαπάνες θα απορροφούν τις καλύτερες ενέργειες των λαών, υπονομεύοντας τις κοινωνικές βελτιώσεις και εμποδίζοντας κάθε πρόοδο». Στα μάτια τους ο πόλεμος αποκάλυπτε τη «γυμνή μορφή του σύγχρονου καπιταλισμού, ο οποίος έχει γίνει ασυμβίβαστος, όχι μόνο με τα συμφέροντα των εργαζόμενων μαζών […] αλλά ακόμη και με τις πρωταρχικές συνθήκες της ανθρώπινης κοινοτικής ύπαρξης». Η προειδοποίηση εισακούστηκε μόνο από μια μειοψηφία του εργατικού κινήματος, όπως και το κάλεσμα προς όλους τους Ευρωπαίους εργάτες στη διάσκεψη του Κίενταλ (1916): «Οι κυβερνήσεις σας και οι εφημερίδες τους σας λένε ότι ο πόλεμος πρέπει να συνεχιστεί για να σκοτωθεί ο μιλιταρισμός. Σας εξαπατούν! Ο πόλεμος δεν έχει σκοτώσει ποτέ τον πόλεμο. Πράγματι, πυροδοτεί συναισθήματα και επιθυμίες για εκδίκηση. Με αυτόν τον τρόπο, μαρκάροντάς σας για θυσία, σας κλείνουν σε έναν κολασμένο κύκλο». Τέλος, σε ρήξη με την προσέγγιση του Συνεδρίου της Στουτγάρδης, το οποίο είχε ζητήσει διεθνή διαιτητικά δικαστήρια, το τελικό έγγραφο στο Κίενταλ διακήρυξε ότι «οι αυταπάτες του αστικού ειρηνισμού» δεν θα διακόψουν το σπιράλ του πολέμου, αλλά θα βοηθήσουν στη διατήρηση του υπάρχοντος κοινωνικο-οικονομικού συστήματος. Ο μόνος τρόπος να αποτραπούν μελλοντικές πολεμικές συγκρούσεις είναι οι λαϊκές μάζες να κατακτήσουν την πολιτική εξουσία και να ανατρέψουν την καπιταλιστική ιδιοκτησία.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Βλαντιμίρ Λένιν ήταν οι δύο πιο σθεναροί αντίπαλοι του πολέμου. Η Λούξεμπουργκ διεύρυνε τη θεωρητική κατανόηση της Αριστεράς και έδειξε πως ο μιλιταρισμός αποτελούσε βασικό σπόνδυλο του κράτους. Επιδεικνύοντας μια πεποίθηση και αποτελεσματικότητα που λίγοι άλλοι κομμουνιστές ηγέτες είχαν όμοιές τους, υποστήριξε ότι το σύνθημα «Πόλεμος στον πόλεμο!» έπρεπε να γίνει «ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής της εργατικής τάξης». Όπως έγραψε στην Κρίση της Σοσιαλδημοκρατίας (1916), γνωστή και ως Φυλλάδιο Γιούνιους, η Δεύτερη Διεθνής είχε καταρρεύσει επειδή απέτυχε «να προωθήσει μια κοινή τακτική και δράση του προλεταριάτου σε όλες τις χώρες». Στο εξής, ο «κύριος στόχος» του προλεταριάτου θα έπρεπε επομένως να είναι «η καταπολέμηση του ιμπεριαλισμού και η αποτροπή των πολέμων, τόσο στην ειρήνη όσο και στον πόλεμο».

Η μεγάλη συνεισφορά του Λένιν στο Σοσιαλισμός και πόλεμος (1915) και σε πολλά άλλα κείμενά του κατά τη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν ότι προσδιόρισε δύο θεμελιώδη ζητήματα. Το πρώτο αφορούσε την «ιστορική παραχάραξη» κάθε φορά που η αστική τάξη προσπαθούσε να αποδώσει μια «προοδευτική αίσθηση εθνικής απελευθέρωσης» σε πολέμους που στην πραγματικότητα ήταν πόλεμοι «λεηλασίας», οι οποίοι διεξάγονταν με μοναδικό στόχο να αποφασίσουν ποιοι εμπόλεμοι θα καταπίεζαν αυτή τη φορά τους περισσότερους ξένους λαούς και θα αύξαναν τις ανισότητες του καπιταλισμού. Το δεύτερο ήταν η συγκάλυψη των αντιφάσεων από τους κοινωνικούς μεταρρυθμιστές – ή «σοσιαλ-σοβινιστές», όπως τους αποκαλούσε – οι οποίοι τελικά υιοθετούσαν τις δικαιολογίες υπέρ του πολέμου, παρά το γεγονός ότι τον είχαν ορίσει ως «εγκληματική» δραστηριότητα στα ψηφίσματα που υιοθετούσε η Δεύτερη Διεθνής. Πίσω από τον ισχυρισμό τους ότι «υπερασπίζονται την πατρίδα» κρυβόταν το δικαίωμα που είχαν δώσει στον εαυτό τους ορισμένες μεγάλες δυνάμεις να «λεηλατούν τις αποικίες και να καταπιέζουν τους ξένους λαούς». Ο πόλεμος δεν γινόταν για να διασφαλιστεί «η ύπαρξη των εθνών» αλλά «για να υπερασπιστούν τα προνόμια, την κυριαρχία, τη λεηλασία και τη βία» των διαφόρων «ιμπεριαλιστικών αστικών τάξεων». Οι σοσιαλιστές που είχαν συνθηκολογήσει με τον πατριωτισμό είχαν αντικαταστήσει την ταξική πάλη με τη διεκδίκηση «μπουκιών από τα κέρδη που αποκόμισε η εθνική τους αστική τάξη από τη λεηλασία άλλων χωρών». Κατά συνέπεια, ο Λένιν ήταν υπέρ των «αμυντικών πολέμων» – όχι, δηλαδή, της εθνικής άμυνας των ευρωπαϊκών χωρών αλά Ζωρές, αλλά των «δίκαιων πολέμων» των «καταπιεσμένων και υποταγμένων λαών» που είχαν «λεηλατηθεί και στερηθεί τα δικαιώματά τους» από τις «μεγάλες δουλοκτητικές δυνάμεις». Η πιο διάσημη θέση αυτής της μπροσούρας – ότι οι επαναστάτες θα πρέπει να επιδιώξουν να «μετατρέψουν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε εμφύλιο» – υπονοούσε ότι όσοι πραγματικά ήθελαν μια «διαρκή δημοκρατική ειρήνη» έπρεπε να διεξάγουν «εμφύλιο πόλεμο εναντίον των κυβερνήσεών τους και της αστικής τάξης». Ο Λένιν ήταν πεπεισμένος γι’ αυτό που η ιστορία θα αποδείκνυε αργότερα ότι ήταν ανακριβές: ότι ο ταξικός αγώνας που διεξάγεται με συνέπεια σε καιρό πολέμου θα δημιουργήσει «αναπόφευκτα» ένα επαναστατικό πνεύμα στις μάζες.

3. Γραμμές οριοθέτησης
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δημιούργησε διαιρέσεις όχι μόνο στη Δεύτερη Διεθνή αλλά και στο αναρχικό κίνημα. Σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε λίγο μετά το ξέσπασμα της σύγκρουσης, ο Κροπότκιν έγραψε ότι «το καθήκον κάθε ανθρώπου που έχει την ιδέα της ανθρώπινης προόδου είναι να συντρίψει τη γερμανική εισβολή στη Δυτική Ευρώπη». Αυτή η δήλωση, που θεωρήθηκε από πολλούς ως εγκατάλειψη των αρχών για τις οποίες είχε αγωνιστεί σε όλη του τη ζωή, ήταν μια προσπάθεια να ξεπεράσει το σύνθημα της «γενικής απεργίας κατά του πολέμου» – το οποίο είχε αγνοηθεί από τις εργατικές μάζες – και να αποφύγει τη γενική οπισθοδρόμηση της ευρωπαϊκής πολιτικής που θα προέκυπτε από μια γερμανική νίκη. Κατά την άποψη του Κροπότκιν, αν οι αντιμιλιταριστές παρέμεναν αδρανείς, θα βοηθούσαν έμμεσα τα κατακτητικά σχέδια των εισβολέων, και το εμπόδιο που θα προέκυπτε θα ήταν ακόμη πιο δύσκολο να ξεπεραστεί για όσους αγωνίζονταν για την κοινωνική επανάσταση.

Σε μια απάντησή του στον Κροπότκιν, ο Ιταλός αναρχικός Ενρίκο Μαλατέστα υποστήριξε ότι, αν και δεν ήταν ειρηνιστής και θεωρούσε νόμιμο να πάρει κανείς τα όπλα σε έναν απελευθερωτικό πόλεμο, ο παγκόσμιος πόλεμος δεν ήταν – όπως υποστήριζε η αστική προπαγάνδα – ένας αγώνας «για το γενικό καλό ενάντια στον κοινό εχθρό» της δημοκρατίας, αλλά ένα ακόμη παράδειγμα της υποταγής των εργατικών μαζών από την άρχουσα τάξη. Είχε επίγνωση ότι «μια γερμανική νίκη θα σήμαινε σίγουρα τον θρίαμβο του μιλιταρισμού, αλλά και ότι ένας θρίαμβος των Συμμάχων θα σήμαινε τη ρωσοβρετανική κυριαρχία στην Ευρώπη και την Ασία».

Στο Μανιφέστο των Δεκαέξι (1916), ο Κροπότκιν υποστήριξε την ανάγκη «να αντισταθούμε σε έναν επιτιθέμενο που αντιπροσωπεύει την καταστροφή όλων των ελπίδων μας για απελευθέρωση». Η νίκη της Τριπλής Αντάντ κατά της Γερμανίας θα ήταν το μικρότερο κακό και θα υπονόμευε λιγότερο τις υπάρχουσες ελευθερίες. Από την άλλη πλευρά, ο Μαλατέστα και οι συνυπογράφοντες το αντιπολεμικό μανιφέστο της Αναρχικής Διεθνούς (1915) δήλωσαν «Δεν είναι δυνατή η διάκριση μεταξύ επιθετικών και αμυντικών πολέμων». Επιπλέον, πρόσθεσαν ότι «Κανένας από τους εμπόλεμους δεν έχει δικαίωμα να διεκδικήσει τον πολιτισμό, όπως και κανένας από αυτούς δεν δικαιούται να επικαλείται τη νόμιμη αυτοάμυνα». Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, επέμεναν, ήταν ένα ακόμη επεισόδιο στη σύγκρουση μεταξύ των καπιταλιστών των διαφόρων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, η οποία διεξαγόταν σε βάρος της εργατικής τάξης. Ο Malatesta, η Emma Goldman, ο Ferdinand Nieuwenhuis και η μεγάλη πλειοψηφία του αναρχικού κινήματος ήταν πεπεισμένοι ότι θα ήταν ασυγχώρητο λάθος να υποστηρίξουν τις αστικές κυβερνήσεις. Αντ’ αυτού, χωρίς «αν και αλλά», επέμειναν στο σύνθημα «κανένας άνθρωπος και ούτε μια δεκάρα για τον στρατό», απορρίπτοντας αποφασιστικά ακόμη και κάθε έμμεση υποστήριξη στην επιδίωξη του πολέμου.

Η στάση απέναντι στον πόλεμο προκάλεσε συζητήσεις και στο φεμινιστικό κίνημα. Η ανάγκη να αντικαταστήσουν οι γυναίκες τους στρατευμένους άνδρες σε θέσεις εργασίας που αποτελούσαν επί μακρόν ανδρικό μονοπώλιο – για πολύ χαμηλότερο μισθό, σε συνθήκες υπερεκμετάλλευσης – ενθάρρυνε την εξάπλωση της σοβινιστικής ιδεολογίας σε ένα σημαντικό τμήμα του νεογέννητου κινήματος των σουφραζετών. Ορισμένες από τους ηγέτιδές του έφτασαν στο σημείο να αιτηθούν νόμους που θα επέτρεπαν τη στρατολόγηση γυναικών στις ένοπλες δυνάμεις. Η αποκάλυψη των διπρόσωπων κυβερνήσεων – οι οποίες, επικαλούμενες ότι ο εχθρός βρίσκεται προ των πυλών, χρησιμοποίησαν τον πόλεμο για να ανατρέψουν θεμελιώδεις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις – ήταν ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα των κυριότερων γυναικών κομμουνιστριών ηγετών της εποχής. Η Clara Zetkin, η Alexandra Kollontai, η Sylvia Pankhurst και, φυσικά, η Rosa Luxemburg ήταν από τις πρώτες που εγκαινίασαν με διαύγεια και θάρρος τον δρόμο που θα έδειχνε στις επόμενες γενιές πως ο αγώνας κατά του μιλιταρισμού ήταν απαραίτητος για τον αγώνα κατά της πατριαρχίας. Αργότερα, η απόρριψη του πολέμου έγινε διακριτό μέρος της Διεθνούς Ημέρας της Γυναίκας και η αντίθεση στους πολεμικούς προϋπολογισμούς στο ξέσπασμα κάθε νέας σύγκρουσης είχε εξέχουσα θέση σε πολλές πλατφόρμες του διεθνούς φεμινιστικού κινήματος.

4. Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα και τα λάθος μέσα βλάπτουν τον σκοπό
Ο βαθύς διχασμός μεταξύ επαναστατών και ρεφορμιστών, που διευρύνθηκε σε στρατηγικό χάσμα μετά τη γέννηση της Σοβιετικής Ένωσης και την ανάπτυξη του ιδεολογικού δογματισμού στις δεκαετίες του 1920 και 1930, απέκλεισε οποιαδήποτε συμμαχία κατά του μιλιταρισμού μεταξύ της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1919-1943) και των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Έχοντας υποστηρίξει τον πόλεμο, τα κόμματα που αποτελούσαν την Εργατική και Σοσιαλιστική Διεθνή (1923-1940) είχαν χάσει κάθε αξιοπιστία στα μάτια των κομμουνιστών. Η λενινιστική ιδέα της «μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο» εξακολουθούσε να ισχύει στη Μόσχα, όπου κορυφαίοι πολιτικοί και θεωρητικοί θεωρούσαν ότι ένα «νέο 1914» ήταν αναπόφευκτο. Και στις δύο πλευρές, λοιπόν, η συζήτηση ήταν περισσότερο για το τι θα γινόταν αν ξεσπούσε ένας νέος πόλεμος παρά για το πώς θα αποτρεπόταν η έναρξη ενός τέτοιου πολέμου. Τα συνθήματα και οι διακηρύξεις αρχών διέφεραν σημαντικά από αυτό που αναμενόταν να συμβεί και από αυτό που στη συνέχεια μετατράπηκε σε πολιτική δράση. Μεταξύ των επικριτικών φωνών στο κομμουνιστικό στρατόπεδο ήταν εκείνες του Νικολάι Μπουχάριν – υπέρμαχου του συνθήματος «αγώνας για την ειρήνη», ο οποίος ανήκε στους Ρώσους ηγέτες που ήταν περισσότερο πεπεισμένοι ότι ο αγώνας αυτός ήταν «ένα από τα βασικά ζητήματα του σύγχρονου κόσμου» – και του Γκεόργκι Ντιμιτρόφ, ο οποίος υποστήριζε ότι δεν ήταν όλες οι μεγάλες δυνάμεις εξίσου υπεύθυνες για την απειλή του πολέμου και ο οποίος τάχθηκε υπέρ μιας προσέγγισης με τα ρεφορμιστικά κόμματα για τη δημιουργία ενός ευρέος λαϊκού μετώπου εναντίον του πολέμου. Και οι δύο αυτές απόψεις έρχονταν σε αντίθεση με τη ρητορεία της σοβιετικής ορθοδοξίας, η οποία, μακριά από την επικαιροποίηση της θεωρητικής ανάλυσης, επαναλάμβανε ότι ο κίνδυνος πολέμου ήταν ενσωματωμένος εξίσου, και χωρίς διακρίσεις, σε όλες τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Οι απόψεις του Μάο Τσετούνγκ επί του θέματος ήταν εντελώς διαφορετικές. Επικεφαλής του απελευθερωτικού κινήματος κατά της ιαπωνικής εισβολής, έγραψε στο Περί παρατεταμένου πολέμου (1938) ότι οι «δίκαιοι πόλεμοι» – στους οποίους οι κομμουνιστές θα έπρεπε να συμμετέχουν ενεργά – είναι «προικισμένοι με τεράστια δύναμη, η οποία μπορεί να μεταμορφώσει πολλά πράγματα ή να ανοίξει τον δρόμο για τη μεταμόρφωσή τους». Η προτεινόμενη από τον Μάο στρατηγική, επομένως, ήταν «να αντιπαραταχθεί στον άδικο πόλεμο ο δίκαιος πόλεμος», και επιπλέον να «συνεχιστεί ο πόλεμος μέχρις ότου [επιτευχθεί] ο πολιτικός του στόχος». Τα επιχειρήματα για την «παντοδυναμία του επαναστατικού πολέμου» επανέρχονται στα Προβλήματα πολέμου και στρατηγικής (1938), όπου ο Μάο υποστηρίζει ότι «μόνο με τα όπλα μπορεί να μετασχηματιστεί ολόκληρος ο κόσμος» και ότι «η κατάληψη της εξουσίας με ένοπλη δύναμη, η διευθέτηση του ζητήματος με πόλεμο, είναι το κεντρικό καθήκον και η υψηλότερη μορφή της επανάστασης».

Στην Ευρώπη, η κλιμάκωση της βίας του ναζιστικού-φασιστικού μετώπου, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, και το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1939-1945) δημιούργησαν μια ακόμα πιο ειδεχθή εξέλιξη από τον πόλεμο του 1914-18. Αφού τα στρατεύματα του Χίτλερ επιτέθηκαν στη Σοβιετική Ένωση το 1941, ο Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος που έληξε με την ήττα του ναζισμού έγινε τόσο κεντρικό στοιχείο της ρωσικής εθνικής ενότητας, που επέζησε από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και διήρκεσε μέχρι τις μέρες μας.

Με τη μεταπολεμική διαίρεση του κόσμου σε δύο μπλοκ, ο Ιωσήφ Στάλιν δίδαξε ότι το κύριο καθήκον του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος ήταν να διαφυλάξει τη Σοβιετική Ένωση. Η δημιουργία μιας αποτρεπτικής ζώνης οκτώ χωρών στην Ανατολική Ευρώπη (επτά μετά την αποχώρηση της Γιουγκοσλαβίας) ήταν κεντρικός πυλώνας αυτής της πολιτικής. Την ίδια περίοδο, το Δόγμα Τρούμαν σηματοδότησε την έλευση ενός νέου τύπου πολέμου: του Ψυχρού Πολέμου. Με την υποστήριξή τους στις αντικομμουνιστικές δυνάμεις στην Ελλάδα, με το Σχέδιο Μάρσαλ (1948) και τη δημιουργία του ΝΑΤΟ (1949), οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής συνέβαλαν στο να αποφευχθεί η προέλαση των προοδευτικών δυνάμεων στη Δυτική Ευρώπη. Η Σοβιετική Ένωση απάντησε με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας (1955). Αυτή η διαμόρφωση οδήγησε σε μια τεράστια κούρσα εξοπλισμών, η οποία, παρά τη νωπή ανάμνηση της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, περιλάμβανε επίσης τη διάδοση των δοκιμών πυρηνικών βομβών.

Από το 1961, υπό την ηγεσία του Νικήτα Χρουστσόφ, η Σοβιετική Ένωση ξεκίνησε μια νέα πολιτική πορεία που έμεινε γνωστή ως «ειρηνική συνύπαρξη». Η στροφή αυτή, με έμφαση στη μη ανάμειξη και στον σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας, καθώς και στην οικονομική συνεργασία με τις καπιταλιστικές χώρες, υποτίθεται ότι θα απέτρεπε τον κίνδυνο ενός τρίτου παγκόσμιου πολέμου (τον οποίο η κρίση των πυραύλων της Κούβας έδειξε ως πιθανότητα το 1962) και θα στήριζε το επιχείρημα ότι ο πόλεμος δεν ήταν αναπόφευκτος. Ωστόσο, αυτή η προσπάθεια εποικοδομητικής συνεργασίας απευθυνόταν μόνο στις ΗΠΑ και όχι στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Το 1956, η Σοβιετική Ένωση είχε ήδη συντρίψει μια εξέγερση στην Ουγγαρία και τα κομμουνιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης δεν καταδίκασαν αλλά δικαιολόγησαν τη στρατιωτική επέμβαση στο όνομα της προστασίας του σοσιαλιστικού μπλοκ. Ο Palmiro Togliatti, για παράδειγμα, ο γραμματέας του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, δήλωσε: «Στεκόμαστε στο πλευρό της δικής μας πλευράς ακόμη και όταν αυτή κάνει λάθος». Οι περισσότεροι από αυτούς που συμμερίζονταν αυτή τη θέση το μετάνιωσαν πικρά τα επόμενα χρόνια, όταν κατάλαβαν τις καταστροφικές συνέπειες της σοβιετικής επιχείρησης.

Παρόμοια γεγονότα έλαβαν χώρα στο απόγειο της ειρηνικής συνύπαρξης, το 1968 στην Τσεχοσλοβακία. Αντιμέτωπο με τα αιτήματα για εκδημοκρατισμό και οικονομική αποκέντρωση κατά τη διάρκεια της Άνοιξης της Πράγας, το Πολιτικό Γραφείο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης αποφάσισε ομόφωνα να στείλει μισό εκατομμύριο στρατιώτες και χιλιάδες τανκς. Στο συνέδριο του Πολωνικού Ενιαίου Εργατικού Κόμματος το 1968, ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ εξήγησε την ενέργεια αυτή αναφερόμενος σε αυτό που ονόμασε «περιορισμένη κυριαρχία» των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας: «Όταν δυνάμεις που είναι εχθρικές προς τον σοσιαλισμό προσπαθούν να στρέψουν την ανάπτυξη κάποιας σοσιαλιστικής χώρας προς τον καπιταλισμό, αυτό γίνεται όχι μόνο πρόβλημα της συγκεκριμένης χώρας, αλλά κοινό πρόβλημα και ανησυχία όλων των σοσιαλιστικών χωρών». Σύμφωνα με αυτή την αντιδημοκρατική λογική, ο ορισμός του τι ήταν και τι δεν ήταν «σοσιαλισμός» έπεφτε φυσικά στην αυθαίρετη απόφαση των σοβιετικών ηγετών. Αλλά αυτή τη φορά οι επικριτές από την πλευρά της Αριστεράς τοποθετήθηκαν άμεσα και μάλιστα αντιπροσώπευαν την πλειοψηφία. Παρόλο που η αποδοκιμασία της σοβιετικής δράσης εκφράστηκε όχι μόνο από κινήματα της Νέας Αριστεράς αλλά και από την πλειοψηφία των κομμουνιστικών κομμάτων, συμπεριλαμβανομένων του Κινεζικού, οι Ρώσοι δεν υποχώρησαν αλλά προχώρησαν σε μια διαδικασία που ονόμασαν «ομαλοποίηση». Η Σοβιετική Ένωση συνέχισε να δεσμεύει ένα σημαντικό μέρος των οικονομικών της πόρων για στρατιωτικές δαπάνες και αυτό συνέβαλε στην ενίσχυση μιας αυταρχικής κουλτούρας στην κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο, έχασε για πάντα την εύνοια του κινήματος ειρήνης, το οποίο είχε γίνει ακόμη μεγαλύτερο μέσω των εκπληκτικών κινητοποιήσεων κατά του πολέμου στο Βιετνάμ.

Ένας από τους σημαντικότερους πολέμους της επόμενης δεκαετίας ξεκίνησε με τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν. Το 1979, ο Κόκκινος Στρατός έγινε και πάλι ένα σημαντικό εργαλείο της εξωτερικής πολιτικής της Μόσχας, η οποία συνέχισε να διεκδικεί το δικαίωμα να επεμβαίνει σε αυτό που περιέγραφε ως τη δική της «ζώνη ασφαλείας». Η λανθασμένη απόφαση μετατράπηκε σε μια εξαντλητική περιπέτεια που διήρκεσε πάνω από δέκα χρόνια, προκαλώντας τεράστιο αριθμό νεκρών και δημιουργώντας εκατομμύρια πρόσφυγες. Σε αυτή την περίπτωση το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ήταν πολύ λιγότερο επιφυλακτικό απ’ ό,τι ήταν σε σχέση με τις σοβιετικές εισβολές στην Ουγγαρία και την Τσεχοσλοβακία. Ωστόσο, αυτός ο νέος πόλεμος αποκάλυψε ακόμη πιο καθαρά στη διεθνή κοινή γνώμη το χάσμα ανάμεσα στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» και σε μια πολιτική εναλλακτική λύση που θα βασιζόταν στην ειρήνη και την αντίθεση στον μιλιταρισμό.

Στο σύνολό τους, αυτές οι στρατιωτικές επεμβάσεις όχι μόνο λειτούργησαν ενάντια σε μια γενική μείωση των εξοπλισμών, αλλά χρησίμευσαν για την απαξίωση και την σε παγκόσμιο επίπεδο αποδυνάμωση του σοσιαλισμού. Η Σοβιετική Ένωση εθεωρείτο όλο και περισσότερο ως μια αυτοκρατορική δύναμη που ενεργούσε με τρόπους που δεν διέφεραν από εκείνους των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες, από την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, είχαν, λίγο πολύ κρυφά, υποστηρίξει πραξικοπήματα και είχαν βοηθήσει στην ανατροπή δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων σε περισσότερες από είκοσι χώρες σε όλο τον κόσμο. Τέλος, οι «σοσιαλιστικοί πόλεμοι» το 1977-1979 μεταξύ Καμπότζης και Βιετνάμ και Κίνας και Βιετνάμ, με φόντο τη σινοσοβιετική σύγκρουση, διέλυσε την όποια επιρροή είχε η «μαρξιστική-λενινιστική» ιδεολογία (που είχε ήδη απομακρυνθεί από τις αρχικές βάσεις που είχαν θέσει ο Μαρξ και ο Ένγκελς), που απέδιδε τον πόλεμο αποκλειστικά στις οικονομικές ανισορροπίες του καπιταλισμού.

5. Το να είσαι αριστερός σημαίνει να είσαι κατά του πολέμου
Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου δεν μείωσε τις επεμβάσεις στις υποθέσεις άλλων χωρών, ούτε αύξησε την ελευθερία κάθε λαού να επιλέγει το πολιτικό καθεστώς υπό το οποίο ζει. Οι πολυάριθμοι πόλεμοι – ακόμη και χωρίς εντολή του ΟΗΕ που ορίζονται, παράλογα, ως «ανθρωπιστικοί» – που διεξήγαγαν οι ΗΠΑ τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, στους οποίους θα πρέπει να προστεθούν νέες μορφές συγκρούσεων, παράνομες κυρώσεις και πολιτικές, οικονομικές και μιντιακές εξαρτήσεις, αποδεικνύουν ότι η διπολική διαίρεση του κόσμου μεταξύ δύο υπερδυνάμεων δεν έδωσε τη θέση της στην εποχή της ελευθερίας και της προόδου που υποσχόταν το νεοφιλελεύθερο μάντρα της «Νέας Τάξης Πραγμάτων». Σε αυτό το πλαίσιο, πολλές πολιτικές δυνάμεις που κάποτε διεκδικούσαν τις αξίες της Αριστεράς έχουν πάρει μέρος σε μια σειρά από πολέμους. Από το Κοσσυφοπέδιο μέχρι το Ιράκ και το Αφγανιστάν – για να αναφέρουμε μόνο τους κυριότερους πολέμους που διεξήγαγε το ΝΑΤΟ μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου – οι δυνάμεις αυτές έδιναν κάθε φορά την υποστήριξή τους στην ένοπλη επέμβαση και γίνονταν όλο και λιγότερο διακριτές από τη Δεξιά.

Ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος έφερε και πάλι την Αριστερά αντιμέτωπη με το δίλημμα του πώς να αντιδράσει όταν η κυριαρχία μιας χώρας δέχεται επίθεση. Η αποτυχία να καταδικάσει την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία αποτελεί πολιτικό λάθος της κυβέρνησης της Βενεζουέλας και κάνει τις καταγγελίες πιθανών μελλοντικών επιθετικών πράξεων που θα διαπράξουν οι Ηνωμένες Πολιτείες να φαίνονται λιγότερο αξιόπιστες. Είναι αλήθεια ότι, όπως έγραψε ο Μαρξ στον Ferdinand Lassalle το 1860, «στην εξωτερική πολιτική, υπάρχει λίγο κέρδος από τη χρήση τέτοιων λέξεων όπως “αντιδραστικός” και “επαναστατικός”» – ότι αυτό που είναι «υποκειμενικά αντιδραστικό [μπορεί να αποδειχθεί] αντικειμενικά επαναστατικό στην εξωτερική πολιτική». Αλλά οι αριστερές δυνάμεις θα έπρεπε να έχουν μάθει από τον εικοστό αιώνα ότι οι συμμαχίες «με τον εχθρό του εχθρού μου» συχνά οδηγούν σε μη εποικοδομητικές συμφωνίες, ειδικά όταν, όπως στην εποχή μας, το προοδευτικό μέτωπο είναι πολιτικά αδύναμο και θεωρητικά συγκεχυμένο και δεν έχει την υποστήριξη μαζικών κινητοποιήσεων.

Υπενθυμίζοντας τα λόγια του Λένιν στο Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση: «Το γεγονός ότι ο αγώνας για την εθνική απελευθέρωση ενάντια σε μια ιμπεριαλιστική δύναμη μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να χρησιμοποιηθεί από μια άλλη “Μεγάλη” Δύναμη για τα εξίσου ιμπεριαλιστικά της συμφέροντα δεν θα πρέπει να έχει πλέον καμία βαρύτητα για να παρακινήσει τη Σοσιαλδημοκρατία να απαρνηθεί την αναγνώρισή της του δικαιώματος των εθνών στην αυτοδιάθεση». Πέρα από τα γεωπολιτικά συμφέροντα και τις ίντριγκες που συνήθως επίσης παίζονται, οι δυνάμεις της Αριστεράς έχουν ιστορικά υποστηρίξει την αρχή της εθνικής αυτοδιάθεσης και υπερασπίστηκαν το δικαίωμα των επιμέρους κρατών να καθορίζουν τα σύνορά τους με βάση τη ρητή βούληση του πληθυσμού. Η Αριστερά έχει πολεμήσει κατά των πολέμων και των «προσαρτήσεων» επειδή γνωρίζει ότι αυτές οδηγούν σε δραματικές συγκρούσεις ανάμεσα στους εργαζόμενους του κυρίαρχου έθνους και εκείνους του καταπιεσμένου έθνους, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για να ενωθούν οι τελευταίοι με την ίδια τους την αστική τάξη θεωρώντας τους πρώτους εχθρούς τους. Στα «Αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση» (1916), ο Λένιν έγραφε: «Αν η σοσιαλιστική επανάσταση ήταν νικηφόρα στην Πετρούπολη, το Βερολίνο και τη Βαρσοβία, η πολωνική σοσιαλιστική κυβέρνηση, όπως η ρωσική και η γερμανική σοσιαλιστική κυβέρνηση, θα απαρνιόταν τη “βίαιη κατακράτηση”, ας πούμε, των Ουκρανών εντός των συνόρων του πολωνικού κράτους». Γιατί λοιπόν να προτείνουμε ότι κάτι διαφορετικό θα έπρεπε να παραχωρηθεί στην εθνικιστική κυβέρνηση υπό την ηγεσία του Βλαντιμίρ Πούτιν;
Από την άλλη πλευρά, πάρα πολλοί από την Αριστερά έχουν υποκύψει στον πειρασμό να γίνουν – άμεσα ή έμμεσα – συνεμπόλεμοι [με τη Δύση, ΣτΜ], τροφοδοτώντας μια νέα union sacrée (έκφραση που επινοήθηκε το 1914, ακριβώς για να χαιρετίσει την αποκήρυξη των δυνάμεων της γαλλικής Αριστεράς που, στο ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αποφάσισαν να υποστηρίξουν τις πολεμικές επιλογές της κυβέρνησης). Μια τέτοια θέση σήμερα χρησιμεύει όλο και περισσότερο στο να θολώνει τη διάκριση μεταξύ ατλαντισμού και ειρηνισμού. Η ιστορία δείχνει ότι, όταν δεν αντιτίθενται στον πόλεμο, οι προοδευτικές δυνάμεις χάνουν ένα ουσιαστικό μέρος του λόγου ύπαρξής τους και καταλήγουν να καταπίνουν την ιδεολογία του αντίπαλου στρατοπέδου. Αυτό συμβαίνει κάθε φορά που τα κόμματα της Αριστεράς αναγορεύουν την παρουσία τους στην κυβέρνηση ως τον θεμελιώδη τρόπο αποτίμησης της πολιτικής τους δράσης – όπως έκαναν οι Ιταλοί κομμουνιστές υποστηρίζοντας τις επεμβάσεις του ΝΑΤΟ στο Κοσσυφοπέδιο και το Αφγανιστάν, ή η σημερινή πλειοψηφία της Unidas Podemos, η οποία ενώνει τη φωνή της με την ομόφωνη χορωδία ολόκληρου του ισπανικού κοινοβουλευτικού τόξου, υπέρ της αποστολής όπλων στον ουκρανικό στρατό. Τέτοιες ευτελείς συμπεριφορές έχουν τιμωρηθεί πολλές φορές στο παρελθόν, μεταξύ άλλων και στις κάλπες, δοθείσης της ευκαιρίας.

6. Ο Βοναπάρτης δεν αποτελεί δημοκρατία
Την περίοδο 1853-1856, ο Μαρξ έγραψε μια λαμπρή σειρά άρθρων για την εφημερίδα New-York Daily Tribune που περιέχουν πολλούς ενδιαφέροντες και χρήσιμους παραλληλισμούς με τη σημερινή εποχή. Το 1853, μιλώντας για τον μεγάλο Μοσχοβίτη μονάρχη του 15ου αιώνα – εκείνον που θεωρείται ότι ενοποίησε τη Ρωσία και έθεσε τις βάσεις για την απολυταρχία της – ο Μαρξ υποστήριξε: «Αρκεί να αντικαταστήσει κανείς μια σειρά από ονόματα και ημερομηνίες με άλλες και γίνεται σαφές ότι οι πολιτικές του Ιβάν Γ΄[…], και εκείνες της σημερινής Ρωσίας, δεν είναι απλώς παρόμοιες αλλά πανομοιότυπες». Τον επόμενο χρόνο, ωστόσο, σε αντίθεση με τους φιλελεύθερους δημοκράτες που εξύψωναν τον αντιρωσικό συνασπισμό, έγραψε: «Είναι λάθος να περιγράφουμε τον πόλεμο κατά της Ρωσίας ως πόλεμο μεταξύ ελευθερίας και δεσποτισμού. Πέρα από το γεγονός ότι, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η ελευθερία θα αντιπροσωπευόταν για πάντα από έναν Βοναπάρτη, ολόκληρος ο δεδηλωμένος στόχος του πολέμου είναι η διατήρηση […] των συνθηκών της Βιέννης – αυτών ακριβώς των συνθηκών που ακυρώνουν την ελευθερία και την ανεξαρτησία των εθνών». Αν αντικαταστήσουμε τον Βοναπάρτη με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και τις συνθήκες της Βιέννης με το ΝΑΤΟ, οι παρατηρήσεις αυτές μοιάζουν σαν να γράφτηκαν για το σήμερα. Ο τρόπος σκέψης όσων αντιτίθενται τόσο στον ρωσικό όσο και στον ουκρανικό εθνικισμό, καθώς και στην επέκταση του ΝΑΤΟ, δεν αποτελεί απόδειξη πολιτικής αναποφασιστικότητας ή θεωρητικής ασάφειας. Τις τελευταίες εβδομάδες, αρκετοί ειδικοί σκιαγράφησαν τις ρίζες της σύγκρουσης (οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μειώνουν τη βαρβαρότητα της ρωσικής εισβολής), καθώς και τη θέση εκείνων που προτείνουν μια πολιτική ουδετερότητας ως τον πιο αποτελεσματικό τρόπο για να τερματιστεί ο πόλεμος το συντομότερο δυνατό και να εξασφαλιστεί ο μικρότερος αριθμός θυμάτων. Δεν είναι ζήτημα να συμπεριφερθούμε σαν τις «όμορφες ψυχές» τις βουτηγμένες στον αφηρημένο ιδεαλισμό, τις οποίες ο Χέγκελ θεωρούσε ανίκανες να αντιμετωπίσουν την πραγματική πραγματικότητα των γήινων αντιφάσεων. Αντιθέτως: το ζητούμενο είναι να κάνουμε πραγματικότητα το μόνο αληθινό αντίδοτο στην απεριόριστη επέκταση του πολέμου. Δεν έχουν τέλος οι φωνές που ζητούν περαιτέρω επιστράτευση, ούτε εκείνοι που, όπως ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας, θεωρούν ότι είναι καθήκον της Ευρώπης να προμηθεύει τους Ουκρανούς με «τα απαραίτητα όπλα για τον πόλεμο». Αλλά σε αντίθεση με αυτές τις θέσεις, είναι απαραίτητο να συνεχιστεί αδιάκοπα η διπλωματική δραστηριότητα που βασίζεται σε δύο σταθερά σημεία: την αποκλιμάκωση και την ουδετερότητα της ανεξάρτητης Ουκρανίας.

Παρά την αυξημένη υποστήριξη προς το ΝΑΤΟ μετά τις ρωσικές κινήσεις, είναι απαραίτητο να εργαστούμε σκληρότερα για να διασφαλίσουμε ότι η κοινή γνώμη δεν θα θεωρήσει τη μεγαλύτερη και πιο επιθετική πολεμική μηχανή στον κόσμο – το ΝΑΤΟ – ως τη λύση στα προβλήματα της παγκόσμιας ασφάλειας. Πρέπει να αποδειχθεί ότι πρόκειται για έναν επικίνδυνο και αναποτελεσματικό οργανισμό, ο οποίος, στην προσπάθειά του για επέκταση και μονοπολική κυριαρχία, χρησιμεύει για να τροφοδοτεί τις εντάσεις που οδηγούν σε πολέμους στον κόσμο.

Στο Σοσιαλισμός και πόλεμος, ο Λένιν υποστήριξε ότι οι μαρξιστές διαφέρουν από τους ειρηνιστές και τους αναρχικούς στο ότι «θεωρούν ιστορικά απαραίτητο (από τη σκοπιά του διαλεκτικού υλισμού του Μαρξ) να μελετήσουν κάθε πόλεμο ξεχωριστά». Συνεχίζοντας, υποστήριξε ότι: «Στην ιστορία υπήρξαν πολυάριθμοι πόλεμοι οι οποίοι, παρ’ όλη τη φρίκη, τη θηριωδία, τη δυστυχία και τον πόνο που αναπόφευκτα συνοδεύουν όλους τους πολέμους, ήταν προοδευτικοί, δηλαδή ωφέλησαν την ανάπτυξη της ανθρωπότητας». Αν αυτό ίσχυε στο παρελθόν, θα ήταν κοντόφθαλμο να το επαναλάβουμε απλώς στις σύγχρονες κοινωνίες όπου τα όπλα μαζικής καταστροφής εξαπλώνονται συνεχώς. Σπάνια οι πόλεμοι – που δεν πρέπει να συγχέονται με τις επαναστάσεις – είχαν το εκδημοκρατιστικό αποτέλεσμα που ήλπιζαν οι θεωρητικοί του σοσιαλισμού. Πράγματι, έχουν συχνά αποδειχθεί ο χειρότερος τρόπος διεξαγωγής μιας επανάστασης, τόσο λόγω του κόστους σε ανθρώπινες ζωές όσο και λόγω της καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων που συνεπάγονται. Είναι ένα μάθημα που δεν πρέπει να ξεχάσει ούτε και η μετριοπαθής Αριστερά.

Για την Αριστερά, ο πόλεμος δεν μπορεί να είναι «η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα», για να παραθέσω τη διάσημη ρήση του Κλαούζεβιτς. Στην πραγματικότητα, απλώς πιστοποιεί την αποτυχία της πολιτικής. Αν η Αριστερά επιθυμεί να επιστρέψει ηγεμονική και να δείξει ότι είναι ικανή να χρησιμοποιήσει την ιστορία της για τα καθήκοντα του σήμερα, πρέπει να γράψει ανεξίτηλα στα πανό της τις λέξεις «αντιμιλιταρισμός» και «Όχι στον πόλεμο!».

 

μετάφραση Μαριτίνα Λάβδα

 

Υποσημειώσεις
1. Σύγκρινε De Paepe, 2014-a, 2014-b.
2. Βλ. Freymond (ed.), 1962: 402, και Marx 2014: 92: «οι κοινωνικοί μας θεσμοί καθώς και ο συγκεντρωτισμός της πολιτικής εξουσίας αποτελούν μόνιμη αιτία πολέμου, η οποία μπορεί να εξαλειφθεί μόνο με μια εκ βάθρων κοινωνική μεταρρύθμιση». Ένα προηγούμενο κείμενο που παρουσιάστηκε από τη Διεθνή Ένωση Εργαζομένων στο Συνέδριο Ειρήνης στη Γενεύη, το οποίο πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1867, ανέφερε ότι «για να δοθεί ένα τέλος στον πόλεμο, δεν αρκεί να καταργηθούν οι στρατοί, αλλά είναι επιπλέον απαραίτητο να αλλάξει η κοινωνική οργάνωση προς την κατεύθυνση μιας ολοένα και πιο δίκαιης κατανομής της παραγωγής», ό.π.: 234.
3. Freymond (ed.), 1962: 403. Σύγκρινε Musto, 2014: 49.
4. Marx, 1996: 739.
5. Engels, 1987: 158.
6. Engels, 1990: 372.
7. Όπ.π.: 371.
8. Σε Pelz (ed.), 2016: 50.
9. Σε Dominick, 1982: 343.
10. Jaurès, 1982: 32.
11. Kautsky, 1903: 77.
12. Lenin, 1972: 80.
13. Luxemburg, 1911.
14. Trotsky, 1914.
15. Lenin, 1977: 371.
16. Luxemburg, 1915.
17. Lenin, 1971: 299-300.
18. Όπ.π.: 306.
19. Όπ.π.: 307.
20. Όπ.π.: 314.
21. Όπ.π.: 315. Την περίοδο του γαλλο-πρωσικού πολέμου του 1870, ο Μιχαήλ Μπακούνιν είχε επίσης καλέσει τους εργάτες να μετατρέψουν τον πατριωτικό πόλεμο σε επαναστατικό πόλεμο. Βλ. Musto, 2014: 49.
22. Όπ.π.: 316.
23. Kropotkin, 1914: 76–77.
24. Malatesta, 1993: 230.
25. Kropotkin et al., 1916.
26. Malatesta et al, 1998: 388.
27. Mao Tse-Tung, 1966: 15.
28. Όπ.π.: 26-27.
29. Όπ.π.: 53.
30. Mao Tse-Tung, 1965: 219.
31. Όπ.π.: 225.
32. Παρατίθεται σε Vittoria, 2015: 219.
33. Marx, 2010: 154. Σύγκρινε Musto, 2018: 132.
34. Lenin, 1964-b: 148.
35. Lenin, 1964-a: 329-330.
36. Marx, 1986: 86.
37. Marx, 1980: 228.
38. Borrell, 2022.
39. Lenin, 1971: 299.

Βιβλιογραφία
Borrell, Josep (2022), “It is a matter of life and death. So the EU will provide weapons for Ukraine’s armed forces”, The Guardian, 27 February, https://www.theguardian.com/commentisfree/2022/feb/27/eu-will-provide-weapons-for-ukraine-josep-borrell.
De Paepe, César (2014-a), “Strike Against War”, in Marcello Musto (ed.), Workers Unite! The International 150 Years Later, New York: Bloomsbury: 229.
De Paepe, César (2014-b), “On the True causes of War”, in Marcello Musto (ed.), Workers Unite! The International 150 Years Later, New York: Bloomsbury: 230-31.
Dominick, Raymond H. (1982), Wilhelm Liebknecht and the founding of the German Social Democratic Party, Chapel Hill: University of North Carolina Press.
Engels, Friedrich (1987), Anti-Dühring, MECW, vol. 25: 5-311.
Engels, Friedrich (1990), “Can Europe Disarm?”, MECW, vol. 27: 367-393.
Freymond, Jacques (ed.) (1962), La première Internationale, Geneva: Droz, vol. I.
Jaurès, Jean (1982), L’Armée nouvelle, Paris: Imprimerie nationale.
Kautsky, Karl (1903), The Social Revolution, Chicago: Charles Kerr & Co.
Kropotkin, Peter (1914), “A Letter on the Present War”, Freedom, October: 76–77.
Kropotkin, Peter et al. (1916), The Manifesto of the Sixteen, https://www.marxists.org/reference/archive/kropotkin-peter/1916/sixteen.htm
Lenin, Vladimir I. (1964-a), Results of the Discussion on Self-Determination, in Lenin, Collected Works, Moscow: Progress Publishers, vol. 22: 320-360.
Lenin, Vladimir I. (1964-b), The Socialist Revolution and the Right of Nations to Self-Determination, in Lenin, Collected Works, Moscow: Progress Publishers, vol. 22: 143-156.
Lenin, Vladimir I. (1971), Socialism and War, in Lenin, Collected Works, Moscow: Progress Publishers, vol. 21: 295-338.
Lenin, Vladimir I. (1972), “International Socialist Congress at Stuttgart”, in Lenin, Collected Works, Moscow: Progress Publishers, vol. 13: 75-81.
Lenin, Vladimir I. (1977), “The Second International Socialist Conference at Kienthal”, in Vladimir I. Lenin, Collected Works, Moscow: Progress Publishers, vol. 41: 369-380.
Luxemburg, Rosa (1911), “L’Armée nouvelle de Jean Jaurès”, https://www.marxists.org/francais/luxembur/works/1911/06/armee.htm
Luxemburg, Rosa (1915), The Junius Pamphlet: The Crisis of German Social Democracy, chapter 7, https://www.marxists.org/archive/luxemburg/1915/junius/
Malatesta, Errico (1993), “Anarchists have forgotten their principles, 1914” in Vernon Richards (ed.), Malatesta: Life & Ideas, London: Freedom Press: 227-231.
Malatesta, Errico et al (1998), “Anti-War Manifesto”, δημοσιεύεται ως “Malatesta, the Anarchist International and War”, in Daniel Guérin (ed.), No Gods, No Masters: An Anthology of Anarchism, Oakland: Ak Press: 387–389.
Mao Tse-Tung (1965), “Problems of War and Strategy”, in Selected Works of Mao-Tse-Tung, Peking: Foreign Languages Press, vol. 2: 219-235.
Mao Tse-Tung (1966), On Protracted War, Peking: Foreign Languages Press.
Marx Karl (1996), Capital, Volume I, MECW, vol. 35.
Marx, Karl (1980), “Reorganization of the British War Administration”, in MECW, vol. 13: 227-233.
Marx, Karl (1986), Revelations of the Diplomatic History of the 18th Century, in MECW, vol. 15: 25-96.
Marx, Karl (2010), “Karl Marx to Ferdinand Lassalle, 2 June 1860”, in MECW, vol. 41: 154.
Marx, Karl (2014), “Resolutions of the Brussels Congress (1868)”, in Marcello Musto (ed.), Workers Unite! The International 150 Years Later, New York: Bloomsbury: 89-93.
Musto, Marcello (2014), “Introduction”, in Marcello Musto (ed.), Workers Unite! The International 150 Years Later, New York: Bloomsbury: 1-68.
Musto, Marcello (2018), Another Marx: Early Manuscripts to the International, London: Bloomsbury.
Pelz, William E. (ed.) (2016), Wilhelm Liebknecht and German Social Democracy: A Documentary History, Chicago: Haymarket Books.
Trotsky, Leon (1914), “The Zimmerwald Manifesto”, in The War and the International, https://www.marxists.org/archive/trotsky/1914/war/part3.htm#zimman
Vittoria, Albertina (2015), Togliatti e gli intellettuali. La politica culturale dei comunisti italiani (1944-1964), Roma: Carocci.

Categories
Journalism

Μιλιταρισμός και πόλεμος στη Σοβιετική Ενωση και τη Ρωσία

Μετά την επίθεση των στρατευμάτων του Χίτλερ στη Σοβιετική Ενωση το 1941, ο Ιωσήφ Στάλιν κάλεσε για έναν Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο που έληξε στις 9 Μαΐου με την ήττα της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας. Αυτή η ημερομηνία έγινε τόσο κεντρικό στοιχείο της ρωσικής εθνικής ενότητας, που επέζησε από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και κράτησε μέχρι τις μέρες μας. Αλλά κάτω από το πρόσχημα του αγώνα κατά του ναζισμού, κρύβεται μια επικίνδυνη ιδεολογία εθνικισμού και μιλιταρισμού – σήμερα περισσότερο από ποτέ.

Με τη μεταπολεμική διαίρεση του κόσμου σε δύο μπλοκ, οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης (ΚΚΣΕ) αποφάσισαν ότι το κύριο καθήκον του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος ήταν να διαφυλάξει την ύπαρξη της Σοβιετικής Ενωσης. Την ίδια περίοδο, το Δόγμα Τρούμαν σηματοδότησε την έλευση ενός νέου τύπου πολέμου: του Ψυχρού Πολέμου. Με την υποστήριξή τους στις αντικομμουνιστικές δυνάμεις στην Ελλάδα, με το Σχέδιο Μάρσαλ (1948) και τη δημιουργία του ΝΑΤΟ (1949), οι ΗΠΑ συνέβαλαν στην αναχαίτιση των προοδευτικών δυνάμεων στη Δυτική Ευρώπη. Η Σοβιετική Ενωση απάντησε με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας (1955). Αυτή η εξέλιξη οδήγησε σε μια τεράστια κούρσα εξοπλισμών, η οποία, παρά τη φρέσκια μνήμη της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, περιλάμβανε πολλές πυρηνικές δοκιμές.

Με μια πολιτική στροφή που αποφάσισε ο Νικήτα Χρουστσόφ το 1961, η Σοβιετική Ενωση ξεκίνησε μια περίοδο «ειρηνικής συνύπαρξης». Ωστόσο, αυτή η προσπάθεια εποικοδομητικής συνεργασίας ήταν γεμάτη αντιφάσεις. Το 1956, η Σοβιετική Ενωση είχε ήδη καταπνίξει βίαια μια εξέγερση στην Ουγγαρία. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα της Δυτικής Ευρώπης δικαιολόγησαν τη στρατιωτική επέμβαση στο όνομα της προστασίας του σοσιαλιστικού μπλοκ. Παρόμοια γεγονότα έγιναν στο απόγειο της ειρηνικής συνύπαρξης, το 1968, στην Τσεχοσλοβακία. Αυτή τη φορά οι επικρίσεις της Αριστεράς ήταν πιο έντονες. Η Σοβιετική Ενωση, όμως, δεν υπαναχώρησε. Συνέχισε να δεσμεύει ένα σημαντικό μέρος των οικονομικών της πόρων για στρατιωτικές δαπάνες και αυτό βοήθησε στην ενίσχυση μιας αυταρχικής κουλτούρας στην κοινωνία.
Ενας από τους σημαντικότερους πολέμους της επόμενης δεκαετίας ξεκίνησε με τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν που κράτησε περισσότερα από δέκα χρόνια, προκαλώντας τεράστιο αριθμό θανάτων και δημιουργώντας εκατομμύρια πρόσφυγες.

Σε αυτήν την περίπτωση, το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ήταν πολύ λιγότερο επιφυλακτικό από ό,τι ήταν σε σχέση με προηγούμενες σοβιετικές εισβολές. Ωστόσο, αυτός ο νέος πόλεμος αποκάλυψε ακόμη πιο ξεκάθαρα στη διεθνή κοινή γνώμη τη διαίρεση μεταξύ του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και μιας πολιτικής εναλλακτικής που βασίζεται στην ειρήνη και στην αντίθεση στον μιλιταρισμό.

Στο σύνολό τους, αυτές οι στρατιωτικές επεμβάσεις λειτούργησαν ενάντια σε μια γενική μείωση των εξοπλισμών και χρησίμευσαν στην απαξίωση του σοσιαλισμού. Η Σοβιετική Ενωση θεωρούνταν ολοένα και περισσότερο ως μια αυτοκρατορική δύναμη που ενεργούσε με τρόπους όχι διαφορετικούς από αυτούς των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες, από την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, υποστήριζαν τα πραξικοπήματα και βοήθησαν στην ανατροπή δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων σε περισσότερες από είκοσι χώρες σε όλο τον κόσμο.

Ο Μαρξ δεν ανέπτυξε σε κανένα από τα κείμενά του μια συνεκτική θεωρία του πολέμου, ούτε πρότεινε κατευθυντήριες γραμμές για τη σωστή στάση που πρέπει να τηρηθεί απέναντί του. Ωστόσο, όταν επέλεξε ανάμεσα σε αντίπαλα στρατόπεδα, η μόνη του σταθερά ήταν η αντίθεσή του στην τσαρική Ρωσία, την οποία έβλεπε ως το φυλάκιο της αντεπανάστασης και ένα από τα κύρια εμπόδια στη χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

Στις «Αποκαλύψεις για τη Διπλωματική Ιστορία του 18ου αιώνα», ένα βιβλίο που εκδόθηκε από τον Μαρξ το 1857 αλλά δεν μεταφράστηκε ποτέ στη Σοβιετική Ενωση, μιλώντας για τον Ιβάν Γ΄, τον επιθετικό Μοσχοβίτη μονάρχη του 15ου αιώνα, που ένωσε τη Ρωσία και έβαλε τα θεμέλια για την αυτοκρατορία της, έγραφε: «Απλώς χρειάζεται να αντικαταστήσει κανείς μια σειρά ονομάτων και ημερομηνιών με άλλες και γίνεται σαφές ότι οι πολιτικές του Ιβάν Γ΄ και της Ρωσίας σήμερα δεν είναι απλώς παρόμοιες, αλλά ταυτόσημες». Δυστυχώς, αυτές οι παρατηρήσεις φαίνονται σαν να γράφτηκαν για σήμερα, σε σχέση με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Οι πόλεμοι μεταδίδουν μια ιδεολογία βίας, συχνά σε συνδυασμό με τα εθνικιστικά αισθήματα που διέλυσαν το εργατικό κίνημα. Οι πόλεμοι αυξάνουν τη δύναμη των αυταρχικών θεσμών, διογκώνουν τον στρατιωτικό, γραφειοκρατικό και αστυνομικό μηχανισμό. Οδηγούν στην εξάλειψη της κοινωνίας μπροστά στην κρατική γραφειοκρατία. Στις «Σκέψεις για τον πόλεμο» (1933), η φιλόσοφος Σιμόν Βέιλ (1909-1943) υποστήριξε ότι «ανεξάρτητα από το όνομα που μπορεί να πάρει –φασισμός, δημοκρατία ή δικτατορία του προλεταριάτου– ο κύριος εχθρός παραμένει ο διοικητικός, αστυνομικός και στρατιωτικός μηχανισμός· όχι ο εχθρός πέρα από τα σύνορα, ο οποίος είναι εχθρός μας μόνο στο βαθμό που είναι εχθρός των αδελφών μας, αλλά αυτός που ισχυρίζεται ότι είναι ο υπερασπιστής μας ενώ μας κάνει σκλάβους του».

Αυτό είναι ένα δραματικό μάθημα που η Αριστερά δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσει.

* καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο York (Τορόντο-Καναδάς), τακτικού συνεργάτη της «Εφ.Συν.»

Categories
Journalism

Ο εφικτός εναλλακτικός δρόμος της Παρισινής Κομμούνας

… των Θέσεων η Συντακτική Επιτροπή, με το Editorial που τιτλοφορείται Σύγκρουση!, σχολιάζει το νέο τοπίο που διαμορφώνεται από τις εξελίξεις του τελευταίου τριμήνου: την ψήφιση του νέου (αντ)εργατικού νόμου, τις μαζικές κινητοποιήσεις για την ακύρωσή του, τα φληναφήματα περί «ανάπτυξης για όλους» ή «συμπεριληπτικής ανάπτυξης» από κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση, τη στρατηγική «ενότητας της Κεντροαριστεράς» του ΣΥΡΙΖΑ, τους «πολιτικούς κινδύνους» στα κράτη του αναπτυγμένου καπιταλισμού και την τομή πολιτικής στις ΗΠΑ, την εμβάθυνση των αντιμεταναστευτικών μέτρων στην Ελλάδα με τη συναίνεση της ΕΕ…

Ακολουθεί το κείμενο του Βασίλη Ασημακόπουλου, Η ελληνική εργατική νομοθεσία: Από τη θεσμοποίηση της συλλογικής εργατικής ταυτότητας στον εργαζόμενο ως απομονωμένο άτομο, το οποίο εστιάζει στο πρόσφατο ψευδεπίγραφο νομοθέτημα «Για την προστασία της εργασίας», αναλύοντας πώς αυτό εγγράφει έναν διαμορφωμένο πολιτικο-κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων και μια ευρωπαϊκή τάση, φιλοδοξώντας να συγκροτήσει ένα νέο «εργασιακό παράδειγμα». Αναφορά γίνεται επίσης στις δύο προηγούμενες στιγμές «εργασιακών παραδειγμάτων», επί κυβερνήσεων Ελευθερίου Βενιζέλου και Ανδρέα Παπανδρέου.

Στη συνέχεια της ύλης του τεύχους, ο Marcello Musto, Ο εφικτός εναλλακτικός δρόμος της Παρισινής Κομμούνας, αποτιμά την κληρονομιά της επαναστατικής εκείνης διαδικασίας, με αφορμή την 150η επέτειο από το ξέσπασμά της.

Έπονται τρία σημαντικά θεωρητικά κείμενα: η μελέτη του César Mortari Barreira, Όψεις της κοινωνικο-νομικής αναπαραγωγής στον χρηματιστικοποιημένο καπιταλισμό, το άρθρο του Πάνου Ραμαντάνη , Η σχεσιακή οπτική της εξουσίας. Μια κριτική αντιπαράθεση των θεωρητικών προσεγγίσεων του Μισέλ Φουκώ και του Νίκου Πουλαντζά, με φόντο μια επίμαχη έννοια, και η ανάλυση των Γιώργου Οικονομάκη και Γιάννη Ζησιμόπουλου, Η ταξική διάκριση εργατικής τάξης και δημοσίων υπαλλήλων.

Η ύλη του τεύχους ολοκληρώνεται με τη βιβλιοκριτική του Χρήστου Λάσκου, με τίτλο Μια ολοκληρωμένη μαρξιστική ανάλυση της Ελληνικής Επανάστασης, για το βιβλίο του Γιάννη Μηλιού, 1821 – Ιχνηλατώντας το Έθνος, το Κράτος και τη Μεγάλη Ιδέα .

 

Categories
Journal Articles

Για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ

Tον Αύγουστο του 1893, όταν το Προεδρείο προσκάλεσε τη Ρόζα Λούξεμπουργκ να μιλήσει σε μια σύνοδο του Συνεδρίου της Ζυρίχης της Δεύτερης Διεθνούς, η Ρόζα βάδισε με θάρρος ανάμεσα στο πλήθος των εκλεγμένων αντιπροσώπων και των ακτιβιστών που συνωθούνταν στην κεντρική αίθουσα.

Ήταν μια από τις λίγες παρούσες γυναίκες, στο άνθος της νεότητάς της, λεπτοκαμωμένη, και με μια παραμόρφωση του ισχίου που την υποχρέωνε να κουτσαίνει ήδη από την ηλικία των πέντε ετών. H πρώτη εντύπωση που έδωσε σε όσους την έβλεπαν για πρώτη φορά ήταν αυτή ενός πραγματικά αδύναμου πλάσματος. Όμως, στη συνέχεια, καθώς μιλούσε όρθια σε μια καρέκλα ώστε να ακούγεται καλύτερα, γοήτευσε πολύ γρήγορα όλο το ακροατήριο με τη δεξιότητα της σκέψης και την πρωτοτυπία των θέσεών της.

Το πολωνικό εθνικό ζήτημα
Κατά την άποψή της, το κεντρικό αίτημα του πολωνικού εργατικού κινήματος δεν θα έπρεπε να είναι ένα ανεξάρτητο πολωνικό κράτος, όπως υποστήριζαν όλοι πριν απ’ αυτήν. H Πολωνία βρισκόταν ακόμα υπό τριμερή κυριαρχία, μοιρασμένη μεταξύ της Γερμανικής, της Αυστρο-ουγγρικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Η επανένωσή της φαινόταν δύσκολο εγχείρημα και οι εργάτες θα έπρεπε να κατευθύνουν τις φιλοδοξίες τους σε στόχους που θα γεννούσαν πρακτικούς αγώνες στο όνομα συγκεκριμένων αναγκών.

Κινούμενη σε μια γραμμή επιχειρηματολογίας που θα ανέπτυσσε στα χρόνια που θα ακολουθούσαν, επιτέθηκε σ’ αυτούς που εστίαζαν στα εθνικά θέματα και προειδοποίησε για τον κίνδυνο να χρησιμοποιηθεί η ρητορική του πατριωτισμού προκειμένου να υποτιμηθεί η ταξική πάλη και να απωθηθεί το κοινωνικό ζήτημα από το προσκήνιο. Δεν υπήρχε κανένας λόγος σε όλες τις μορφές καταπίεσης που υφίστατο το προλεταριάτο να προσθέσουμε την
«υπαγωγή στην πολωνική εθνικότητα». Για την αποφυγή αυτής της παγίδας, η Λούξεμπουργκ έθεσε ως στόχο την ανάπτυξη αυτοδιοικούμενων περιοχών, και την ενίσχυση της πολιτιστικής αυτονομίας, η οποία μετά την εδραίωση ενός σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής θα λειτουργούσε ως ανάχωμα απέναντι σε κάθε αναβίωση σωβινισμού και νέων μορφών διακρίσεων. H στόχευση αυτών των συλλογισμών ήταν η διάκριση μεταξύ του εθνικού ζητήματος και αυτού του εθνικού κράτους.

Κόντρα στο ρεύμα
Η παρέμβαση στο Συνέδριο της Ζυρίχης σηματοδότησε τη συνολική διανοητική βιογραφία μιας γυναίκας που γενικά αναγνωρίζεούται ως μια από τις σημαντικότερες εκπροσώπους του σοσιαλισμού του 20 αιώνα. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, που γεννήθηκε πριν από 150 χρόνια, στις 5 Μαρτίου του 1871 στο Zamość της υπό τσαρική κατοχή Πολωνίας, έζησε ολόκληρη τη ζωή της στα άκρα, αναμετρούμενη με διάφορες αντιξοότητες, και κολυμπώντας πάντα κόντρα στο ρεύμα. Εβραϊκής καταγωγής, υποφέροντας από μια σωματική αναπηρία από μικρή ηλικία, μετοίκισε στη Γερμανία σε ηλικία 27 ετών και κατόρθωσε να αποκτήσει εκεί τη γερμανική υπηκοότητα μέσω ενός εικονικού γάμου. Καθώς ήταν ασυμβίβαστα υπέρ της ειρήνης με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, φυλακίστηκε αρκετές φορές για τις ιδέες της. Υπήρξε παθιασμένη αντίπαλος του ιμπεριαλισμού στη διάρκεια μιας νέας και βίαιης αποικιακής επέκτασης. Αγωνίστηκε εναντίον της θανατικής ποινής στην καρδιά της βαρβαρότητας. Και, ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι ήταν μια γυναίκα που έζησε σε κόσμους που κατοικούνταν σχεδόν αποκλειστικά από άντρες. Συχνά ήταν η μοναδική γυναικεία παρουσία τόσο στο Συνέδριο του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης, όπου απέκτησε ένα διδακτορικό τίτλο το 1897 με μια διατριβή για τη Βιομηχανική Ανάπτυξη της Πολωνίας, όσο και στην ηγεσία της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας. Το Κόμμα την όρισε ως την πρώτη γυναίκα που δίδαξε στην κομματική σχολή κεντρικών στελεχών – εργασία στην οποία απασχολήθηκε από το 1907 ως το 1914, ενώ στο ίδιο διάστημα δημοσίευσε τη Συσσώρευση του κεφαλαίου (1913) και εργάστηκε πάνω σ’ ένα ανολοκλήρωτο σχέδιο μιας Εισαγωγής στην Πολιτική Οικονομία (1925).

Οι δυσκολίες αυτές συμπληρώθηκαν από το ανεξάρτητο πνεύμα της και την αυτονομία της – ένα προτέρημα που συχνά οδηγεί σε δυσκολίες, ακόμα και σε αριστερά κόμματα. Δίνοντας δείγματα μιας ζωηρής ευστροφίας, είχε την ικανότητα να αναπτύσσει νέες ιδέες και να τις υπερασπίζεται με παρρησία, και μάλιστα με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια, μπροστά σε μορφές όπως ο Αύγουστος Μπέμπελ και ο Καρλ Κάουτσκι (o οποίος είχε το καθοριστικό πλεονέκτημα της άμεσης επαφής με τον Ένγκελς). Στόχος της δεν ήταν να επαναλαμβάνει κάθε φορά τα λόγια του Μαρξ, αλλά να τα ερμηνεύσει ιστορικά, και να τα αναπτύσσει περαιτέρω, όταν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο. Γι’ αυτήν, η ελευθερία να διατυπώνει την άποψή της και να εκφράζει τις κριτικές της θέσεις στο εσωτερικό του κόμματος ήταν ένα αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα. Το κόμμα όφειλε να είναι ένας χώρος όπου θα μπορούσαν να συνυπάρξουν διαφορετικές απόψεις, στον βαθμό που τα μέλη του συμμερίζονταν τις θεμελιώδεις αρχές του.

Κόμμα, απεργία, επανάσταση
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ξεπέρασε με επιτυχία τα πάμπολλα εμπόδια που αντιμετώπισε, και στη διάρκεια της σφοδρής αντιπαράθεσης μετά τη ρεφορμιστική στροφή του Έντουαρντ Μπερνστάιν αναδείχτηκε σε μια αναγνωρίσι- μη μορφή της πιο εξέχουσας οργάνωσης του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος. Ενώ ο Μπερνστάιν στο περίφημο κείμενό του Οι προϋποθέσεις του σοσιαλισμού και τα καθήκοντα της Σοσιαλδημοκρατίας (1897-99) είχε καλέσει το κόμμα να κόψει τις γέφυρες με το παρελθόν του και να μεταστραφεί σε μια δύναμη σταδιακών αλλαγών, η Λούξεμπουργκ στο Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση; (1898-99) επέμενε ότι στη διάρκεια κάθε ιστορικής περιόδου «το έργο των μεταρρυθμίσεων συνεχίζεται μόνο στην  κατεύθυνση  που  ορίστηκε  από  την ώθηση της  τελευταίας  επανάστασης». Αυτοί  που  επιδιώκουν  «στο  κοτέτσι του αστικού κοινοβουλευτισμού» τις αλλαγές που θα καθιστούσε εφικτές η επαναστατική κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, δεν επιλέγουν «έναν πιο ήσυχο, ασφαλέστερο και βραδύτερο δρόμο για τον ίδιο στόχο», αλλά μάλλον
«ένα διαφορετικό στόχο». Έχουν αποδεχτεί τον αστικό κόσμο και την ιδεολογία του.

Το ζήτημα δεν ήταν η βελτίωση του υπάρχοντος κοινωνικού καθεστώτος, αλλά η οικοδόμηση ενός τελείως διαφορετικού. Ο ρόλος των εργατικών συν- δικάτων – τα οποία μπορούσαν να αποσπάσουν από τα αφεντικά μόνο κά- ποιες ευνοϊκότερες συνθήκες στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής – και η Ρώσικη Επανάσταση του 1905 αποτέλεσε το έναυσμα για κάποιες σκέψεις σχετικά με τα πιθανά υποκείμενα και τις δράσεις που θα μπορούσαν να παραγάγουν ένα ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Στο βιβλίο Μαζική απεργία, κόμμα και Συνδικάτα (1906), που ανέλυε τα κύρια γεγονότα σε μεγάλες εκτάσεις της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, η Λούξεμπουργκ υπογράμμισε τον κρίσιμο ρόλο των ευρύτατων και σε μεγάλο βαθμό ανοργάνωτων στρωμάτων του προλεταριάτου. Στην οπτική της, οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της ιστορίας ήταν οι μάζες. Στη Ρωσία, «το στοιχείο του αυθορμητισμού» – μια έννοια που οδήγησε πολλούς στο να την κατηγορήσουν ότι υπερεκτίμησε την ταξική συνείδηση των μαζών – ήταν κρίσιμο και κατά συνέπεια, ο ρόλος του κόμματος δεν θα έπρεπε να είναι να προετοιμάσει τη μαζική απεργία, αλλά «να τοποθετηθεί επικεφαλής του κινήματος συνολικά».

Για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, η μαζική απεργία ήταν «o ζωντανός σφυγμός της επανάστασης», και ταυτόχρονα, «o ισχυρότερος κινητήριος τροχός της». Ήταν ο πραγματικός «τρόπος κίνησης των προλεταριακών μαζών, η εκπληκτική μορφή του προλεταριακού αγώνα στην επανάσταση». Δεν ήταν μια απλή απομονωμένη δράση αλλά η σύνοψη μιας μακράς περιόδου ταξικών αγώνων. Επιπλέον, δεν θα έπρεπε να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι «στη δίνη της επαναστατικής περιόδου», το προλεταριάτο μετασχηματιζόταν κατά ένα τέτοιο τρόπο ώστε ακόμα και το υψηλότερο αγαθό, η ζωή – για να μην μιλήσουμε για την υλική ευημερία – είχε μικρή αξία σε σύγκριση με τα ιδεώδη του αγώνα». Οι μαζικές απεργίες της Ρωσίας έδειξαν πώς σε μια τέτοια περίοδο, η «αδιάκοπη αμφίδρομη δράση των πολιτικών και οικονομικών αγώνων» ήταν τέτοια ώστε το πέρασμα από τη μια μορφή αγώνων στην άλλη ήταν άμεσα εφικτό.

Κομμουνισμός σημαίνει ελευθερία και δημοκρατία
Σχετικά με το ζήτημα των οργανωτικών μορφών, και ειδικότερα, τον ρόλο του κόμματος, η Λούξεμπουργκ ενεπλάκη σε μια άλλη έντονη αντιπαράθεση εκείνη την εποχή, αυτή τη φορά, με τον Λένιν. Στο έργο του Ένα βήμα μπροστά, δύο βήματα πίσω (1904), ο ηγέτης των μπολσεβίκων υπερασπίστηκε τις θέσεις του Δευτέρου Συνεδρίου του Ρώσικου Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Kόμματος, προτάσσοντας μια αντίληψη του κόμματος ως ενός συμπαγούς πυρήνα επαγγελματιών επαναστατών, μιας πρωτοπορίας που έχει  ως καθήκον να καθοδηγεί τις μάζες. Από την άλλη πλευρά, η Λούξεμπουργκ στο Οργανωτικά ζητήματα της Ρωσικής Σοσιαλδημοκρατίας (1904), υποστήριξε ότι ένα εξαιρετικά συγκεντρωτικό κόμμα δημιουργούσε μια πολύ επικίνδυνη δυναμική «τυφλής υπακοής στην κεντρική εξουσία». To κόμμα δεν θα πρέπει να καταπνίγει,  αλλά  αντίθετα,  να  αναπτύσσει την εμπλοκή της κοινωνίας, ώστε να εξασφαλίζεται «η σωστή ιστορική αξιολόγηση των μορφών πάλης». Ο Μαρξ έγραψε κάποτε ότι «ένα βήμα πραγματικού κινήματος είναι σημαντικότερο από δεκάδες  προγράμματα». Και η Λούξεμπουργκ προεξέτεινε αυτή τη ρήση στον ισχυρισμό ότι «τα λάθη που διαπράττει ένα πραγματικά επαναστατικό εργατικό κίνημα είναι απείρως πιο γόνιμα  και  πολύτιμα από το αλάθητο της καλύτερης από όλες τις πιθανές κεντρικές επιτροπές».

H σύγκρουση αυτή απέκτησε ακόμα μεγαλύτερη σημασία μετά τη σοβιετική επανάσταση του 1917, στην οποία η Λούξεμπουργκ παρείχε την άνευ όρων υποστήριξή της. Ανήσυχη από τα γεγονότα που εξελίσσονταν στη Ρωσία (αρχίζοντας από τους τρόπους αντιμετώπισης της αγροτικής μεταρρύθμισης), ήταν η πρώτη από το κομμουνιστικό στρατόπεδο που παρατήρησε ότι «μια παρατεταμένη κατάσταση συναγερμού» θα ασκούσε μια «εκφυλιστική επιρροή στην κοινωνία». Στο δημοσιευμένο μετά θάνατον κείμενό της Η Ρώσικη Επανάσταση (1922 [1918]), υπογράμμιζε ότι η ιστορική αποστολή του προλεταριάτου, με την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, ήταν «η δημιουργία μιας σοσιαλιστικής δημοκρατίας που θα αντικαθιστούσε την αστική δημο- κρατία – και όχι η κατάργηση της δημοκρατίας συνολικά». Ο κομμουνισμός σήμαινε «την πιο ενεργή, απεριόριστη συμμετοχή των λαϊκών μαζών, την απεριόριστη δημοκρατία», που δεν προσβλέπει στην καθοδήγησή της από τους αλάθητους ηγέτες. Οι πραγματικά διαφορετικοί πολιτικοί και κοινωνικοί ορίζοντες θα ανοίγονταν μέσω μιας τέτοιας σύνθετης διαδικασίας αυτού του τύπου, και όχι μέσω του περιορισμού της ελευθερίας «μόνο στους υποστηρικτές της Κυβέρνησης, μόνο στα μέλη ενός κόμματος».

H Λούξεμπουργκ ήταν απόλυτα πεπεισμένη ότι «ο σοσιαλισμός από τη φύση του, δεν μπορεί να εκχωρηθεί από τα πάνω», θα πρέπει να επεκτείνει τη δημοκρατία, και όχι να τη συρρικνώσει. Έγραφε ότι «το αρνητικό, τo τσάκισμα μπορεί να είναι αντικείμενο ενός διατάγματος. Αυτό όμως δεν ισχύει για το θετικό, το χτίσιμο». Γι’ αυτές τις «νέες περιοχές», μόνο «η εμπειρία» θα «ήταν σε θέση να διορθώνει και να ανοίγει νέους δρόμους». Η Ένωση των Σπαρτακιστών, που ιδρύθηκε το 1914 μετά από μια διάσπαση του SPD και που αργότερα εξελίχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας (KPD), δήλωνε ρητά ότι δεν θα αναλάβει «ποτέ την κυβερνητική εξουσία παρά μόνον αποκρινόμενη στη σαφή και αναμφισβήτητη θέληση της μεγάλης πλειοψηφίας των προλεταριακών μαζών όλης της Γερμανίας».

Παρ’ όλον ότι έκαναν αντίθετες πολιτικές επιλογές, τόσο οι Σοσιαλδημοκράτες, όσο και οι Μπολσεβίκοι λαθεμένα αντιλαμβάνονταν τρόπο τη δημοκρατία και την επανάσταση ως δυο εναλλακτικές διαδικασίες. Αντίθετα, για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο πυρήνας της πολιτικής θεωρίας ήταν μια αξεδιάλυτη ενότητα αυτών των δυο. Η παρακαταθήκη της αφυδατώθηκε και από τις δυο πλευρές: Οι σοσιαλδημοκράτες, συνένοχοι στη στυγνή δολοφονία της σε ηλικία 47 ετών, από τα χέρια δεξιών παραστρατιωτικών, την πολέμησαν ανεπιφύλακτα όλα αυτά τα χρόνια, για τους επαναστατικούς τόνους της σκέψης της, ενώ οι σταλινικοί απέφυγαν με κάθε τρόπο να διαδώσουν τις ιδέες της, εξ αιτίας του κριτικού και ασυμβίβαστου χαρακτήρα τους.

Κατά του μιλιταρισμού, του πολέμου και του ιμπεριαλισμού
To άλλο κρίσιμο σημείο των πολιτικών πεποιθήσεων και του ακτιβισμού της Λούξεμπουργκ ήταν η διπλή της αντίθεση απέναντι στον πόλεμο και οι κινητοποιήσεις της κατά του μιλιταρισμού. Εδώ αποδείχτηκε ικανή να επικαιροποιήσει τη θεωρητική προσέγγιση της Αριστεράς, και να κερδίσει την υπο-στήριξη κάποιων οξυδερκών αποφάσεων των Συνεδρίων της Δεύτερης Διεθνούς, οι οποίες, παρ’ ότι απαξιωμένες, αποτελούσαν ένα αγκάθι στα πλευρά των υποστηρικτών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Σύμφωνα με την ανάλυσή της, η λειτουργία των στρατών, η ατέρμων ανανέωση του εξοπλι- σμού τους και η επαναλαμβανόμενη έκρηξη πολέμων δεν θα έπρεπε να κα- τανοούνται μόνο με τους κλασικούς όρους της πολιτικής σκέψης του δέκατου ένατου αιώνα. Αντίθετα, συνδέονται στενά με τις δυνάμεις που επιδιώκουν την καταστολή των εργατικών αγώνων και χρησιμοποιούνται ως χρήσιμα εργαλεία από τα αντιδραστικά συμφέροντα με σκοπό να διαιρέσουν την εργατική τάξη.

Εκτός αυτού, αντιστοιχούσαν σ’ ένα συγκεκριμένο οικονομικό στόχο της εποχής. Ο καπιταλισμός χρειαζόταν τον ιμπεριαλισμό και τον πό- λεμο, ακόμα και σε ειρηνικές εποχές, προκειμένου να αυξήσει την παραγωγή, όπως επίσης και για να κατακτήσει τις νέες αγορές που πρωτοεμφανίζονταν στην αποικιακή περιφέρεια έξω από την Ευρώπη. Όπως έγραψε στη Συσσώρευση του κεφαλαίου, «η πολιτική βία δεν είναι τίποτα άλλο από ένα όχημα για την οικονομική διαδικασία» – μια κρίση που συνοδεύτηκε από μια από τις πιο αμφιλεγόμενες θέσεις του βιβλίου, σύμφωνα με την οποία η ανα- νέωση των εξοπλισμών ήταν απαραίτητη για την παραγωγική επέκταση του καπιταλισμού.

H εικόνα αυτή απείχε πολύ από τα αισιόδοξα ρεφορμιστικά σενάρια, και για να τη συνοψίσει, η Λούξεμπουργκ χρησιμοποίησε μια διατύπωση που θα αντηχούσε ευρέως στη διάρκεια του εικοστού αιώνα: «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Εξήγησε ότι ο δεύτερος όρος θα μπορούσε να αποφευχθεί μόνο μέσω της συνειδητοποιημένης μαζικής πάλης, και εφ’ όσον ο αντιμιλιταρι- σμός απαιτούσε ένα υψηλό επίπεδο πολιτικής συνείδησης,  ήταν  μια  από τους μεγαλύτερους υπέρμαχους της γενικής απεργίας κατά του πολέμου – ένα όπλο που πολλοί άλλοι, του Μαρξ συμπεριλαμβανομένου, υποτίμησαν. Υποστήριξε ότι απέναντι στα νέα πολεμικά σενάρια θα έπρεπε να αντιταχθεί το ζήτημα της εθνικής άμυνας και ότι το σύνθημα «πόλεμος στον πόλεμο!» θα έπρεπε να καταστεί «ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής της εργατικής τάξης». Όπως έγραψε στην Κρίση της Σοσιαλδημοκρατίας (1916), γνωστή επίσης ως The Junius Pamphlet, η Δεύτερη Διεθνής κατέρρευσε γιατί απέτυχε «να οργανώσει μια κοινή τακτική και δράση του προλεταριάτου σε όλες τις χώρες». Από τότε και στο εξής, ο «κύριος στόχος» του προλεταριάτου θα έπρεπε επο- μένως να είναι «ο αγώνας κατά του ιμπεριαλισμού και η αποτροπή των πολέμων σε καιρούς ειρήνης όπως και σε καιρούς πολέμου».

Χωρίς να χάσει την τρυφερότητά της
Ένας πολίτης του κόσμου με το όραμα «αυτού που έρχεται», η Ρόζα Λούξεμπουργκ έλεγε ότι αισθανόταν σαν στο σπίτι της «παντού στον κόσμο, όπου υπάρχουν σύννεφα και πουλιά, και ανθρώπινα δάκρυα». Παθιαζόταν με τη βοτανική και αγαπούσε τα ζώα, και όπως μπορούμε να δούμε από τις επιστολές της, ήταν μια γυναίκα με ευαισθησίες, που τα είχε καλά με τον εαυτό της, παρά τις πικρές εμπειρίες που της επιφύλαξε η ζωή της. Για τη συνιδρύτρια της Ένωσης των Σπαρτακιστών, η πάλη των τάξεων δεν ήταν απλά ένα ζήτημα αύξησης των μισθών. Δεν φιλοδόξησε ποτέ να είναι μια απλή επίγονος και ο σοσιαλισμός της δεν ήταν ποτέ οικονομιστικός. Βουτηγμένη στα δράματα της εποχής της, επιδίωξε να επικαιροποιήσει τον μαρξισμό, χωρίς να θέσει υπό αμφισβήτηση τα θεμέλιά του. Οι προσπάθειές της σ’ αυτή την κατεύθυνση αποτελούν μια σταθερή προειδοποίηση για την Αριστερά ότι δεν θα πρέπει να περιορίσει την πολιτική της δραστηριότητα σε ήπια καταπραϋντικά, παραιτούμενη από την προσπάθεια να αλλάξει την υπάρχουσα κατά- σταση πραγμάτων. Ο τρόπος που έζησε, το γεγονός ότι κατόρθωσε να παντρέψει τη θεωρητική επεξεργασία με την κοινωνική δράση, προσφέρουν ένα εξαιρετικό διαχρονικό μάθημα στη νέα γενιά των αγωνιστών που επέλεξαν να συνεχίσουν τους αγώνες στους οποίους αυτή είχε δώσει.

Categories
Journalism

Πορεία κόντρα στο ρεύμα

Συμπληρώθηκαν φέτος 150 χρόνια από τη γέννηση της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Στην προσωπικότητα και στη δράση της αναφέρεται το ακόλουθο άρθρο του Μαρτσέλο Μούστο, καθηγητή Πολιτικής Θεωρίας και Κοινωνιολογίας στο York University του Τορόντο.

Οταν, τον Αύγουστο του 1893, στο συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς στη Ζυρίχη, από το προεδρείο του σώματος αναφέρθηκε το όνομά της, η Ρόζα Λούξεμπουργκ άνοιξε χωρίς χρονοτριβή ένα διάδρομο μεταξύ του κοινού των αντιπροσώπων και των αγωνιστών, που βρίσκονταν στην κατάμεστη αίθουσα. Ηταν ακόμη νεότατη, με μικροσκοπική κορμοστασιά, και με μια παραμόρφωση στον γοφό, που την υποχρέωνε να κουτσαίνει ήδη από την ηλικία των πέντε ετών.

Στους παρόντες, η εμφάνισή της θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι βρίσκονταν μπροστά σε ένα ευάλωτο πρόσωπο. Τους κατέπληξε όμως όλους όταν, αφού ανέβηκε σε μια καρέκλα για να ακούγεται καλύτερα, κατόρθωσε να τραβήξει την προσοχή ολόκληρου του ακροατηρίου, που εντυπωσιάστηκε από τη ρητορική της δεινότητα και από την πρωτοτυπία των θέσεών της. […] Γεννημένη στις 5 Μαρτίου 1871, στην κατεχόμενη από την τσαρική Ρωσία Πολωνία, η Ρόζα Λούξεμπουργκ διέθεσε την ύπαρξή της στον αγώνα με τρόπο οριακό, παλεύοντας ενάντια σε πολυάριθμες αντιξοότητες, βαδίζοντας πάντοτε κόντρα στο ρεύμα και πληρώνοντας η ίδια προσωπικά το τίμημα. Πέθανε στις 15 Ιανουαρίου 1919, δολοφονημένη από παρακρατικούς της Δεξιάς.

Με εβραϊκές ρίζες, στην ηλικία των 26 ετών εγκαταστάθηκε στη Γερμανία. Πεισμένη ειρηνίστρια στον καιρό του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, φυλακίστηκε κάμποσες φορές για τις ιδέες της. Ηταν φλογερή εχθρός του ιμπεριαλισμού σε μια περίοδο νέας και βίαιης αποικιακής του εξάπλωσης. Υπήρξε κυρίως μια γυναίκα και έζησε σε κόσμους που κατοικούνταν σχεδόν αποκλειστικά από άνδρες. Ηταν συχνά η μοναδική γυναικεία παρουσία τόσο στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, όπου πήρε τον διδακτορικό της τίτλο το 1897, όσο και μεταξύ των ηγετών του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, όπου θα γίνει η πρώτη γυναίκα που θα διδάξει στην κεντρική σχολή εκπαίδευσης των στελεχών. Σε αυτές τις δυσκολίες θα προστεθούν το ανεξάρτητο πνεύμα της και η αυτονομία της –μια αρετή που συχνά τιμωρούνταν ακόμη και στα κόμματα της Αριστεράς. Η Λούξεμπουργκ είχε την ικανότητα να επεξεργάζεται νέες ιδέες και να τις υπερασπίζεται με σθένος ενώπιον προσωπικοτήτων μεγάλου διαμετρήματος, όπως ο Μπέμπελ ή ο Κάουτσκι, που είχαν το προνόμιο να διαμορφώσουν τη σκέψη τους μέσω της άμεσης επαφής με τον Ενγκελς.

Σκοπός της δεν ήταν να επαναλαμβάνει τα λόγια του Μαρξ, αλλά να τα ερμηνεύει ιστορικά. Κατόρθωσε να ξεπεράσει τα πολλά εμπόδια που συνάντησε και, στην περίοδο της ρεφορμιστικής στροφής του Εντουαρντ Μπερνστάιν και της ζωηρής συζήτησης που ακολούθησε, έγινε γνωστή στην κυριότερη οργάνωση του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος. Ενώ με το περίφημο έργο του «Οι προϋποθέσεις του σοσιαλισμού και τα καθήκοντα της σοσιαλδημοκρατίας» ο Μπερνστάιν καλούσε το κόμμα να κόψει τις γέφυρες με το παρελθόν και να μετατραπεί σε μια μεταρρυθμιστική δύναμη, με το κείμενό της «Μεταρρύθμιση ή επανάσταση;» η Λούξεμπουργκ απάντησε αποφασιστικά ότι, σε κάθε ιστορική περίοδο, «η προσπάθεια για μεταρρυθμίσεις γίνεται μόνο στην κατεύθυνση που υπαγορεύει η τελευταία επανάσταση». Οσοι θεωρούσαν ότι με τον αστικό κοινοβουλευτισμό θα μπορούσαν να πετύχουν τις ίδιες αλλαγές, που καθιστά δυνατές η επαναστατική κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, δεν είχαν επιλέξει μια «πιο ήρεμη, γαλήνια και αργή οδό προς τον ίδιο σκοπό, αλλά έναν διαφορετικό σκοπό».

Σύμφωνα με τη Λούξεμπουργκ, ο σοσιαλισμός θα έπρεπε να επεκτείνει τη δημοκρατία και όχι να την περιορίζει. Ετσι, το 1904, πρωταγωνίστησε σε μιαν άλλη σκληρή σύγκρουση, αυτή τη φορά με τον Λένιν, για τις μορφές πολιτικής οργάνωσης. Ο μπολσεβίκος ηγέτης αντιλαμβανόταν το κόμμα ως ένα συμπαγή πυρήνα επαγγελματιών επαναστατών, ως μια πρωτοπορία που όφειλε να καθοδηγεί τις μάζες. Η Λούξεμπουργκ αντέτεινε ότι ένα εξαιρετικά συγκεντρωτικό κόμμα γεννούσε μιαν επικίνδυνη δυναμική: «την τυφλή υπακοή των αγωνιστών στην κεντρική ηγεσία».

Το κόμμα όφειλε να αναπτύσσει την κοινωνική συμμετοχή και όχι να την καταπνίγει. Ο Μαρξ είχε γράψει ότι «κάθε βήμα του πραγματικού κινήματος ήταν πιο σημαντικό από μια ντουζίνα προγράμματα». Η Λούξεμπουργκ προέκτεινε αυτό το αξίωμα και υποστήριζε ότι «τα εσφαλμένα βήματα που πραγματοποιεί ένα υπαρκτό εργατικό κίνημα είναι, στο ιστορικό πεδίο, ασύγκριτα γονιμότερα και πολυτιμότερα από το αλάθητο της καλύτερης Κεντρικής Επιτροπής».

Αυτή η πολεμική απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά τη σοβιετική επανάσταση, στην οποία η Λούξεμπουργκ προσέφερε αμέριστη στήριξη. Ανήσυχη για την πορεία των γεγονότων στη Ρωσία (με αφετηρία τους τρόπους με τους οποίους άρχισαν να αντιμετωπίζουν τη γεωργική μεταρρύθμιση), η Λούξεμπουργκ ήταν η πρώτη στο κομμουνιστικό στρατόπεδο που παρατήρησε ότι ένα «καθεστώς παρατεταμένης κατάστασης πολιορκίας» θα ασκούσε «μιαν εκφυλιστική επίδραση στην κοινωνία». Τόνισε ξανά ότι η ιστορική αποστολή του «προλεταριάτου που έφτασε στην εξουσία» ήταν «να δημιουργήσει μια σοσιαλιστική δημοκρατία στη θέση της αστικής δημοκρατίας και όχι να καταστρέψει κάθε μορφή δημοκρατίας». Γι’ αυτήν κομμουνισμός σήμαινε μια «πιο ενεργητική και ελεύθερη συμμετοχή των λαϊκών μαζών σε μια δημοκρατία χωρίς όρια». Ενας αληθινά διαφορετικός κοινωνικός και πολιτικός ορίζοντας θα ανοιγόταν μόνο μέσα από αυτή την περίπλοκη διαδικασία και όχι αν η άσκηση της ελευθερίας επιφυλασσόταν «μόνο στους οπαδούς της κυβέρνησης και στα μέλη ενός μοναδικού κόμματος».

Παρόλο που εφάρμοζαν αντιτιθέμενες πολιτικές επιλογές, σοσιαλδημοκράτες και μπολσεβίκοι είχαν, και οι μεν και οι δε, αντιληφθεί εσφαλμένα τη δημοκρατία και την επανάσταση σαν δυο εναλλακτικές μεταξύ τους διαδικασίες. Αντίθετα, ο πυρήνας της πολιτικής θεωρίας της Λούξεμπουργκ επικεντρωνόταν στην ακατάλυτη ενότητά τους. Το άλλο θεμέλιο της στράτευσής της ήταν το διπλό μέτωπο: αντίθεση στον πόλεμο και αντιμιλιταριστική κινητοποίηση.

Σε αυτά τα θέματα η Λούξεμπουργκ εκσυγχρόνισε τις θεωρητικές αποσκευές της Αριστεράς και συνέβαλε στο να εγκριθούν διορατικές αποφάσεις στα συνέδρια της Δεύτερης Διεθνούς. Ο ρόλος των στρατών, ο συνεχής επανεξοπλισμός και η επανάληψη των πολέμων δεν έπρεπε να αναλύονται μόνο με τις έννοιες του 19ου αιώνα. Επρόκειτο για εργαλεία που υπηρετούσαν τα συμφέροντα των αντιδραστικών δυνάμεων και που παρήγαγαν διαιρέσεις στο προλεταριάτο, αλλά αυτά ανταποκρίνονταν και σε μια συγκεκριμένη σκοπιμότητα.

Ο καπιταλισμός χρειαζόταν τον πόλεμο, ακόμη και σε εποχή ειρήνης, για να αυξάνει την παραγωγή καθώς και για να κατακτά νέες αγορές στις εξω-ευρωπαϊκές αποικιακές περιφέρειες. Η μάχη εναντίον αυτής της βαρβαρότητας θα μπορούσε να κερδηθεί μόνο χάρη στη συνειδητή πάλη των μαζών και, καθώς η αντίθεση στον μιλιταρισμό απαιτούσε μιαν ισχυρή πολιτική συνείδηση, η Λούξεμπουργκ ήταν μεταξύ των πιο πεισμένων υποστηρικτών της γενικής απεργίας εναντίον του πολέμου. Για την ιδρύτρια της Ενωσης του Σπάρτακου η ταξική πάλη δεν εξαντλούνταν με την αύξηση του μισθού. Η Λούξεμπουργκ δεν ήθελε να είναι μια απλή επίγονος και ο σοσιαλισμός της δεν ήταν ποτέ οικονομίστικος. Βυθισμένη μέσα στα δράματα του καιρού της, προσπάθησε να ανανεώσει τον μαρξισμό χωρίς να αμφισβητήσει τα θεμέλιά του και η προσπάθειά της μιλάει ακόμη και σήμερα στις νέες γενιές.

Categories
Journalism

Ενας επαναστάτης «στρατηγός»

Συμπληρώθηκαν φέτος 200 χρόνια από τη γέννηση του Φρίντριχ Ενγκελς (1820-1895). Στη ζωή και στο έργο του Ενγκελς αναφέρεται το ακόλουθο άρθρο του Ιταλού Μαρτσέλο Μούστο, αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Θεωρίας και Κοινωνιολογίας στο York University του Τορόντο.

Ο Φρίντριχ Ενγκελς κατανόησε την κομβική σημασία της πολιτικής οικονομίας πριν από τον Μαρξ. Οταν οι δυο τους γνωρίστηκαν, ο Ενγκελς είχε ήδη δημοσιεύσει πολύ περισσότερα σχετικά άρθρα από τον φίλο του, που προοριζόταν να γίνει διάσημος σε αυτό το επιστημονικό πεδίο.

Γεννημένος στη Γερμανία, στις 28 Νοεμβρίου 1820, ήταν ένας φέρελπις νέος, στον οποίο ο βιομήχανος υφαντουργίας πατέρας του είχε αρνηθεί τη δυνατότητα να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο, για να τον κατευθύνει στο δικό του επάγγελμα. Μορφώθηκε μόνος του χάρη σε μια ακόρεστη δίψα για γνώση και, για να αποφύγει τις συγκρούσεις με μια συντηρητική και πολύ θρησκευόμενη οικογένεια, υπέγραφε τα κείμενά του με ψευδώνυμο.

Εγινε άθεος και τα δύο χρόνια που πέρασε στην Αγγλία, όταν στα είκοσι δύο του τον έστειλαν να εργαστεί στο Μάντσεστερ, στο κλωστοϋφαντουργείο Ερμεν και Ενγκελς, υπήρξαν αποφασιστικά για την ωρίμανση των πολιτικών του πεποιθήσεων.

Τότε ήταν που παρατήρησε ο ίδιος τις επιπτώσεις της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του προλεταριάτου και του ανταγωνισμού μεταξύ των ατόμων. Ηρθε σε επαφή με το δημοκρατικό κίνημα των Χαρτιστών και ερωτεύτηκε μια Ιρλανδή εργάτρια, τη Μέρι Μπερνς.

Λαμπρός δημοσιογράφος, δημοσίευε στη Γερμανία αναφορές για τους αγγλικούς εργατικούς αγώνες και έγραφε στον αγγλόφωνο Τύπο για τις κοινωνικές προόδους στην ηπειρωτική Ευρώπη.

Το 1845 δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο: «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία». Υπογράμμιζε ότι αυτό βασίζεται σε «άμεσες παρατηρήσεις και αυθεντικές πηγές» και ότι είχε σκοπό «μια αναπόδραστη αναγκαιότητα για να δοθούν στέρεα θεμέλια στις σοσιαλιστικές θεωρίες»: την πραγματική γνώση των συνθηκών εργασίας και ζωής των προλετάριων.

Στις εισαγωγικές σελίδες του βιβλίου του υποστήριζε ότι η συγγραφή αυτού του έργου τον είχε βοηθήσει να «κατανοήσει την πραγματικότητα της ζωής». Την ίδια χρονιά, μετά τη δημοσίευση της «Αγίας οικογένειας», του πρώτου έργου που έγραψε μαζί με τον Μαρξ, ο Ενγκελς πήγε στην Αγγλία με τον φίλο του, στον οποίο κατάφερε να δείξει όσα είχε δει και κατανοήσει πριν από αυτόν.

Ο Μαρξ εγκατέλειψε την κριτική της μετα-εγελιανής φιλοσοφίας, για να ξεκινήσει το μακρύ ταξίδι που, το 1867, θα ολοκληρωνόταν με τη δημοσίευση του «Κεφαλαίου». Οι δυο φίλοι έγραψαν το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» (1848) και συμμετείχαν στα κινήματα της διετίας 1848-1849 στη Γερμανία, που τερματίστηκαν με τη νίκη της αντίδρασης.

Το 1849 ο Ενγκελς επέστρεψε στην Αγγλία και, όπως και ο Μαρξ, παρέμεινε εκεί μέχρι τον θάνατό του. Εγινε το «δεύτερο βιολί», όπως ο ίδιος χαρακτήριζε τον εαυτό του, και, για να βοηθάει και να υποστηρίζει τον φίλο του, δέχθηκε να διευθύνει το εργοστάσιο του πατέρα του στο Μάντσεστερ μέχρι το 1870.

Το 1850 δημοσίευσε το έργο «Ο πόλεμος των χωρικών στη Γερμανία», μια ιστορία των εξεγέρσεων που έγιναν τη διετία 1524-1525. Συνέταξε εξάλλου σχεδόν τα μισά από τα 500 άρθρα που υπέγραφε ο Μαρξ για την εφημερίδα New York Tribune, μεταξύ του 1851 και του 1862, αφηγούμενος στο αμερικανικό κοινό τους πολέμους εκείνης της δεκαετίας στην Ευρώπη.

Συχνά κατόρθωνε να προδιαγράφει ορισμένες εξελίξεις και να προβλέπει τις πολεμικές στρατηγικές που χρησιμοποιούσαν τα αντιμαχόμενα μέρη. Αυτό του προσέδωσε το παρωνύμιο με το οποίο ήταν γνωστός σε όλους τους κομματικούς συντρόφους: «ο στρατηγός».

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Ενγκελς πραγματοποίησε τις κυριότερες θεωρητικές του συμβολές, εκθέτοντας τις ιδέες του και μέσα από περιστασιακά γραπτά, για να αντικρούσει τις θέσεις πολιτικών αντιπάλων στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος ή για να διευκρινίσει τις απόψεις του σε θεωρητικές διαμάχες.

Το «Αντι-Ντίρινγκ», που δημοσιεύτηκε το 1878, έγινε έργο αναφοράς για τη διαμόρφωση της μαρξιστικής θεωρίας. Παρ’ όλο που πρέπει να διακρίνουμε την εκλαΐκευση που πραγματοποίησε ο Ενγκελς, σε ανοιχτή πολεμική με τις θεωρητικές διαστρεβλώσεις που κυκλοφορούσαν τότε, από τις εκλαϊκευτικές προσπάθειες που έκανε η μεταγενέστερη γενιά της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, η προσφυγή του στις φυσικές επιστήμες άνοιξε τον δρόμο σε μια εξελικτική αντίληψη των κοινωνικών φαινομένων, η οποία υποβάθμιζε την πολυεδρική ανάλυση του Μαρξ.

«Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη», μια αναδιατύπωση τριών κεφαλαίων του «Αντι-Ντίρινγκ» με σκοπό τη μαζική τους διάδοση, είχε ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία από το αρχικό κείμενο. Παρά τις αρετές αυτού του γραπτού, που κυκλοφόρησε σχεδόν όσο και το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», οι ορισμοί της «επιστήμης» και του «επιστημονικού σοσιαλισμού», που πρότεινε ο Ενγκελς, μπορούν να θεωρηθούν ως ένα παράδειγμα επιστημολογικού αυταρχισμού και χρησιμοποιήθηκαν έπειτα από τη μαρξιστική-λενινιστική εκδοχή της θεωρίας, προκειμένου να αποκλείσουν κάθε κριτική συζήτηση για τις θέσεις των «θεμελιωτών του κομμουνισμού».

«Η διαλεκτική της φύσης», ένα πρόγραμμα έρευνας που παρέμεινε αποσπασματικό, για το οποίο ο Ενγκελς εργάστηκε με πολλές διακοπές από το 1873 ώς το 1883, υπήρξε αντικείμενο μεγάλης πολεμικής.

Σύμφωνα με ορισμένους πρόκειται για τον ακρογωνιαίο λίθο του μαρξισμού, ενώ σύμφωνα με άλλους πρόκειται για το γραπτό που ευθύνεται για τη γέννηση του σοβιετικού δογματισμού. Μολονότι η διαλεκτική μέθοδος που χρησιμοποίησε ο Ενγκελς σίγουρα απλούστευε και υποβάθμιζε τη θεωρητική και μεθοδολογική πολυπλοκότητα του Μαρξ, δεν είναι σωστό ωστόσο -όπως επιφανειακά και άδικα παρατηρήθηκε στο παρελθόν- να τον θεωρήσουμε υπεύθυνο για όλα όσα δεν αρέσουν από τα γραπτά του φίλου του και να φορτώσουμε μόνο στις δικές του πλάτες τις αιτίες των θεωρητικών λαθών και των πολιτικών ηττών.

Το 1884 ο Ενγκελς δημοσίευσε το έργο «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», μια ανάλυση των ανθρωπολογικών μελετών που διεξήγαγε ο Αμερικανός Λιούις Μόργκαν.

Στη διάρκεια των δώδεκα ετών που έζησε μετά τον θάνατο του Μαρξ, αφιερώθηκε στη δημοσίευση της πνευματικής κληρονομιάς του και στην καθοδήγηση του διεθνούς εργατικού κινήματος. Και κατόρθωσε όχι μόνο να εκδώσει τα χειρόγραφα του δεύτερου και τρίτου τόμου του «Κεφαλαίου», αλλά και να επιμεληθεί διάφορες επανεκδόσεις των ήδη γνωστών έργων του Μαρξ. Στη νέα εισαγωγή ενός από αυτά («Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία, 1848-1850»), που έγραψε λίγους μήνες πριν πεθάνει, ο Ενγκελς επεξεργάστηκε μια θεωρία της επανάστασης που εναρμονιζόταν με το νέο ευρωπαϊκό σενάριο.

Το προλεταριάτο είχε γίνει πλειοψηφία και η κατάληψη της εξουσίας μέσω της εκλογικής οδού, χάρη στην καθολική ψήφο, θα του επέτρεπε να υπερασπιστεί ταυτόχρονα την επανάσταση και τη νομιμότητα. Αυτό δεν σήμαινε ότι η «πάλη στους δρόμους» δεν έπαιζε πλέον κανέναν ρόλο. Σήμαινε ότι η επανάσταση δεν μπορούσε να γίνεται νοητή χωρίς την ενεργητική συμμετοχή των μαζών και ότι αυτό απαιτούσε «μακρά και υπομονετική εργασία».

Διαβάζοντας τον Ενγκελς και παρατηρώντας την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα ο καπιταλισμός, μας γεννιέται η επιθυμία να ξαναρχίσουμε αυτή την εργασία.